Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017

Ποιος υποχρέωσε τους μπαρμπέρηδες να φορούν άσπρες μπλούζες και «να έχουν τους όνυχας βαθέως κεκομμένους».





του Ελευθέριου Σκιαδά 

Η θεραπεία των άσπρων μαλλιών με την «θαυματουργή» πιγμεντίνη .
Πριν από εκατό χρόνια τα πάντα γύρω από το βάψιμο των μαλλιών και των μουστακιών κινδύνευαν να ανατραπούν και ο περίφημος Μποτσαράκος με την «καραμπογιά» του να χάσει την αίγλη του. Η πολιτεία παρενέβαινε και με εγκυκλίους της προσπαθούσε να εξορθολογίσει τη λειτουργία των κουρείων. Πλέον, ο κουρέας και οι υπάλληλοι, ήταν υποχρεωμένοι να φορούν άσπρες μπλούζες, οι οποίες – όπως τονιζόταν – έπρεπε να είναι επιδεκτικές στο πλύσιμο! Επίσης, «ο κουρεύς και εν γένει πας υπάλληλος κουρείου οφείλει να έχη τας χείρας του τελείως καθαράς και τους όνυχας βαθέως κεκομμένους» και έπρεπε, απαραιτήτως, πριν ξεκινήσει την περιποίηση του πελάτη, να πλύνει τα χέρια του «διά μετουσιωμένου οινοπνεύματος ή κολώνιας, ή δι’ ύδατος αφθόνου και σάπωνος».






 Όσο για το βάψιμο των μαλλιών, μία υγειονομική διάταξη προσπαθούσε να τερματίσει τη χρήση της περίφημης μαντέκας και των μουστακοδετών! «Απαγορεύεται απολύτως η χρησιμοποίησις μαντέκας διά την στίλβωσιν του μύστακος πελατών ως και η χρησιμοποίησις μουστακωδετών», ανέφερε η εγκύκλιος. Εν πάση περιπτώσει, αν χρησιμοποιείτο μεταλλικός «μουστακοδέτης», έπρεπε να απολυμαίνεται με οινόπνευμα ή με φωτιά. Όσο για τις πετσέτες για το σκούπισμα των προσώπων και των χεριών μετά το ξύρισμα και το μανικιούρ, έπρεπε να χρησιμοποιούνται για έναν και μόνον πελάτη. Η πιγμεντίνη Το γεγονός που συντάραζε την Αθήνα του 1913, όμως, ήταν η νέα ανακάλυψη που άκουγε στο όνομα  πιγμεντίνη. Ήταν η εποχή κατά την οποία, πέραν της σύνδεσης του ασπρίσματος των μαλλιών με τα γηρατειά, θεωρείτο πλέον ότι επρόκειτο για ασθένεια. Οφειλόταν δε στην παρουσία στην τρίχα «κακοποιών μικροβίων», των «πιγμεντοφάγων», που κατέστρεφαν το χρώμα των τριχών. Έτσι ανακαλύφθηκε η «πιγμεντίνη», που φόνευε τους κακούς «πιγμεντοφάγους» και επιδρούσε με αποτελεσματικότητα στα μαλλιά και τα γένια παρέχοντας φυσικό χρώμα στις τρίχες. «Ας ελπίσωμεν ότι κατόπιν τούτων θα παύσωμεν μετ’ ολίγον καιρόν να βλέπομεν λευκοπώγωνα γεροντίδια και ότι αι λευκαί τρίχες, εις το εξής, θα θεωρούνται ασθένεια», έγραφε ο Γεώργιος Πωπ ξεσηκώνοντας τα πλήθη. Ακολούθησαν βαθυστόχαστες αναλύσεις επί αναλύσεων και οι πρωτοσέλιδες αναφορές έδιναν κι έπαιρναν. Δεν έλειψαν και οι κοινωνιολογικές αναλύσεις που ανέφεραν ότι ο άνθρωπος λευκαινόταν νωρίτερα και νεότερος από άλλοτε, διότι άρχιζε την πάλη της ζωής από την εφηβική ηλικία, οπότε τον γερνούσαν πρόωρα και του άσπριζαν τα μαλλιά οι μέριμνες για την απόκτηση περιουσίας. Όταν ο άνδρας έχοντας λίγα άσπρα μαλλιά αλλά σφριγηλός και πεπειραμένος αναζητούσε εργασία, «του την αρνείται πας τις ασπλάχνως». Όσο για τις γυναίκες, «η εμφάνισις των πρώτων λευκών τριχών εις την κόμην των δηλητηριάζει την ζωήν των και προ παντός εις τας ωραιοτέρας, αίτινες βλέπουσι χανόμενα τα θέλγητρα και καταρρέουσαν την ωραιότητά των»! Οπότε η «πιγμεντίνη» θα αναλάμβανε να αποκαταστήσει τα πράγματα. Ουσιαστικά επρόκειτο για φυσική χρωστική ουσία (pigment = χρωστική), αλλά η υπόθεση των «πιγμεντοφάγων» προβλημάτισε πολλούς. Ορισμένοι πρότειναν το ξύρισμα των μαλλιών, ώστε να καταστρέφονται τα φθονερά και αόρατα μικρόβια που έτρωγαν τη νιότη, αλλά υπήρχαν και εκείνοι που χρησιμοποίησαν διάφορα μικροβιοκτόνα προκαλώντας σοβαρές βλάβες στο τριχωτό της κεφαλής τους. Μπορεί οι σχετικές διαφημιστικές καταχωρίσεις να επικαλούνταν ανακοινώσεις που είχαν γίνει στη Γαλλική Ακαδημία Επιστημών από τον «ιατρό Κατέρς Γκλάσκου, έναν εκ των περιφημότερων σοφών του Ινστιτούτου Παστέρ», αλλά στην Αθήνα τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Το ενδιαφέρον εστιάστηκε στα αόρατα ζουζούνια που υποτίθεται ότι λεύκαιναν τις τρίχες και η παρέμβαση των υγειονομικών Αρχών φαίνεται πως απέτρεψε την κυκλοφορία του προϊόντος πριν γίνουν κασίδηδες οι μισοί Αθηναίοι. 



πηγή http://mikros-romios.gr


 http://www.mixanitouxronou.gr

Πάμε σαν άλλοτε




ΑΘΗΝΑ

Εξοχικά κέντρα στις όχθες του Ιλισσού ποταμού το 1865 !

https://www.facebook.com

Οι προληπτικοί της Παλιάς Αθήνας και το «ποδαρικό»…


Οι προληπτικοί της Παλιάς Αθήνας και το «ποδαρικό»…

«Όλες οι άλλες προλήψεις και δεισιδαιμονίες που ακολουθούν σαν μακρυά ουρά δια μέσου των ετών τη γιορτή της Πρωτοχρονιάς είνε μηδέν μπροστά στο «ποδαρικό»! Αυτό κατέχει την πρωτεύουσαν θέσιν εις την θρησκείαν του προληπτικού

Όλο το χρόνο έχει το καρδιοχτύπι μήπως του κάνει κανείς γρουσούζης «ποδαρικό» την Πρωτοχρονιά. Κι’ όταν πια ζυγώνουν οι μέρες ανησυχεί ολόκληρος η οικογένεια:
-Πρόσεξε Μαρία, ποιος θα μας κάνη ποδαρικό!
-Το νου σου Μαρία!
-Τα μάτια σου δεκατέσσερα!

Από το πρωί της παραμονής εφιστάται η προσοχή της υπηρετρίας. Και αρχίζει το «αναμνηστικόν» να δίδη πολυτίμους πληροφορίας:
-Ο γαλατάς είνε πολύ γρουσούζης. Πέρυσι μπήκε πρώτος στο σπίτι και μας πήγαν όλα τύφλα και μούντζα!
-Αμ’ ο καρβουνιάρης πρόπερσι; Φοβερό πράμμα!
-Μωρ’ καλά λες! Πρόπερσι δεν ήτανε που έκανε την κατάχρησι ο Νίκος και τον διώξανε απ’ την Τράπεζα;
-Πρόπερσι, πρόπερσι!
-Το νου σου Μαρία τον καρβουνιάρη!
-Και το γαλατά!... Θυμόσαστε πέρυσι που χάναμε όλο το χρόνο στις κούρσες;
(σ.σ. εννοεί το τζόγο του Ιππόδρομου)
-Ναι, ναι, και το γαλατά Μαρία !... Μην τον αφήσης να μπη γιατί καήκαμε! Κλείστου την πόρτα στα μούτρα!







Οι εντολές δίδονται λεπτομερώς και σοβαρώτατα. Η οικογένεια πιστεύει ακραδάντως ότι η αιτία που εδιώχτηκε από την Τράπεζα ο Νίκος, ο οποίος είχε κάνη κατάχρησι, ήταν ο ατυχής καρβουνιάρης! Και ακόμη ότι έφταιγε ο αθωότατος πλανόδιος γαλατάς επειδή πέρυσι δεν εκέρδιζαν στις κούρσες!

Ξέρω μια κυρία που εχώρισε με τον άντρα της διότι συνελήφθη επ’ αυτοφώρω απιστούσα. Το απέδωσε σ’ ένα φίλο του σπιτιού που της είχε κάνη ποδαρικό την Πρωτοχρονιά! Γνωρίζω επίσης άνθρωπον ο οποίος ανέβαλε όλες τις σοβαρές δουλειές του και μεταξύ αυτών και τον γάμον του για έναν ολόκληρο χρόνο επειδή του έκανε ποδαρικό κάποιος γνωστός του θεωρούμενος «γρουσούζης».

Ξέρω ακόμη άλλον ο οποίος επερίμενε έξω από την πόρτα του σπιτιού του ολόκληρη νύχτα για να ξημερώση και να περάση κανένα παιδάκι να το μπάση μέσα, επειδή φοβότανε ότι ο εαυτός του είχε κακό ποδαρικό! Ξέρω τέλος άλλον που έφερνε την ξαδέρφη του απ’ τη Θεσσαλονίκη κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς ειδικώς για να μπή πρώτη στο σπίτι μόλις αλλάξη ο χρόνος επειδή τη θεωρούσε «γουρλίδισσα»!

Ο προληπτικός είνε δυστυχής θνητός την Πρωτοχρονιά. Ακούει κουδούνι και πάει η ψυχή του στην Κούλουρη! Τρέμει ακόμη μήπως του χυθή λάδι, αλάτι ή μελάνη, μήπως δη μαύρη γάτα, ή μήπως δεν του πή «καλημέρα» και «χρόνια πολλά» ο πρώτος άνθρωπος που θα συναντήση. Και είνε ικανός αν δή το πρωί της Πρωτοχρονιάς κανένα παπά να δέση κόμπο στο μαντήλι του!»
 («ΕΘΝΟΣ», 1939 «ΕΥ»)

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΜΕ ΥΓΕΙΑ

Θωμάς Σιταράς (Αθηναιογράφος)

http://paliaathina.com/gr

Ένας πολύ συνηθισμένος καβγάς

ΠΑΛΙΑ ΑΘΗΝΑ


Οι Παλιοί Αθηναίοι ήταν ιδιαίτερα περίεργοι. Με το παραμικρό έτρεχαν μη και χάσουν το «θέαμα». Κάποιοι εκμεταλλεύονταν όλη αυτή την αναστάτωση και το… έσκαγαν από καφενεία και ταβέρνες χωρίς να πληρώσουν.

Η σκηνή σ’ένα εξοχικό καφενείο του Χαλανδρίου:

«Ένας από τη συντροφιά εσηκώθηκε έξαφνα και ετοιμάσθηκε να τρέξη.

-Τι είνε; Τι τρέχει; Ερώτησαν οι άλλοι.

-Καυγάς, είπεν ο πρώτος. Και εξηφανίσθη.

-Καυγάς, επανέλαβαν από τα άλλα τραπέζια.

Και εν ακαρεί, όλοι σχεδόν οι θαμώνες του εξοχικού καφενείου ευρέθησαν όρθιοι. Μια αστυνομική σφυρίκτρα έδωσε το σύνθημα του συναγερμού και της τρεχάλας. Και δια μιάς όλα τα τραπέζια και οι καρέκλες εγκαταλείφθησαν, όλοι δε οι θαμώνες άρχισαν να τρέχουν προς το μέρος της συμπλοκής. Δύο-τρεις μόνον, οι ολιγώτερον περίεργοι έμειναν εις τα θέσεις των.

-Κάθισε βρε αδελφέ, δεν είνε τίποτε.

Αλλά ποιος να καθήση. Μερικοί μάλιστα για να μη χάσουν την ατραξιόν που τους προσεφέρετο έτσι απροόπτως, ανέτρεψαν στη βία τους τις καρέκλες και τα τραπέζια.

Ύστερα από λίγο επέστρεψε ο πρώτος κάθιδρος και ασθμαίνων.

-Τι ήταν λοιπόν;

-Ωχ αδελφέ, τίποτε. Κάποιος έδειρε ένα φυστικά.

Αλλ’ έξαφνα επενέβη το γκαρσόνι:

-Δεν συνέβη τίποτε; Τι λέτε κύριοι πως δεν συνέβη. Από ένα τραπέζι μου σκάσανε 15 δραχμές.

Και επρόσθεσε με έναν βαθύν στεναγμόν:

-Ακούς δεν συνέβη τίποτε!

Μετ’ ολίγον εθεάθη άλλο γκαρσόνι να ψάχνη. Έψαχνε να εύρη 8 δραχμές για δύο καφέδες.

Η σκηνή που περιέγραψα είνε από τις συνιθισμένες, αλλά και από τις πιο θλιβερές για τα γκαρσόνια. Μια ανάλογη σκηνή ενέπνευσε κάποτε στο Σουρή αυτούς τους στίχους:

Περνά το πυροβολικό
Απ’ τα Χαυτεία, τι κακό!

Κι’ από ανάμικτες φωνές
Βουίζει ένας καφενές

Όλοι φωνάζουν να, να,
Το πυροβολικό περνά.

Κι’ όλοι πετιούνται με ορμή
Και σχηματίζουν μια γραμμή

Να ιδούν το θέαμα αυτό
Αλλά κανόνι δυνατό

Ένοιωσε απ’ όλους μοναχός
Ο καφεπώλης ο φτωχός

Όσοι εβγήκαν πεταχτά
Να ιδούν του Κρούπ τα τρανταχτά

Για τον καφέ τον πρωινό
Δεν του επλήρωσαν λιανά!
Αλλά, όπως βλέπετε αυτές οι καταστροφές δεν συμβαίνουν μόνον όταν περνά το πυροβολικό. Συμβαίνουν και όταν εμφανίζεται η ασήμαντος αφορμή. Και η ασήμαντος αφορμή είνε εμφάνισις συχνοτέρα του πυροβολικού. Και τα γκαρσόνια τρέμουν την εμφάνισίν της.

Υποθέσατε ότι δύο Έλληνες αστειεύονται και ότι υψώνουν τας ράβδους.

-Άθλιε!

-Δολοφόνε!

Τρέχουν αμέσως όλοι οι στυφύλακες και όλοι οι θαμώνες του καφενείου. Και όλοι αυτοί επιστρέφουν σε λίγο ευθυμότατοι για να διηγηθούν το πάθημά τους. Ένας μόνον δεν γελά: ο σερβιτόρος. Μόνον αυτός θα εξακολουθή να υποστηρίζη μέχρι βαθείας νυκτός ότι το επεισόδιον ήτο αιματηρότατον…

Κάποτε ηκούσθη και ένας τρομερός κρότος. Όλοι έτρεξαν να ιδούν τι συμβαίνει. Ένας μόνον έμεινε στη θέσι του. Αυτός ηρκέσθη να ζητήση πληροφορίας από το γκαρσόνι που μετέφερε ένα απλήρωτο δίσκον.

-Τι τρέχει Γιάννη; Τι κρότος ήταν αυτός;

-Μα δεν λογάριασα ακόμα κ. Κώστα… Θα λογαριάσω και θα σας πώ… ».

ΕΘΝΟΣ, 1939, Τίμος Μωραϊτίνης

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017

Καθένας με τον πόνο του !

Για γέλια και για κλάματα !


Ν.ΥΟΡΚΗ Η.Π.Α.


Σχόλιο του A.H. Διαματάρη: Μια συνομιλία με τον Πάνο Καμμένο


Ο υπουργός Αμυνας της Ελλάδας, Πάνος Καμμένος, μου τηλεφώνησε την Πέμπτη, αργά το απόγευμα, απαιτώντας -και απειλώντας- να ανακαλέσω το σχόλιό μου –με τίτλο «Κοροϊδία χωρίς όρια»– ισχυριζόμενος ότι είναι ανακριβές και ότι «δημιουργώ αρνητικό κλίμα» για την εδώ επίσκεψή του.
Εξυπακούεται -για όσους τουλάχιστον γνωρίζουν τον «Εθνικό Κήρυκα»- ότι θα έσπευδα όχι μόνο να ανακαλέσω, αλλά και θα ζητούσα και συγγνώμη δημόσια, αν όντως το σχόλιο περιείχε ανακρίβειες, κάτι το οποίο βέβαια και του τόνισα.
Ο Υπουργός όμως επέμενε ότι διέθετε στοιχεία που επιβεβαίωναν τις ανακρίβειές μου. Επέμενα λοιπόν να μου τα στείλει. Οντως, μου έστειλε την πρόσκληση που έλαβε -από το Greek American Inaugural Reception- για να παραστεί στη δεξίωση προς τιμήν των ομογενών αξιωματούχων.
Θα αποφύγω -από σεβασμό στη θέση του- να χαρακτηρίσω τα… στοιχεία.
Αν διάβαζε προσεκτικά το σχόλιό μου θα διαπίστωνε ότι εγώ δεν έγραψα ότι δεν είχε πρόσκληση. Εγραψα ότι αυτοπροσκαλέστηκαν – με τον Νίκο Παππά. Επίσης έγραψα ότι κοροϊδεύουν τον ελληνικό λαό διασπείροντας με τα «παπαγαλάκια τους» πληροφορίες ότι δήθεν θα έχουν συνομιλίες ουσίας με στελέχη της νέας κυβέρνησης.
Για λόγους δικαιοσύνης παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από το επίμαχο σχόλιό μου για να μπορεί ο κάθε ένας να κρίνει μόνος του:
«Οταν, όπως είναι φυσικό, οι διπλωματικές Αρχές της Ελλάδας στην Αμερική πληροφορήθηκαν για τη δεξίωση -προσθήκη: προς τιμήν των ομογενών- ζήτησαν -και πώς θα γινόταν- και εξασφάλισαν θέσεις στη δεξίωση και για δυο υψηλόβαθμα μέλη της ελληνικής κυβέρνησης: Τους κ. Νίκο Παππά, δεξί χέρι του Πρωθυπουργού και του υπουργού Αμυνας Πάνου Καμμένου.
Θα μου πείτε, γιατί όχι;
Θα συμφωνούσα, υπό τον όρο ότι δεν θα επιχειρούσαν την παραπληροφόρηση του ελληνικού λαού, ότι δήθεν… θα έχουν συσκέψεις με στελέχη του Λευκού Οίκου και ότι θα θέσουν επί τάπητος θέματα όπως το ΔΝΤ και το Κυπριακό – όπως τα «παπαγαλάκια» τους μεταδίδουν στην Ελλάδα. Τέτοια συμπεριφορά είναι ανάξια της Ελλάδας.
Οτι θα βγάλουν κάποια φωτογραφία με τον κ. Πρίμπους και τον κ. Τζιτζίκο στη δεξίωση -τι το πιο εύκολο- θα βγάλουν. Ολοι θα βγάλουν μια φωτογραφία μαζί τους στο σύντομο χρονικό διάστημα που θα παραμείνουν εκεί».
Οφείλω, όμως, να ομολογήσω ότι όντως διέπραξα ένα λάθος: Δεν φαντάστηκα ότι σε μια άσχετη δεξίωση, έτσι στο πόδι, ο Υπουργός Αμυνας της Ελλάδας θα απένειμε βραβείο των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας του σε κάποιον.
Κατ’ αρχήν δεν κατάλαβα γιατί βράβευσε τον κ. Πρίμπους. Μήπως έχει προλάβει να προσφέρει καμιά υπηρεσία στις Ενοπλες Δυνάμεις της Ελλάδας;
Δεύτερον, θα σκεπτόταν κανείς ότι υπάρχει ο τόπος και ο χρόνος για την απονομή βραβείων.
Ο τρόπος που το έκανε δείχνει «επαρχιωτισμό» ανεπίτρεπτο για υπουργό Αμυνας. Μα, επιτέλους, έχασε ο Ελληνας την αξιοπρέπειά του;
Τώρα, όσον αφορά την απειλή ότι αν δεν ανακαλέσω θα μου κάνει μήνυση: Θα το θεωρούσα άνευ σημασίας, ως μια έκφραση εν βρασμώ ψυχής, αν δεν ήταν υπουργός, αν δεν είχε το προηγούμενο που έχει με δημοσιογράφους στην Ελλάδα, κι αν δεν ήταν μέλος μιας κυβέρνησης που είναι πέρα έως πέρα φανερό ότι επιχειρεί να εκφοβίσει -και άρα να ελέγξει- τα ΜΜΕ.
Προφανώς ο κ. Καμμένος δεν γνωρίζει ούτε εμάς, ούτε και την αμερικανική νομοθεσία, σύμφωνα με την οποία, «η αλήθεια αποτελεί την απόλυτη άμυνα» σε κάθε περίπτωση και περισσότερο όσον αφορά τα δημόσια πρόσωπα.
Αν κάτι λοιπόν επιβεβαιώνει αυτή η θλιβερή ιστορία, είναι οι τάσεις αυταρχισμού της δήθεν αριστερής κυβέρνησης της χώρας μας, απόδειξη μικρών ανθρώπων που δυστυχώς κατέχουν υψηλές θέσεις.

@AHDiamataris

Πώς γιόρτασε τις χρονιάρες μέρες η νεόπλουτη Γαρεμφούλα

ΠΑΛΙΑ ΑΘΗΝΑ



Κλασικός τύπος νεόπλουτης εκείνης της εποχής, ήταν και η καλοπαντρεμένη  Γαρεμφούλα. Οι επιστολές που υποτίθεται πως έστελνε τακτικά στη μητέρα της στο χωριό, στο Μενίδι, διαβαζόντουσαν με ιδιαίτερη προσοχή και ευχαρίστηση από τους αναγνώστες του περιοδικού «Σκέρτσο» (1925). Απολαύστε πώς ευχήθηκε στους γονείς της στις γιορτές της Πρωτοχρονιάς:

«Αείμνυστον μύτερ μου,

Με υγείαν και επτυχήαν σού απέφχομαι ίνα διέλθης το νέον έτος, το οποίον διά να ξέρης και να το λές εις της γειτώνισες, λέγεται μπόν και ζωαγιέ αννέ, όπως το ομιλούμεν εμείς οι γαλλικομαθές. Ζωαγέ επισημαίνει μπαιγνιώδες και μην το παραξηγήσις περικαλώ.

Έν τοιούτοις είμαι πολύ τεθλιμμένη ένεκεν ότι ποσώς δύνομαι να έλθο εις τους ηγαπητούς μου Μενιδίους, προς πέρασιν ομού μετ’ εσού και του πατήρ μου της χρονιάρας απτής ημέρας.

Αλλά υπό τύπον κοζμικής κερίας της αριστοκρασίας όπου κατήντισα, είμαι υπόχρεως να υπεριποιηθώ τας σχέσεις μου δίδων την επαύριον παραμονήν μέγαν υποδεξίωσις, όπου κοπτομένη η βασιλόπηττα, έτεροι μέν θα περιπαίξουν μαζόγκ και ραμί, το οπήον τα παιγνίδια της μοδός, και έτεροι θα χορέψουν υπό τον φλοίσβον της τζαζμπάν, τούθ’ όπερ διά να αντιληπτής, τα ευρωπαϊκά κλαπατσίμπανα.

Ο μίστερ Κόλλιας (σ.σ. ο ματσωμένος σύζυγος) ήθελε να προσεκαλέσωμεν και ρομπίαν (σ.σ. εννοεί ρομβία, δηλαδή λατέρνα), χάρην περισσότερον μεγαλέιον, αλλά όμως μηά φίλλη μου του συρμού (σ.σ. του λαού) ειπούσα μοι ότι το τοιούτον ποσώς ενδιατρήβει εις τα καλλά σαλώνια, το απέριψα ομοφώνως.

Αν ερωτείς και περί μπουναμάδες, μάθε ότη σου απεστέλω μετά του υποφαινωμένου κομιστού ένα τσεμπέρηον, τελεπταίαν κραυγήν της μοδός, τούθ’ όπερ ποικιλιόχρωμον και φαραώ, ο δε σύζυξ μου του εριτίμου πατήρ μου μίαν νεαρωτάτης εφεύρεσις μηχανήν, ίνα διά να αποβουτυρώνη καλήτερα το τυρί.

Και πάλιν το νέον έτον όπως περιποθείτε.

Μετά σπασμών αμφοτέρους

Μανδάμ Γαρεμφούλα»

Σε όλες αυτές τις νεόπλουτες… Γαρεμφούλες, ο Γ.Σουρής φρόντιζε με τη σατυρική του πένα να υπενθυμίζει την αριστοκρατική καταγωγή τους. Το παρατσούκλι που τους είχε κολλήσει ήταν αι «ντιστενγκέ», από τη γαλλική λέξη για το «ξεχωριστός».

Βρακιά εφόρει ο μπαμπάς και η μαμά τσεμπέρι
Κι’ εμάλλωνε στις γειτονιές ημέρα μεσημέρι

Κι’ εγώ δασκάλα έτρεχα εις μίαν άλλην κώμην
Και με ραδικοβλάσταρα συχνάκις ετρεφόμην

Μα τώρα είμαι ντιστενγκέ και τρίχαπτα φορώ
Και μόλις την Βασίλισσαν ως ίσην θεωρώ

Το τραγούδι «Παιδιά της Ελλάδος Παιδιά» ...




...δεν εμψύχωσε μόνο τους φαντάρους στο μέτωπο, αλλά ήταν και η αρχή του έρωτα της Σοφίας Βέμπο με τον Μίμη Τραϊφόρο. Πώς γράφτηκαν τα υπόλοιπα τραγούδια της 




«Παιδιά της Ελλάδος παιδιά,
που σκληρά πολεμάτε πάνω στα βουνά,
παιδιά στη γλυκιά Παναγιά,
προσευχόμαστε όλες, να ‘ρθετε ξανα..
Με της Νίκης τα κλαδιά, σας προσμένουμε παιδιά..»
Το τραγούδι αυτό πέταξε στην Αλβανία, στα βουνά της Ηπείρου και αργότερα στο Ελ Αλαμέιν εμψυχώνοντας τα ελληνικά στρατεύματα.
Ήταν το πρώτο τραγούδι της δόξας του ’40, το τραγούδι που έφερε έκρηξη στην καριέρα της Βέμπο.
Το θέατρο «Μόντιαλ», όπου εμφανιζόταν η τραγουδίστρια, γεμάτο σε όλες του τις παραστάσεις παραχωρούσε τις μισές από τις καθημερινές του εισπράξεις για την ενίσχυση του ελληνικού στρατού.
Το «Παιδιά της Ελλάδος Παιδιά» υπήρξε η αφετηρία του μεγάλου έρωτα της Σοφίας και του Μίμη Τραϊφόρου.
«Ενός έρωτα που έπεσε σαν οδοστρωτήρας στη ζωή μου και δεν άφησε όρθιες ούτε τις αναμνήσεις μου», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Τραϊφόρος. «Ήμουν γεμάτος δέος απέναντι σ’ αυτή τη γυναίκα. Γιατί το μόνο που σου επέτρεπε ήταν να τη σέβεσαι. Δεν τολμούσα να σηκώσω τα μάτια μου να την κοιτάξω».

Με την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου άρχισε ο μεγάλος τους έρωτας.
Τους χώρισε μόνο ο θάνατος της τραγουδίστριας.
Συναντιόντουσαν καθημερινά κρυφά στο Ζάππειο.
Κρυφά γιατί η Σοφία παρόλο που ήταν φτασμένη τραγουδίστρια και συντηρούσε την οικογένειά της, ζούσε κάτω από αυστηρές οικογενειακές αρχές και δεν ήθελε να δίνει δικαιώματα. Ως μεγαλύτερη ήθελε να είναι παράδειγμα για τα αδέλφια της.
Γεγονός ότι τόσο ο Τζώρτζης, όσο η Αλίκη αλλά και ο Ανδρέας δεν τόλμησαν ποτέ να της παρουσιάσουν κάποιο τους φλερτ.
Ένα εύστοχο σχόλιο για της αρχές της έκανε ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης, μουσικοσυνθέτης και δημιουργός της ελληνικής οπερέτας:
«Η είσοδος της δεσποινίδος Βέμπο εις το θέατρον είναι ένα από τα αξιοσημείωτα γεγονότα, διότι εσήλθεν εις το θέατρον, το σπίτι, η οικογένεια, το κορίτσι».
Τα τραγούδια του μετώπου
Την ίδια εποχή, ο Γιώργος Οικονομίδης και ο Πωλ Μενεστρέλ, που υπηρετούσαν μαζί τη θητεία τους, έβαλαν ελληνικούς στίχους στη μελωδία του ιταλικού τραγουδιού «Reginella Campangola».
Έτσι προέκυψε το θρυλικό «Κορόιδο Μουσολίνι» ή «Με το χαμόγελο στα χείλη».
Αυτό το τραγούδι-σταθμός του ’40, που το ερμήνευσε η Βέμπο, αλλά και ο Νίκος Γούναρης, έγινε αμέσως πατριωτικός ύμνος.
«Κορόιδο Μουσολίνι, 
κανείς σας δεν θα μείνει 
εσύ κι η Ιταλία η πατρίδα στο η γελοία 
τρέμετ’ όλοι το χακί»
Το 1941 η Βέμπο ερμήνευσε το «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του», παρωδία του Γ. Θίσβιου πάνω στη μεγάλη προπολεμική επιτυχία του Θ. Σακελλαρίδη «Πλέκει η Βάσω τα προικιά της».
«Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του 
και τη σκούφια την ψηλή του μ’ όλα τα φτερά 
και μια νύχτα με φεγγάρι την Ελλάδα πάει να πάρει 
βρε τον φουκαρά!»

Η Ελλάδα γέλαγε με τις μεγαλόστομες απειλές του Ντούτσε, καθώς φανταζόταν ένα κοντόχοντρο γελοίο ανθρωπάκι να τριγυρνά μαδημένο και να ξεφουσκώνει σαν αποκριάτικο μπαλόνι. Αυτή η γελοιοποίηση του Ντούτσε αποδυνάμωνε τον τρόμο του πολέμου, γιγάντωνε το ηθικό του στρατού και έδινε κουράγιο.
Όταν η Βέμπο τραγούδησε το «Στον πόλεμο βγαίνει ο Ιταλός» παρωδία του Γ. Θίσβιου πάνω στη μεγάλη επιτυχία « Στ’ Λαρσα βγαιν’ ο Αυγερινός» χάλαγε ο κόσμος.
«Που ‘σαι ορέ Μπενίτο; 
– Κρυμμένος στη σπηλιά 
-Κατέβα παρακάτω 
-Φοβάμαι τον τσολιά. 
Και είχε ακόμα την τόλμη και το σθένος να τραγουδάει στίχους όπως:
«Ντούτσε κορόιδο, τα έκανες ρόιδο αφότου φοράς το χακί 
και νόμιζες τη Μεσόγειο λίμνη φασιστική 
Γκάφα σου πρώτη που πίστεψες ότι η Ελλάς σκλάβα ζει, παλαβέ 
και σου απάντησαν οι Έλληνες με το «Μολών Λαβέ». 

Το «Μας χωρίζει ο πόλεμος» το έγραψε τον χειμώνα του 1941 ο Σουγιούλ, που υπηρετούσε τη θητεία του και το έμαθε στη Βέμπο από το τηλέφωνο, παίζοντας ακορντεόν μέσα σε κάποιον τηλεφωνικό θάλαμο. Κάθε φορά που το ερμήνευε ολονών τα μάτια βουρκώνανε, μαζί με εκείνα των γυναικών που είχαν αγαπημένα τους πρόσωπα στο μέτωπο.
«Μας χωρίζει ο πόλεμος, μα θεριεύει η ελπίδα 
πως για την γλυκιά πατρίδα φεύγω τώρα εκδικητής 
Μας χωρίζει ο πόλεμος μ’ αν με νιώθει η ψυχή σου 
φέρνε με στην προσευχή σου να γυρίσω νικητής».

Το 1940 ήταν η δεκαετία που η Σοφία πήρε ενεργά μέρος στις πολιτικές εξελίξεις της Ελλάδας και έγινε σύμβολο σφραγίζοντας με τη φωνή της την αντίσταση ενάντια στον κατακτητή. Έγινε μούσα των στρατιωτών, τραγουδίστρια όλων των Ελλήνων «τραγουδίστρια της Νίκης».

Και τα μυαλά στα κάγκελα!




Τα πρώτα κάγκελα στα πεζοδρόμια της Αθήνας τοποθετήθηκαν το 1934 στα Χαυτεία, σε μια προσπάθεια της τροχαίας να περιοριστούν τα ατυχήματα με τους πεζούς.
http://paliaathina.com/gr

Συναγερμός στην παλιά γειτονιά. Ενεφανίσθη κουτσομπόλα!

Συναγερμός στην παλιά γειτονιά. Ενεφανίσθη κουτσομπόλα!

Ένας κλασσικός γυναικείος τύπος της Παλιάς Αθήνας, που δεν έλλειψε από κανένα στενοσόκακο.

Ασφαλώς και θα έχετε διαβάσει άπειρες περιγραφές –συνήθως χιουμοριστικού χαρακτήρα- για το επικίνδυνο αυτό κουσούρι, που τόσο έξυπνα εμείς οι άρρενες το έχουμε φορτώσει στο γυναικείο φύλο. Αυτή όμως που σας παρουσιάζω σήμερα έχει, όπως θα διαπιστώσετε, κάτι το ξεχωριστό. Από τα πρώτα του κιόλας βήματα στο δημοσιογραφικό χώρο  («Ελεύθερον Βήμα», 1938) ο συμπαθέστατος Δημήτρης Ψαθάς δίνει δείγματα δυνατής πέννας…

«Τρέμε γειτονιά! Τρέμετε παντρεμένες, χήρες και κορίτσια, τρέμετε θήλεα δυστυχισμένα, όσα η κακή μοίρα ετοποθέτησε μέσα εις την ακτίνα της δράσεώς της. Τρέμετε όσες παρεκκλίνατε απ’ την οδόν της αρετής, όσες τυχόν παραπατήσατε κι’ έχετε μυστικά κι’ απόρρητα από εκείνα που πρέπει να σκεπάζη πυκνός πέπλος. Η κουτσομπόλα θα τα ανασύρη. Τηλεβόαν  θα πάρη η ακριτομύθειά της και θα τα κάνη βούκινο.

-Έμαθα, που λες, κάτι ματάκια μου…

-Για ποιον;

-Άσε, δεν θέλω να μιλήσω να μη μου λένε πως κάθομαι και κουτσομπολεύω τον ένα και τον άλλονε…

Αλλά κι’ εσείς ακόμα που βαδίζετε στον ίδιο δρόμο, όσες δεν έχετε μπλέξη σε υπόπτους υποθέσεις κι’ είνε η ζωή σας βιβλίο ανοιχτό, αλλοίμονό σας! Από την στιγμή που ο διάβολος την έφερε στο δρόμο σας, οι πιο απλές κι’ αθώες ιστορίες σας θα περιβληθούν τον πέπλο μυστηρίου. Θα τις ακούνε οι γειτόνισσες, θα χτυπούν με κατάπληξιν τα χέρια, θα υψώνουν με φρίκην στον ουρανό τα μάτια.

-Αχ, μη μου το λες, γειτόνισσα!

-Ναι, ματάκια μου, να σε χαρώ. Από το σιγανό ποτάμι να φοβάσαι, που λέει ο λόγος…

Ναι, ματάκια της να σας χαρή! Απίστευτα είνε αυτά που λέει, αλλά απ’ τις σιγανοπαπαδίτσες να φοβάται κανείς, που λέει ο λόγος. Κι’ η ίδια δεν τα φανταζόταν. Κι’ όμως τάμαθε, χαρτί και καλαμάρι όλα. Μη της ζητάτε περισσότερα. Μη την πιέζετε και την στενοχωρήτε. Δεν θέλει, δεν μπορεί ν’ αποκαλύψη τις πηγές των πληροφοριών της. Εκτός πια αν της δώσετε τον λόγο σας ότι δεν θα τα πήτε πουθενά, οπότε:

-Άκου το λοιπόν, να σου πω.

-Για λέγε, χριστιανή μου.

-Ήμανε χτες με τον Θανάση τον τσαγκάρη. Το λοιπόν μου λέει…

Τι της είπε; Φρίξον, ήλιε!
***

Κακιά; Προς Θεού! Μέλι στάζει το στόμα της. Γλυκά χαμόγελα ανθούν στο πρόσωπό της. Φως καλωσύνης αναδίδουν τα μάτια της. Όταν την συναντήσης για πρώτη φορά, νομίζεις πως η αγαθότης επήρε σάρκα και οστά και σου μιλεί:

-Ναι, χρυσέ μου.

-Δεν έχω δίκηο;

-Βουνό το δίκηο σου, παιδί μου.

Δεν ξέρει τι θα πη αντίρρησις. Άγνωστο πράγμα της είνε ο θυμός. Ξορκισμένη κάθε κακία απ’ αυτή! Ήλιος είνε που βρέχει καλωσύνην επί δικαίων και αδίκων. Τόσο, που σου κερδίζει με την πρώτη επαφή, μια κι’ έξω, την εμπιστοσύνη. Η θερμότης των αισθημάτων της κι’ η αιωνία διαχυτικότης της λυώνει τους πάγους των επιφυλάξεων κι’ ανοίγει τις πόρτες της καρδιάς. Χαρά μεγάλην αισθάνεται για τις χαρές σου. Συντριβή σωστή για τ’ ατυχήματά σου. Μέτοχος της ευτυχίας σου γίνεται στο λεπτό, παρηγορήτρια του πόνου σου.

-Τι να γίνη, παιδί μου; Άνθρωποι είμαστε.

-Αχ κυρά-Κατίνα μου.

-Σώπα παιδί μου. Ο Θεός είνε μεγάλος. Ώστε σ’ αφήκε ο παληάνθρωπος ε;…

Κι’ ύστερα, μόλις περάση το κατώφλι, παίρνει σβάρνα τις πόρτες. Τα μάθατε; Το και το…
Της είνε αδύνατο να κρατήση μυστικό, έστω και μια στιγμή. Έχει την ανησυχίαν του ρεπόρτερ που αγωνιά να μεταδώση την πληροφορία του, και την ευσυνειδησία του πρακτορείου των ειδήσεων, που αποστολήν του έχει να ενημερώνη το κοινόν.

Αλλά ο ρόλος της κουτσομπόλας δεν περιορίζεται σ’αυτό μονάχα. Είνε πολύ ευρύτεροι οι ορίζοντες της δράσεώς της.

Η κριτική διάθεσις είνε ανεπτυγμένη στην γυναίκα στον υπέρτατον βαθμόν, όταν κυρίως πρόκειται για την γειτόνισσά της. Ακούει, λοιπόν, με προσοχή όσα η μία λέει για τις άλλες, συμφωνεί, επιδοκιμάζει, εγκρίνει και πλειοδοτεί.



-Είνε κακονοικοκυρά η Ευτέρπη…

-Εμένα μου λες, παιδί μου;

Αυτής τα λέει, παιδί μου; Επήγε στο σπίτι της της προάλλες κι’ είδε την τσαπατσουλιά της κι’ έφριξε! Σπίτι είνε εκείνο; Ασκούπιστα, ασυγύριστα, μεσημέρι κρεββάτι άφτιαχτο, κουζίνα να κρατής τη μύτη σου! Τι λες, ματάκια της. Πω, πω, πω!... Κι’ενώ υποθερματίζει, το μάτι της επισκοπεί τα γύρω, πέφτει βιαστικά εδώ, εκεί, βυθίζεται στην πόρτα που ανοίγει πλάι, για να δη με μια γρήγορη ματιά τι ακριβώς συμβαίνει κι’ εκεί μέσα. Κι’ ύστερα μεταφέρει αλλού, μαζί, πληροφορίες και εντυπώσεις:

-Ξέρεις τι μου είπε για σένα, Ευτέρπη μου;

-Τι σου είπε;

-Κακονοικοκυρά. Ακούς την παληοβρώμα;

-Εγώ κακονοικοκυρά;

-Κάνε τη δουλειά σου, χρυσή μου. Σπίτι ειν’ αυτό. Σώνονται ποτέ οι δουλειές του;



Εμπρηστής εξ επαγγέλματος δεν θα έβαζε με τόση τέχνη την φωτιά. Δεν αρκείται μονάχα στις πληροφορίες που συγκεντρώνει. Κι’ είνε, από αυτής της απόψεως, πάντα άριστα πληροφορημένη. Το ενδιαφέρον της εισχωρεί έως τα πλέον μυστικά της οποιασδήποτε οικογενείας. Ημπορεί εσύ να εξέχασες τι έφαγες χθες, με ποιον ωμίλησες, τι είπες. Η κουτσομπόλα τα ξέρει και τα θυμάται όλα. Κινούμενον αρχείον είνε, που δεν διστάζει καθόλου να προσφέρη τις υπηρεσίες του προς διαφώτισιν του κόσμου. Μην επιχειρήσης να πης καλό για κανένα. Έχει πρόχειρα τα επιχειρήματα, που ανατρέπουν τις αντιλήψεις σου:

-Αυτή; Άσε με, καϋμένη, και δεν θέλω ν’ ανοίξω το στόμα μου…

-Γιατί; Ξέρεις τίποτε;

-Αν ξέρω; Και ποιος δεν ξέρει, μάτια μου;

Όλοι τα ξέρουν. Από το στόμα το δικό της, φυσικά. Γιατί ό,τι αρπάξη απ’ την μία το τρέχει με σπουδήν στην άλλη. Κι’ όταν η γειτονιά αναστατώνεται κι’ έρχονται στα χέρια οι γειτόνισσες, όταν σηκώνεται το τσόκαρο και βουίζει ο ντουνιάς από τις φωνές και το κακό, η ηρωίς που έβαλε την θρυαλλίδα στο μπαρούτι σταυροκοπείται με κατάπληξιν…

Μα τι έχουν, Θεούλη μου, και τρώγονται σαν τα σκυλιά!

Ιδέαν δεν έχει η καϋμένη. Ουδέ γάτα ήταν, ούτε ζημιά έκανε…»

Θωμάς Σιταράς (Αθηναιογράφος)
Διαβάστε περισσότερα στο www.paliaathina.com
http://www.protothema.gr