Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

Οδός Πινακωτών. Επίσκεψη σε κρυφό οίκο ανοχής.










  • Είμαστε κάπου στο 1882. Ο Νίκος Στανάς, γόνος πλούσιας οικογένειας από τη Σμύρνη, έρχεται για να σπουδάσει στην Αθήνα. Παρέα με μερικούς συμφοιτητές του, δεν θ’αργήσει να βιώσει την πρώτη του μπουρδελότσαρκα…

    «Οι πέντε φίλοι πιασμένοι αλά μπρατσέτα ήρχισαν ανερχόμενοι την οδόν Σταδίου.

    Η ώρα ήτο προχωρημένη και ολίγους συνήντων διαβάτας, εν τούτοις ο Στανάς μεθ’όλην την ζάλην του εφοβήθη, μήπως συναντήση τον προστάτην του και παρεκάλεσε τον Περδικόπουλον ν’αλλάξωσι δρόμον.

    -Ίσα-ίσα αυτό εσκόπευα να προτείνω –απήντησεν ούτος. Ο δρόμος μας είναι να κάμωμε αριστερά.

    Και εισήλθον δια της οδού Σάντα Ρόζα εις την του Πανεπιστημίου και εκείθεν εις την οδόν Πινακωτών (σ.σ. έτσι λεγόταν τότε η Χαριλάου Τρικούπη). Αφού επροχώρησαν αρκετά, έστριψαν προς τα αριστερά και επροχώρησαν μέχρι της Ζωοδόχου Πηγής, εις ης και τον δρόμον εισήλθον. Εις την γωνίαν της οδού ταύτης εστάθη ο Περδικόπουλος.

    -Τώρα παιδιά, είπε να παύσουν τα άσματα. Χρειάζεται σοβαρότητα, γιατί αν μας καταλάβη η Καλομοίρα δεν μας μπάζει μέσα. Ακολουθήτε με.

    Ούτω βαδίζοντες έφθασαν προ μιας μικράς, μονορόφου οικίας. Τα παράθυρα με σιδηρά εξώφυλλα ήσαν κλειστά, ίχνη δε πληγών επί των τοίχων και επί των εξωφύλλων επρόδιδον, ότι η οικία αύτη συχνά υφίστατο ισχυράς πολιορκίας.

    -Εδώ είναι, είπεν ο Σφαιρίδης προς τον Στανάν.

    -Φοβούμαι, απήντησεν ούτος.

    -Τι φοβάσαι; Μα να σου πω την αλήθειαν και εγώ όταν πρωτοήλθα φοβήθηκα. Και αυτό είναι το πρώτο σπήτι τοιούτου είδους εις το οποίον εισέρχεσαι;

    -Όχι στην Σμύρνην είχα πάει πολλαίς φοραίς.

    Η παρέα παρετάχθη εις τον τοίχον εις ένα ζυγόν κατά συμβουλήν του Περδικόπουλου, δια να φαίνωνται ολίγοι. Αυτός δε προχωρήσας εκτύπησεν ελαφρά με το μπαστούνι του εις μικρόν τετραγωνίδιον, το οποίον εσχημάτιζε το προς την θύραν παράθυρον.
    Καμμία απάντησις.

    -Τικ, τικ!

    Το τετραγωνίδιον ήνοιξε σιγά και φωνή γυναικός γραίας ηκούσθη έσωθεν.

    -Ποιος είσαι;

    -Εγώ;

    -Ποιος εγώ;

    Ο Περδικόπουλος επλησίασε πλειότερον προς το παράθυρον και απήντησε:

    -Ελαφρύ μπαστούνι!

    -Μόνος σου;

    -Όχι έχω και δυο άλλους.

    -Δεν κάνει απόψε. Τα κορίτσια έχουν ρανδέ-βου.

    -Μα κυρά Καλομοίρα θα μ’αφίσης έτσι να πεθάνω λοιπόν; Είπε ο Περδικόπουλος με κωμικώς κλαυθμηρόν ύφος. Σούφερα και λίγο μαδιστήρι.

    -Καλά, στάσου!

    Μετ’ολίγα λεπτά ήνοιξεν ιεροκρυφίως η θύρα και επρόβαλεν η κεφαλή της κυράς Καλομοίρας.

    -Μωρέ σεις είσθε σύνταγμα!

    -Είναι η σκιαίς μας κυρά, απήντησεν ο Βασιλείου.

    -Μπα κακό να σούρθη πάλαι εσύ. Μωρ’εσύ είσαι πετηνάρι;

    -Ο  καιρός τώχει κυρά, απήντησεν ο Βασιλείου σπρώχνων την θύραν και εισερχόμενος βία.

    Μόλις εισήλθον εις εν δωμάτιον εν είδει αιθούσης και οσμή βαρεία μήλου ψημμένου επρόσβαλε τους εισελθόντας.

    -Καθήστε ‘δω μια στιγμή, είπεν η κυρά Καλομοίρα να γλυτώσουν τα κορίτσια. Και εκάθισε πλησίον του Περδικόπουλου.

    Τα κορίτσια προσήλθον. Η Μαρίκα, η Μπεμπέ, η Βιολέττα.

    -Μα είμεθα πέντε; ηρώτησε δειλώς ο Στανάς τον Σφαιρίδην.

    -Οι δύο θα περιμένουν,  απήντησεν ούτος σοβαρώς.

    Η Μπεμπέ επλησίασε τον Στανάν.

    -Κύττα τον καλά σαν τα μάτια σου, τη είπεν ο Περδικόπουλος, σφυρίζων κάτι τι εις το αυτί της. Αυτή γέλασεν ηχηρώς.

    -Μη σεκλετίζεσαι, πιπίνι μου, είπεν η Μπεμπέ ημίγυμνος εις τον Στανάν, ο οποίος είχε όψιν κόττας βρεμμένης, πέρασε εις την κάμαραν….»

    (Από την τρίτομη ηθογραφία-μυθιστόρημα του λόγιου Νίκου Σπανδώνη «Η Αθήνα μας» που κυκλοφόρησε το 1893 από τις εκδόσεις «Φέξη»).

O Φραγκλίνος





  • Στοά στο ιστορικό κέντρο ήταν πιάτσα λαθραίου συναλλάγματος.
    Το δολάριο ο Θεός ...κυριαρχούσε και κυρίως ο Φραγκλίνος όπως  έλεγαν
    τα κατοσταδόλαρα ...
    Τα πλήρωνες παραπάνω από τα μικρότερα....
    Ήταν περιορισμένο το ποσό που έπρεπε να έχεις μαζί σου όταν πήγαινες
    στο εξωτερικό....τα έξτρα κατοσταδόλαρα εύκολα τα έκρυβες από παπούτσι
    μέχρι εσώρουχο.
    Οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές ερχόντουσαν στην στοά όπου σουλατσάριζαν
    οι πωλητές....η συμφωνία έκλεινε και το ραντεβού κλεινότανε στο κυλικείο
    στο υπόγειο του μεγάρου.
    Βγάζανε μεροκάματο οι πωλητές και παντεσπάνι τα αφεντικά τους με τα γραφεία
    στο μέγαρο με τις παραπλανητικές πινακίδες...ΕΙΣΑΓΩΓΑΙ-ΕΞΑΓΩΓΑΙ....
    Από το γραφείο γινόντουσαν οι σοβαρές δουλειές ...μεγάλα ποσά έφευγαν
    για Ευρώπη αλλά κυρίως για Αμερική.
    Πουλούσαν κανένα ακίνητο ή είχαν λεφτά σε Ελληνικές τράπεζες
    τα έπαιρναν και τα έστελναν έξω για σιγουριά....ακόμα και στην Ευρώπη
    οι καταθέσεις τους ήταν σε δολάρια.
    Αυτό το έρημο Ελληνικό Κράτος κανένας ποτέ δεν το εμπιστεύτηκε
    και όχι άδικα.
    Τα πάντα γινόντουσαν από το γραφείο με το τηλέφωνο το μόνο φυσικά προηγμένο μέσο επικοινωνίας αλλά και με τα "περιστέρια" όπως έλεγαν τους ανθρώπους τους που ταξιδεύανε συνεχώς αλλά και με αυτούς που είχαν έξω.
    Γνωρίζανε το ρίσκο αλλά οι αμοιβές ήταν καλές.

Φρέσκο γάλα από το μαστό της κατσίκας!



Μια συνομιλία με τον Ηπειρώτη Πρόεδρο κάποιων παραδοσιακών γαλατάδων…

«Αγαθός και άκακος ο Βασιλεύς Γεώργιος ο Α’ εκάλεσε κάποιαν ημέρα στα ανάκτορα γνωστόν εργοστασιάρχην-γαλακτοπώλην της πρωτευούσης, ο οποίος είχε καταγγελθή επί νοθεία του γάλακτος, το οποίον εχορήγει εις τα νοσοκομεία του Στρατού και οργίλως του είπε:

-Δεν μου λέτε κ. … τι βάζετε μέσα στο νερό και το κάνετε γάλα;!

Και ήρκεσεν η πνευματώδης αυτή βασιλική παρατήρησις δια να φέρη εις θεογνωσίαν τον αφηνιασμένον γαλακτοπώλην.

Έκτοτε από το γεγονός αυτό ο Βασιλεύς εκείνος επροστάτευε βασιλικώτατα τους πλανόδιους αιγογαλακτοπώλας οι οποίοι πωλούν ως γνωστόν από πεντηκονταετίας περίπου το γάλα των κατ’ ευθείαν από τον μαστόν της κατσίκας. Ακόμα και σήμερον πολλαί απομεμακρυσμέναι συνοικίαι της πρωτευούσης και του Πειραιώς παίρνουν το γάλα των από τους αιγογαλακτοπώλας αυτούς αγνό, αθώο και αφράτο ενώ οι κατσίκες κυττάζουν με φανεράν αντιζηλία τις κυράδες στις εξώπορτες!

Τους συμπαθείς αυτούς βιοπαλαιστάς συνηντήσαμεν προχθές στο Νέο Φάληρο την ώρα που εβασίλευεν ο ήλιος.

Ο πρόεδρός τους κ. Νίκος Παπάς, ένας συμπαθής ηλιοκαμμένος Ηπειρώτης νοικοκύρης της γείτονος, ασκεί το επάγγελμα αυτό από δεκαετίας, το εκληρονόμησε δε από τον μακαρίτη τον πατέρα του.

-Με τις τέσσαρες περίπου χιλιάδες κατσίκες μας συντηρούμε τις εκατό οικογένειές μας!... λέγει στα σχετικά ερωτήματά μας με προθυμία και σεμνότητα ο Πρόεδρος.

-Ο κόσμος είνε ευχαριστημένος μαζί σας;

-Φαντάζομαι ναι. Διότι το γάλα που πουλάμε μεις είνε αγνό και χρησιμεύει πραγματικά ως φάρμακο για τους αρρώστους και ως τροφή. Πουλάμε δε και σχεδόν φθηνότερα από τα γαλακτοπωλεία…

-…Των οποίων το γάλα, συμπληρώνομεν, είνε λιγάκι…

-Όχι, όχι. Δεν θέλομεν να κατηγορήσωμεν κανένα. Ο Ήλιος φέγγει για όλον τον κόσμον.

-Ζητείτε τίποτε από το Κράτος;
-Όχι. Μόνο θέλουμε να μας αφήση ήσυχους να δουλεύουμε.

-Γιατί; Μήπως σας εμποδίζει;

-Τώρα όχι. Αλλά προ τινός υπέστημεν φοβερόν κατατρεγμόν τον οποίον υπεκίνουν μερικοί τρίτοι. Εβγήκαν τότε αποφάσεις απαγορευτικαί δια την εξάσκησιν του επαγγέλματός μας και εδικαιολογήθη η δίωξις εκείνη εκ του ότι το αθώο γάλα των αιγών μας μεταδίδει δήθεν διαφόρους ασθενείας!

-Είχανε ακουσθή ποτέ κρούσματα ασθενειών από το γάλα σας;

-Ποτέ, ουδέποτε! Μισόν αιώνα πουλιέται το γάλα και δεν έχει ακουσθή το παραμικρόν.

-Σας επετράπη επί τέλους η ελευθέρα εργασία;

-Ευτυχώς ναι. Σημειώστε δε ότι μας εβοήθησαν και αι εκάστοτε αστυνομικαί διευθύνσεις του Πειραιώς.

-Έχετε καμμίαν σωματειακήν οργάνωσιν;

-Ναι. Έχομεν σωματείον, ωργανομένον αρκετά καλά. Μάλιστα ετοιμαζόμεθα δι’ αρχαιρεσίας κατ’ αυτάς.

-Εις ποίους κεντρικούς δρόμους απαγορεύεται κ. Παπά η κυκλοφορία σας;

-Περί τον Ηλεκτρικόν σιδηρόδρομον, την οδό Τσαμαδού, Σωκράτους, Τερψιθέαν και την Τρούμπαν.

Αρχίζει πια να βραδυάζη. Και καθώς ο φωτογραφικός μας φακός αποθανατίζει τον συμπαθή πρόεδρον με τις κατσίκες του που συνεχίζουν μίαν αγνήν παράδοσιν δεκαετηρίδων, εις όφελος της υγείας των κατοίκων, τα παιδάκια της γειτονιάς με αλλαλαγμούς υποδέχονται το πέρασμα του μικρού κοπαδιού.

Τι ποίησις χαριτωμένη!».

«Η Ελληνική», 1932



http://paliaathina.com/gr/

Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018

Πίσω στη παλιά Γειτονιά




  • Συνάντησα, προχθές τυχαία, στο δρόμο έναν φίλο παιδικό, από τη γειτονιά.

    Είχα να τον δω χρόνια. Θυμήθηκα τα παιχνίδια που παίζαμε: κρυφτό, ξυλίκι, ποδόσφαιρο,ποδήλατο και ποιο σπάνια βόλεϊ. Τέτοια εποχή η γειτονιά από το πρωί ως το βράδυ έσφυζε από ζωή. Φωνές, παιχνίδια, τζάμια που έσπαζαν (αραιά αλλά συνέβαινε), μανάδες που έκαναν προσκλητήριο (για μικροθελήματα και το μεσημέρι για φαΐ), γείτονες που διαμαρτύρονταν (αμάν βρε παιδιά να κλείσουμε τα μάτια μας καμιά ώρα...). Και εμείς εκεί, απτόητοι, όλος ο κόσμος ένα παιχνίδι, μια χαρά, ένα γέλιο. Ο δρόμος μας, της γειτονιάς άδειος από αυτοκίνητα, από τη μια μεριά ως την άλλη μας καλούσε να τον κάνουμε παιδική χαρά, γήπεδο, αεροδρόμιο για τα όνειρα μας.
     Που και που πέρναγε και κανένα αυτοκίνητο και μας ενοχλούσε. Κάποιες φορές μάλιστα κάναμε και κανένα γιούχα στους άτυχους οδηγούς γιατί μας ενοχλούσαν...
    Μεγαλώσαμε όμως. Σκορπίσαμε.
    Έφυγα και γω απ' τη γειτονιά.
    Πέρασε μια μεγάλη περίοδος, κατά την οποία γύριζα στο πατρικό και στη γειτονιά σαν επισκέπτης.
    Η απόσταση κοιμίζει όμως όλες τις σχέσεις, έτσι και τη δική μου με τη γειτονιά και τους φίλους τους παιδικούς.
    Όταν γύρισα πια τίποτε δεν ήταν ίδιο.

    Ούτε και γω.

    Κράτησα την εικόνα που είχα σα φυλαχτό. Ακόμη και τώρα, αρνούμαι να δω τη παλιά μου γειτονιά όπως είναι σήμερα.
    Ένας στενός δρόμος, με ελάχιστα παιδιά να παίζουν (που είναι σκέφτομαι καμιά φορά), γεμάτος από παρκαρισμένα αυτοκίνητα και χωρίς τους παιδικούς μου φίλους.
    Τόσο ξένη και μακρινή, η γειτονιά μου που θα μπορούσε να είναι στο διάστημα...
    Αλλά πάλι μπορεί εγώ, να είμαι ο ξένος.
    Γεια χαρά σου Τόλη, να σε καλά όπου πας...
    πηγή

Τρούμπα: Η καρδιά του Πειραιά και του ρεμπέτικου

















    «Σιγά – σιγά όμως ερχότανε στον Περαία η εξέλιξις. Οργανώθηκε το λιμάνι του Περαία που όλοι οι εργάτες του σχεδόν ήταν κλέφτες. Έγινε ο Οργανισμός, κυκλιδώματα γύρω στο λιμάνι, ατομική που μπαίνεις και που βγαίνεις, καταδότες εργάτες εν δράσει! Καταργηθήκανε οι βαρκάρηδες με αποζημίωση, τα καράβια πλευρίζουνε στο λιμάνι. Πάνε οι μαούνες(φορτηγίδες) που ήταν άσυλο για τους κλέφτες. Επεκτάθη η Αστυνομία Πόλεων!!! Βγήκανε άλλα επαγγέλματα, μηχανικοί, καπεταναίοι, ηλεκτρολόγοι κ.λπ. Τα παιδιά τους δουλεύανε την ημέρα και εσπούδαζαν το βράδυ.Οι οίκοι ανοχής έκλεισαν. Οι ντεκέδες έσβησαν. Πήραν την σκυτάλη οι τουρίστες, οι αριστοκράτες μας κ.λπ. Οι ταβέρνες έκλεισαν. Αμανές δεν ακούγεται τα βράδια στους κοντινούς δρόμους γιατί είναι φωτισμένοι και μπεκρήδες δεν υπάρχουνε. Οι μπαράγκες των συνοικισμών χάθηκαν και έγιναν διώροφα και τριώροφα σπίτια! Τα κοτέτσια και τα καταγώγια της Δραπετσώνας γκρεμίστηκαν και υψώθηκαν οκταώροφες πολυκατοικίες. Το Κολωνάκι του Πειραιώς! Ο μαραγκός, ο σουβαντζής, ο κάθε εργάτης έχει το αυτοκίνητό του ή την βέσπα του. Και αντί για ούζο ή κρασί, η κόκα – κόλα και η πορτοκαλάδα έχει το λόγο …».(1)
    Μ’ αυτό το, ας μας επιτραπεί ο όρος, “λαϊκό ρέκβιεμ”, περιγράφει, ήδη από το 1975, στα απομνημονεύματά του, ο στιχουργός του ρεμπέτικου κι άγριος μάγκας και νταής του Πειραιά Νίκος Μάθεσης - Τρελάκιας (1907-1975), το “τέλος μια εποχής” για τον Πειραιά. Και πράγματι, ο Μάθεσης “θρηνεί” το τέλος των ημιπαράνομων χώρων του Πειραιά, της Δραπετσώνας αλλά και της Τρούμπας, και την εξαφάνιση των οίκων ανοχής, των τεκέδων, των καφέ αμάν, των καφέ κονσέρ και των καφωδείων. Η καρδιά του Πειραιά και του ρεμπέτικου, η Τρούμπα, είχε μεν πάψει πια να χτυπά, αλλά, έμελλε, να ζήσει για πάντα μέσα στα τραγούδια και στις λαϊκές αφηγήσεις των ρεμπετών. 
    Μια τρόμπα που έγινε η φημισμένη Τρούμπα
    Σύμφωνα με την παράδοση, η Τρούμπα του Πειραιά πήρε την ονομασία της από μια τρόμπα (αντλία) που ήταν τοποθετημένη στην περιοχή, στη, σημερινή, οδό της Β΄ Μεραρχίας κι από την οποία αντλούσαν νερό τα αγκυροβολημένα πλοία του λιμανιού του Πειραιά, αλλά κι οι αμαξάδες (2). Όταν μιλάμε για Τρούμπα, εννοούμε ένα οικοδομικό τετράγωνο, που ξεκινά από την Ακτή Μιαούλη και περικλείεται από τις, οδούς Φιλελλήνων, Κολοκοτρώνη και Σωτήρος Διός. Στη μέση αυτού του τετραγώνου της Τρούμπας βρίσκονται οι κεντρικοί της δρόμοι, οι οδοί Φίλωνος και Νοταρά.
    Η Τρούμπα του Μάθεση και του Λαπαθιώτη
    Μια από τις πιο αυθεντικές λαϊκές περιγραφές της Τρούμπας βρίσκεται στα απομνημονεύματα του ρεμπέτη Νίκου Μάθεση – Τρελάκια, που δημοσιεύτηκαν, στην πλήρη μορφή τους, από τον γράφοντα. (3) Γράφει ο Μάθεσης για τον προπολεμικό Πειραιά και την Τρούμπα:
    «Ο Περαίας πριν μισό αιώνα (4) με τα καταγώγια του, τους ντεκέδες, τα μπαρμπουταντζίδικα, τα Βούρλα και τα καφέ – σαντάν του … Ο Περαίας με τους νταήδες του, τους μάγκες, τους ρεμπέτες, τους αγαπητικούς, τους πορτοφολάδες και τους κλέφτες των λιμανιών …
    … Τότες ο Περαίας ήταν πολύ άγριος. Από τη μια ο αποκλεισμός, από την άλλη τα πολιτικά μίση. Οι φόνοι στα Καρβουνιάρικα Τρούμπα και Τζελέπη ήταν στην ημερησίαν διάταξιν. Όσο για ντεκέδες από την Πειραϊκή, Παναγίτσα, Άγιο Νείλο, Άγιο Νικόλα, Γύφτικα, στο Χατζηκυριάκειο, στην Τρούμπα και όσο πιο πέρα πήγαινες, Άγιο Διονύση, εκεί φουμάρανε στο δρόμο. Ζάρια μες στο δρόμο παίζανε, περνούσε ο χωροφύλακας και δεν του έδινε κανείς σημασία, παρά τραβούσανε την δίκοπη επιδειχτικά να την δει! Τι να έκανε ; Από στρατιώτη αγράμματο βουνήσο τον ρίξανε χωροφύλακα στον Περαία μες στα λυσσασμένα τσακάλια. Πρωτοδικείο, Εισαγγελία δεν είχε τότε ο Περαίας! Απ’ την Αθήνα κατέβαιναν οι νωματαρχέοι νταήδες να επιβάλλουν την τάξη και να συλλάβουν κανέναν επικίνδυνο καταζητούμενο. Ο Μαρούδας και ο Γαλιγάλης, οι μάγκες είχανε συνθέσει και στίχους για τους μόρτες καταδότες και ας μην τους ήξεραν και το τραγουδούσαν παίζοντας το μπουζούκι τους:
    Που ’σουνα και ήλθες πάλι
    ρουφιανιά του Γαλιγάλη.
    Η πουστιά μας του Μαρούδα
    άσπρα μούρα μαύρα μούρα.
    ή
    Πουστιά του Μαρούδα
    και ρουφιανιά του Γαλιγάλη
    έφυγες και ήλθες πάλι.
    Ο Πειραιάς τότε είχε και έφιππη χωροφυλακή. Χαμαιτυπεία είχε μόνο τα Βούρλα που τώρα είναι φυλακές. Εκεί οι γυναίκες τότε δε βγαίνανε έξω, απαγορευότανε αυστηρώς. Αλλά οι αγαπητικοί είχαν τον ντρόπο τους και πηδάγανε και τα μεσάνυχτα μέσα παρ’ όλο που φυλάγανε άγριοι εύζωνοι! Αλλά καμιά δεν μαρτυρούσε. Φόνοι γινόντουσαν κάθε τόσο, αιτία βέβαια ήταν οι γυναίκες αλλά όσοι εγκληματούσαν για την γυναίκα, αυτή ήταν υποχρεωμένη μέχρι να βγει απ’ την φυλακή να τον συντηρεί. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, θα σκοτωνότανε απ’ τους φίλους του. Αλλά και όταν έβγαινε, η πρώτη του δουλειά ήταν να στεφανωθεί, απαραίτητος κανών!!! Για τον σκυλόμαγκα ο άγραπτος νόμος είναι σκληρός!
    Καφωδεία ο Πειραιάς είχε πολλά γύρω στην Ντρούμπα. Απάνω στο πάλκο έπαιζαν τσιφτετέλια, ζεϊμπέκικα κ.λπ. Κάτω στο πάλκο ορχήστρα ευρωπαϊκή, πιάνο, βιολί και τζάζι για ταγκό κ.λπ. Και μπροστά χαμηλά, σχεδόν κάτω ήταν δώδεκα κορίτσια σε παράταξη άβαφτες Γερμανίδες που έπαιζαν με την σειράν τους βιολιά. Αυτή την διαρρύθμιση είχαν όλα τα καφωδεία της Τρούμπας. Οι φόνοι εκεί γινόντουσαν συχνότατα. Αφού του έτρωγε τα λεπτά του και τον έκανε στούπα, του έλεγε να την περιμένει απέξω! Και η αρτίστα έβγαινε αγκαζέ με τον ντερβίση της, αλλά και ο άλλος ο επαρχιώτης άγριος και το ψυχικό γινότανε …
    Επίσης και τα παιχνίδια ήταν πάνπολλα (λέσχες). Μέσα κάθε καρυδιάς καρύδι, μπράβοι, αβανταδόροι, μούτρα, να μπουν αμέσως στη φυλακή σε ένα γνέμα! Φόνοι πιο πολλοί στα παιχνίδια γιατί έχανες τα λεπτά σου, ίσως και ξένα που στα είχαν εμπιστευθεί να τους ψωνίσεις κάτι πράγματα. Και το αίμα ανέβαινε στο κεφάλι και …
    Όσο για μάγκες, δηλαδή ρεμπέτες, κάθε συνοικία είχε τους δικούς της. Αν ακουγότανε κανένας ρεμπέτης καλός με πράξεις σωστές ρεμπέτικες, δηλαδή παλληκαρίσιες εξηγήσεις, τότε ακουγότανε και στον Πειραιά, δηλαδή στη καρδιά του Πειραιά. Στα παιχνίδια που είχαν οι νταήδες οι αναγνωρισμένοι … Έσπαγε τα δεσμά της συνοικίας του και από μαχαλόμαγκας αφανής γινότανε διεθνής. Αναγνωριζότανε από όλες τις συνοικίες, αλλά πως; Έπρεπε με έργα και όχι με λόγια, να μαλώσει, να μαχαιρώσει, να μπιστολίσει, να τραυματίσει καλόν νταή ανεγνωρισμένον, ασχέτως εάν δεν πήγε στην φυλακή. Μηνύσεις δεν γινόντουσαν, θα καθαρίζανε στον δεύτερο γύρο που θα έβγαινε ο χτυπημένος απ’ το νοσοκομείο … Η αστυνομία το μάθαινε και ερχότανε να σου πάρει κατάθεση και εσύ τους έλεγες ότι έπεσες από ένα μικρό γκρεμό και σου μπήκαν κάτι σίδερα στην κοιλιά … και σου έλεγε μακάρι μόλις βγεις να σου μπούνε κι άλλα να ησυχάσουμε από εσάς τα τομάρια … Αν όμως έκανες μήνυση κατέρρεες αυτομάτως και όλοι οι μάγκες είχαν να κάνουν με σένα και να σε ξεφτιλίζουν … Τέτοια γινόντουσαν που και που, μάλλον από γερασμένους νταήδες και από φιγουρατζήδες ρεμπέτες …
    Όσο για μπουζούκια, ο Πειραιάς με τις γειτονιές τις μάγκικές του ήτανε μια ορχήστρα πλήρης. Μέρα και βράδυ από όπου και να πέρναγες, δηλαδή από καφενείο, άκουγες το κελάηδισμα του μπουζουκιού ή του μπαγλαμά και την μυρωδιά της ταλμίρας(χασίς) ή από αργιλέ ή από τσιγαριλίκι. Και αυτός που το έπαιζε δεν ήταν κανά παιδάκι, ήταν άνθρωπος της τούφας και το είχε μάθει στο σχολείο – φυλακή. Έτσι λεγότανε η φυλακή για να μην καταλαβαίνουν οι ανίδεοι … Παιδιά κάτω των 20 χρόνων και ανώμαλοι απαγορευότανε η είσοδος διά καρπαζάς, σβουριχτής και κλοτσάς! Εδώ το νταραβέρι είναι του τάδε και συχνάζει όλο το σκυλολόι …».(5)
    Στην Τρούμπα διαδραματίζεται κι η υπόθεση της νουβέλας «Το τάμα της Ανθούλας» του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. (6) Όπως επισημαίνει κι ο Γιάννης Παπακώστας, που έχει τη φιλολογική επιμέλεια της έκδοσης: … ένα μέρος αναφέρεται στον κόσμο του περιθωρίου ή καλύτερα στον χώρο του υποκόσμου, με βασικά στοιχεία τη σωματεμπορία, τον τζόγο και ιδίως τα ναρκωτικά … με κυρίαρχο στοιχείο τους τεκέδες, όπου συγκεντρώνονται δραπέτες των φυλακών, λιποτάκτες, ναρκομανείς, σωματέμποροι και γενικότερα ο κόσμος της νύχτας … Στο κέντρο(της νουβέλας) βρίσκονται άλλοτε μεμονωμένα άτομα κι άλλοτε ομάδες ατόμων, ενταγμένα στον ίδιο περίπου χώρο του Πειραιά(Τρούμπα, φτωχογειτονιές, λιμάνι).» Και βέβαια, ο Λαπαθιώτης ήταν ο ίδιος θαμώνας των συγκεκριμένων χώρων και περιοχών, ως κυνηγός “τεχνητών παραδείσων” κι άρα αυτόπτης μάρτυρας των συνθηκών που κατέγραφε, αφού επισκεπτόταν τους «τεκέδες της Τρούμπας για να φουμάρει με τους ντερβίσηδες», κάτι που, φυσικά, αντικατοπτρίζεται και στη νουβέλα του, «αφού ο χώρος όπου αναφέρεται ένα μεγάλο μέρος αυτής είναι η Τρούμπα και βέβαια η Πειραϊκή.». «Κοντολογίς», όπως συνοψίζει ο Παπακώστας, «έχουμε ένα πεζό με έκδηλα τα στοιχεία της προσωπικής εμπειρίας … ένα δράμα, μέσω του οποίου προβάλλει η ζωή του ίδιου και του κύκλου του στους τεκέδες της έρημης Πειραϊκής ακτής και στα συναφή στέκια της Τρούμπας».(7) Αξίζει να μεταφέρουμε εδώ την περιγραφή ενός τεκέ και των όσων διαδραματίζονταν μέσα σ’ αυτόν, όπως καταγράφεται στη νουβέλα του Λαπαθιώτη:
    «Η παρέα, μες στη σπηλιά του Νταλαβέρη, τραγουδούσε. Πρώτα το ’φερνε ο Ντάνας, με τη βαριά του, τη βραχνή φωνή, κ’ ύστερα το ’παιρναν οι άλλοι, στη σειρά, και το ξαναγύριζαν απ’ όλες τις μεριές, θρηνητικά, μονότονα, με πάθος – με τα γυαλωμένα τους τα μάτια, σαν καρφωμένα σ’ έναν εφιάλτη, με τις μεγάλες κόρες τους ακίνητες, σα φλογισμένες από μιαν ανείπωτη λαχτάρα, σαν απολιθωμένες σε μιαν έκσταση, σα φαγωμένες και πυρπολημένες από κάποιους έξαλλους και μαύρους πυρετούς:
    Μαννάκι μου, μαννάκι μου, πονεί το κεφαλάκι μου!
    Ο αέρας ήταν μολεμένος απ’ τη βαριά θολούρα του καπνού, απ’ τις ζεστές και σφυριχτές ανάσες, απ’ την υγρή τη μυρουδιά της μούχλας, που πλημμυρούσε γύρω τους τοίχους της σπηλιάς. Ένα καντηλάκι τρεμόσβηνε στην άκρη, κ’ έριχνε πέρα, στα σκαμμένα βράχια, τις μεγάλες του σκιές, που παίζανε, κι αυτές φανταστικά. Ήταν καθισμένοι όλοι χάμου, στριμωγμένοι σ’ έναν στενόν κύκλο, άλλοι σταυροπόδι κι άλλοι πεσμένοι δίπλα, κι άλλοι τ’ ανάσκελα, βαριά μαστουρωμένοι, με τα’ απλανή, τα’ αλλοίθωρά τους μάτια, σβησμένα και χαμένα στο κενό. Ήταν οι περισσότεροι ξυπόλητοι. Κι αυτοί που ήταν καθισμένοι σταυροπόδι περνούσαν κάθε λίγο το μαρκούτσι, ένας στον άλλο, με μονότονες κινήσεις, βαριές, μηχανικές, ληθαργικές. Κ’ έκλαιγαν, πιο πολύ που τραγουδούσαν. Κι ο πνιγηρός, πηχτός καπνός, ανέβαινε ντουμάνι:
    Μαννάκι μου, μαννάκι μου, πονεί το κεφαλάκι μου!
    Κι ο ναργιλές γουργούριζε στη μέση – και κείνοι ήταν στοιβαγμένοι γύρω, κι όλο ρουφούσαν μ’ αγκομαχητά, σαν άνθρωποι που κρύβουν τον καϊμό τους, τον θάβουν στα κατάβαθα της γης, γιατί δεν πρέπει να βγει ποτέ στο φως, γιατί δεν πρέπει να τον δει το φως και φοβηθεί … Μόνος ο Νταλαβέρης ήταν σκυφτός στη μέση, και φυσούσε, που και που, το ναργιλέ, κι έβανε κάρβουνα, κι άλλαζε τουμπεκί. Και το μαρκούτσι γύριζε στα διψασμένα στόματα, γύριζε χωρίς να κάνει στάση, σα μια μεγάλη κολασμένη βρύση, που τη ζητούν, τη λαχταρούν τα χείλη κ’ οι καρδιές, λες για να πνίξουν το βαρύ τους άχτι, μ’ έν’ άλλο, πιο βαρύ και πιο πικρό … Κι ο γοερός, αλλόκοτος σκοπός, όλο γυρνούσε και ξαναγυρνούσε, κι ο καϊμός του, κ’ η αλλοφροσύνη του, έσκαβε και βαθούλωνε τα βράχια. Και το καντηλάκι, φοβισμένο, σπαρταρούσε μες στα σκοτεινά, κάνοντας να χορεύουν οι σκιές – σα να ζητούσε από κάπου μια βοήθεια, μες στο πέλαγος εκείνο του καϊμού, που τράνταζε και σάρωνε τα πάντα:
    Μαν – νά – κι μου, μαν – νά - κι μου … ,
    πο – νεί το κε – φα – λά - κι μου … !».(8)

Η επανεμφάνιση του ξεχασμένου βιδανίου, λόγω της οικονομικής κρίσης που μαστίζει τη χώρα μας!




  • Το βιδάνιο ή απλά βιδάνι γνωρίζουν καλά οι παλαιότεροι και φαίνεται πως λόγω οικονομικής κρίσης θα το γνωρίσουν και οι νέοι αφού επανέρχεται στην επικαιρότητα λόγω οικονομικής κρίσης. Πρόκειται για ξεχασμένη λέξη, την οποία κάποτε χρησιμοποιούσαν οι χαρτοπαίκτες και οι κρασοκαταναλωτές. Οι μεν πρώτοι αποκαλούσαν βιδάνιο την πιο απλή μορφή της γκανιότας και οι δεύτεροι το «απόπιομα», δηλαδή τα περισσεύματα του κρασιού στα ποτήρια, τα οποία συγκέντρωναν οι ταβερνιάρηδες για να τα σερβίρουν ξανά σε άλλους πελάτες. Την ξεχασμένη αυτή συνήθεια φαίνεται πως επαναφέρουν ορισμένοι ταβερνιάρηδες, εάν πιστέψουμε τις ειδήσεις που κυκλοφορούν.
    Το βιδάνιο, από το ιταλικό guadagno (κέρδος), απασχολούσε έντονα τους πελάτες των ταβερνών και των καφενείων μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα. Σα να μην έφτανε το νοθευμένο κρασί που πότιζαν τους θαμώνες
    τους, ιδιαίτερα σε περιόδους οικονομικής κρίσης, τους σέρβιραν και βιδάνιο. Τα αποτελέσματα σε ορισμένες εποχές ήταν ολέθρια. Όπως όταν ήταν σε έξαρση η φυματίωση. Τέθηκε δε πολλές φορές στο στόχαστρο των διωκτικών αρχών. Μνημειώδεις έμειναν οι υγειονομικές εγκύκλιοι που εκδόθηκαν στις αρχές της βασιλείας του Γεωργίου Α’, όταν το βιδάνιο αποτελούσε καθιερωμένη τακτική για όλους τους ταβερνιάρηδες.
    Επίσης, τέθηκε σε διωγμό στις αρχές της δεκαετίας 1920, όταν η Αστυνομία επέβλεπε τους οινοπώλες και τους επέβαλε βαριά πρόστιμα. Το ζήτημα επανήλθε στα μέσα της ίδιας δεκαετίας, όταν καθιερώθηκε το περίφημο «πρόστιμον βιδανίου» που ανερχόταν στο ιδιαίτερα σεβαστό ποσόν των τριακοσίων δραχμών. Μάλιστα για τον εντοπισμό των «δραστών-ταβερνιάρηδων» αναπτύχθηκε συνεργασία μεταξύ των αστυφυλάκων και των κρασοπατέρων θαμώνων των λαϊκών ταβερνείων. Οι τελευταίοι κάρφωναν το βλέμμα τους στον ύποπτο ταβερνιάρη και αν ανακάλυπταν
    βιδάνιο, έσπευδαν να τον καταδώσουν στην Αστυνομία.
    Με το πέρασμα των χρόνων το φαινόμενο σχεδόν εξαφανίσθηκε. 
    Η επανεμφάνισή του ας αφυπνίσει και το ενδιαφέρον των υγειονομικών αρχών.

Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

Πίσω από τα κάγκελα

Μετά τον εμφύλιο η ζωή στις γειτονιές της Αθήνας δεν ήταν εύκολη…
Η πλειοψηφία προσπαθούσε να ορθοποδήσει με το μεροκάματο ..μέσα στην οικογένεια όλοι προσπαθούσαν να συνεισφέρουν με τον τρόπο του ο καθένας και ανάλογα με τις δυνάμεις του και την ηλικία του.
Το νυκτερινό σχολείο είχε πολλούς μαθητές…από την δουλειά κατ΄ευθείαν και διάβασμα από την λίγη ώρα της μεσημεριανής ανάσας σε κάποιο ήσυχο σημείο του χώρου εργασίας τρώγοντας συγχρόνως από την καστάνια (τάπερ της εποχής) που έφερναν από το σπίτι.
Υπήρχε και η άλλη πλευρά που προτιμούσε την εύκολη λύση της μικροαπάτης…
της μπούκας…της ρεμούλας.
Τους γνώριζε η γειτονιά και τους είχε από μακριά….
Τα νοικιασμένα δωμάτια στις αυλές ήταν κάτι το συνηθισμένο…η λύση για αυτούς που δεν είχαν δυνατότητα να νοικιάσουν ένα κανονικό σπίτι με δική του τουαλέτα και λιγότερη φασαρία.
Τέτοιοι τύποι ήταν συνηθισμένοι ένοικοι…η αστυνομία μπαινόβγαινε συχνά…
Εικόνες συνηθισμένες να τον βγάζουν από το δωμάτιο και να τον πηγαίνουν στο τμήμα με χειροπέδες και αυτός να χαμογελάει και να χαιρετάει.
Γνωστή η συνέχεια…
Παραδίπλα θα κατέληγε στην Λ.Αλεξάνδρας στου ΑΒΕΡΩΦ…..τζάμπα στέγη και φαϊ και όταν θα έβγαινε θα πήγαινε πίσω στην αυλή που έμενε για του δώσει ο σπιτονοικοκύρης τον μπόγο με τα πράγματά του που του φύλαγε στο πλυσταριό.
Το δωμάτιο θα είχε νοικιαστεί….η επίπλωση η ίδια ….ένα ντιβάνι με σουμιέ και παλιό στρώμα….δυό καρέκλες και ένα τραπέζι μικρό.
Δεν δυσανασχετούσαν οι συναυλικοί για αυτούς τους τύπους και μάλιστα έλεγαν μεταξύ τους ότι όσο μένει μαζί τους δεν έχουν φόβο να τους την πέσει μπουκαδόρος….συνηθισμένος τρόπος διαρρήξεων τότε από το παλιό παράθυρο του δρόμου.
Έσπαγαν μια γρίλια άνοιγαν το μάνταλο και άρπαζαν ότι βρίσκανε…
Ακόμα και ρούχα και παπούτσια που τα «σκότωναν» στην συνέχεια στο Γιουσουρούμ.
Από εκεί «ντυνότανε» η φτωχολογιά….