Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Υπουργείο Ναυτιλίας...για γέλια !




Αφού διαπιστώθηκε ότι δεν είχε τα νόμιμα παραστατικά

Φιάσκο: Λαθραία καύσιμα μετέφερε το δεξαμενόπλοιο που έστειλαν στην απάντληση του «Αγία Ζώνη»!

συνέχεια

Mια στάση στου Ψυρρή



Έκανα μια στάση σε μια μικρή γειτονιά κοντά στου Ψυρρή…
Θα μου πείς γειτονιά τι εννοείς….
Μερικές παλιές οικογένειες που μένουν ακόμα εκεί.
Μου αρέσει να τους ακούω να γυρίζουν πίσω και να θυμούνται.
Υπάρχουν ακόμα αυλές με καμαράκια.
Στα νειάτα τους δουλεύανε εκεί κοντά σε χοντρομπακάλικα
σε λαδάδικα…σε παπουτσίδικα…..
Ο πατέρας του ενός είχε τσαγκαράδικο ….πολλά μα πολλά χρόνια
πίσω.
Και αυτός παιδάκι τότε θυμάται τους πελάτες.
Ερχόντουσαν για να τους πάρει μέτρα ο πατέρας του
για παπούτσια.
Δέρματα στο χέρι επεξεργασμένα….λουστρίνια κυρίως.
Στη συνέχεια πήγαινε ο τσαγκάρης στο σπίτι του πελάτη
για πρόβα.
Μόνο να τους ακούς ηρεμείς αλλά και νοιώθεις παιδόπουλο.
Μέσα η αυλή απ΄έξω τα δύο δωμάτια τα νοικιάζει
για μαγαζιά.
Προσπαθούσα να καταλάβω πώς ήταν τότε το σπίτι.
Μπροστά το καθιστικό και το σαλόνι….στην αυλή η κουζίνα.
Τα μαγαζάκια θα κλείσουν σε λίγο….τι να πουλήσουν.
Τα ζητάνε να τα νοικιάσουν αλλοδαποί….έχουν οικονομικό
πρόβλημα…το σκέπτονται….κοιμούνται μέσα στα μαγαζιά
συνήθως οι αλλοδαποί…..
Ο άλλος ηλικιωμένος δούλευε σε γαλατάδικο εκεί κοντά
ενός θείου του…μοίραζε το γάλα ΑΣΤΥ στα γυάλινα μπουκάλια
με το καρότσι….το άφηνε στα σκαλοπάτια….έπαιρνε πίσω
το άδειο…όχι κανένας δεν το πείραζε….γέλασε όταν του είπα
τι θα γινότανε σήμερα….θα έπαιρναν και τον γαλατά μαζί …μου είπε.
Το γαλατάδικο του το άφησε ο θείος του και το εξέλιξε σε ΕΒΓΑΤΖΙΔΙΚΟ…
έβαλε τραπεζάκια με μάρμαρο από πάνω…σερβίριζε ζεστό γάλα…
ρυζόγαλα….πάστες….ταψιού γλυκά που έφιαχνε η γυναίκα του….
είχε και ΤΗΛΕΦΩΝΟΝ ΔΙΑ ΤΟ ΚΟΙΝΟΝ….εξυπηρετούσε
και τους κοντινούς γειτόνους….
“Κυρία Μαρία τηλέφωνοοοοοο….” φώναζε στην απέναντι.
Τους έβλεπες να λάμπουν τα πρόσωπά τους γυρίζοντας τόσα πολλά
χρόνια πίσω.
Τους υποσχέθηκα ότι θα ξαναπερνούσα….

Πώς φορολογούσαν τους πλούσιους στην αρχαία Αθήνα- γιατί το σύστημά τους δούλευε καλύτερα από το δικό μας






Το χρηματοπιστωτικό σύστημα των Αρχαίων Ελλήνων δεν ήταν στατικό αλλά εξελισσόμενο. Κατά την περίοδο του 5ου αιώνα και ειδικότερα κατά την διάρκεια του «Χρυσού αιώνα του Περικλέως» (450 π.Χ. - 429 π.Χ.) οι Αθηναίοι ωφελήθηκαν οικονομικά από τις συνεισφορές των συμμάχων τους (Συμμαχία της Δήλου).

Μάλιστα, το μεγαλύτερο μέρος πληρωμών για την κατασκευή του Παρθενώνα δόθηκε από αυτές τις συνεισφορές. Φυσικά, εδώ αξίζει να σημειωθεί ότι εκείνη την περίοδο μία άλλη μεγάλη πηγή άντλησης εσόδων για το Αθηναϊκό κράτος ήταν τα μεταλλεία του Λαυρίου. Παρά την μεγάλη μεταβλητότητα που παρουσίαζαν κατά καιρούς τα κέρδη των, είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τα μεταλλεία του Λαυρίου υπήρξαν μία από τις κύριες πηγές πλούτου της Αθήνας κατά την κλασική εποχή (5ος και 4ος π.Χ. αιώνας).


Περί τα μέσα του 4ου π.Χ αιώνα η Αθήνα έπαψε πια να αποτελεί μια Αυτοκρατορία και έτσι έπρεπε να χρηματοδοτήσει τις κρατικές της δαπάνες με τα δικά της μέσα. Χάρη των προσπαθειών δύο πολύ ικανών πολιτικών με εξαίρετες γνώσεις οικονομικών (Εύβουλος και Λυκούργος) κατάφερε να πετύχει τον σκοπό της.


Η διαχείριση των κρατικών δαπανών στην Αρχαία Αθήνα δεν ομοιάζει καθόλου σχεδόν με τον σημερινό τρόπο διαχείρισης κρατικών δαπανών. Στην αρχαία Ελλάδα και ειδικότερα στην αρχαία Αθήνα ήταν γνωστοί τόσο οι άμεσοι φόροι όσο και οι έμμεσοι. Ωστόσο για τους Αθηναίους (και όχι μόνον) των κλασικών χρόνων η άμεση φορολογία, τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο, θεωρούνταν προσβλητική και τυραννική. Η οποιαδήποτε φορολογία του σώματος, της εργασίας και της περιουσίας λογιζόταν ασυμβίβαστη προς την ιδιότητα του ελεύθερου πολίτη καθώς αντιμετωπιζόταν ως κάτι το ανελεύθερο. Ωστόσο στην πράξη δεν ήταν έτσι.


Η κρατική μηχανή δεν μπορεί να λειτουργήσει σωστά χωρίς την επιβολή άμεσης φορολογίας, η οποία επιτρέπει μια ακριβέστερη πρόβλεψη των ποσών που πρόκειται να μπουν στον δημόσιο κορβανά και επιπλέον μια πιο προγραμματισμένη και απρόσκοπτη εκτέλεση των δημοσίων δαπανών. Έτσι και στην αρχαία Αθήνα οι άμεσοι φόροι δεν ήταν κάτι άγνωστο. Δυο τέτοιοι ήταν π.χ. το μετοίκιον και το ξενικόν, οι οποίοι όμως δεν αφορούσαν τους Αθηναίους πολίτες. Τον πρώτο τον πλήρωναν οι μέτοικοι, οι ξένοι δηλαδή που έμεναν μόνιμα στην Αθήνα και απολάμβαναν αρκετά δικαιώματα που τους παρείχε η Αθηναϊκή Πολιτεία. Ο δεύτερος επιβαλλόταν στους ξένους που τύχαινε να παρεπιδημούν στην Αθηναϊκή επικράτεια.


Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ορισμένοι «οικονομολόγοι» της τότε εποχής συμβούλευαν τους κυβερνώντες να θεσπίζουν μέτρα που να προσελκύουν όλο και περισσότερους μετοίκους στη χώρα ώστε αυτοί να γίνουν οι κύριοι... κουβαλητές των φορολογικών βαρών της Αθήνας! Υπενθυμίζω ότι οι μέτοικοι ασκούσαν συνήθως επαγγέλματα που για τις τότε αντιλήψεις δεν έχαιραν μεγάλης εκτίμησης, όπως π.χ. αυτό της εμπορίας. Ίσως να ήταν και αυτό ένας από τους λόγους που «νομιμοποιούσε» την επιβολή άμεσου φόρου στους μετοίκους. Άλλωστε σε άμεση φορολογία υπόκεινταν όλοι όσοι ασκούσαν ατιμωτικά ή τυχοδιωκτικά επαγγέλματα, όπως π.χ. αυτά του πορνοβοσκού ή του θαυματοποιού, και ας υπήρχαν ανάμεσά τους ακόμη και Αθηναίοι πολίτες.


Οι Αρχαίοι Αθηναίοι κατά το δεύτερο μισό του 4ου π.Χ. αιώνα ανέπτυξαν έναν έμμεσο τρόπο φορολόγησης των πλουσίων, γνωστός ως «Λειτουργίες». Ο φόρος αυτόν απευθυνόταν κυρίως στους πιο οικονομικά ευκατάστατους/εύρωστους Αθηναίους της εποχής εκείνης (~1.200 Αθηναίοι στον συνολικό πληθυσμό των 30.000 ατόμων).


Υπήρχαν πολλά διαφορετικά είδη από «Λειτουργίες». Πιο συγκεκριμένα, οι πολίτες που διέθεταν περιουσίες μεγαλύτερες των τριών ταλάντων έπρεπε να εκτελούν διάφορες υπηρεσίες/«Λειτουργίες», όπως:

• Η χορηγία, η οποία συμπεριλάμβανε τη συγκρότηση χορού για τις δημόσιες γιορτές.


• Η γυμνασιαρχία, που υπέβαλε την υποχρέωση να εκπαιδεύονται στα γυμνάσια οι διαγωνιζόμενοι σε γυμναστικούς αγώνες.


• Η τριηραρχία. Η τριηραρχία αποτελούσε την σημαντικότερη και την πιο ακριβή υποχρέωση των τότε πλουσίων, ήταν μία υποχρέωση που αναλάμβανε ένας πλούσιος πολίτης να εξοπλίσει μια τριήρη (πολεμικό πλοίο) μόνο σε πολεμικές περιόδους.


• Η αρχιθεωρία, η αντιπροσωπεία δηλαδή που αποστέλλονταν στις τέσσερις μεγάλες πανελλήνιες γιορτές ή στη Δήλο και σε άλλους ιερούς τόπους. Στην περίπτωση αυτή, η πολιτεία κάλυπτε ένα μέρος από τα έξοδα.


• Τέλος η εστίαση ήταν η καταβολή των εξόδων για ένα γεύμα που παραθέτονταν την ημέρα μιας μεγάλης γιορτής σε όσους ανήκαν στην ίδια με το λειτουργό φυλή.


Επιπροσθέτως, ενώ οι «Λειτουργίες» ήταν εξαιρετικά ακριβές ποτέ δεν έπεσαν διαδοχικά στο ίδιο πρόσωπο, αλλά μόνο περιοδικά και μετά από μια διακοπή μερικών ετών. Εν τέλει, η φορολόγηση ήταν έτσι δομημένη που πάντα ήταν προς όφελος της πλειοψηφίας των κατοίκων. Τα φορολογικά βάρη λοιπόν στην Αθηναϊκή Δημοκρατία τα αισθάνονταν κυρίως οι «έχοντες και κατέχοντες».


Από την αρχαία Αθήνα δεν έλειπε και το κυνήγι των φοροφυγάδων, που συχνά έφθανε και σε ακρότητες. Οι φοροεισπράκτορες επιστράτευαν και μπράβους, που έμπαιναν με τη βία στα σπίτια και έψαχναν για χρήματα σε απίθανα σημεία. Έτσι, οι φοροφυγάδες για να γλυτώσουν έφθαναν συχνά στο σημείο να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους και να κρύβονται σε συγγενικά. Φυσικά, περιπτώσεις φοροδιαφυγής στην τότε εποχή ήταν τόσο λίγες που αποτελούσαν εξαιρέσεις και όχι κανόνα.


Αυτό έρχεται σε έντονη αντίθεση με τη σημερινή κατάσταση, κατά την οποία η χώρα μας κατέχει πρωτιές φοροδιαφυγής στην Ευρωζώνη. Πέραν τούτου, οι Έλληνες πολίτες και οι επιχειρήσεις είναι κατά μέσο όρο οι πιο βαριά φορολογούμενοι ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ, ενώ οι δείκτες που δείχνουν τα φορολογικά οφέλη υπό μορφή παροχής δημοσίων αγαθών και υπηρεσιών είναι από τους χαμηλότερους μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Την ίδια στιγμή, αυτά τα υψηλά ποσοστά φορολόγησης οδηγούν τόσο σε λιγότερες επενδύσεις όσο και στην άνθηση της παραοικονομίας.


Μήπως λοιπόν φαίνεται αν όχι επιτακτική ανάγκη, τουλάχιστον ωφέλιμο οι σύγχρονες δημοκρατίες να πάρουν μαθήματα από το παρελθόν;

πηγή:huffingtonpost.gr

Τα υπαίθρια βιβλιοπωλεία της πόλεως και οι συγγραφείς της μεγάλης... ευκαιρίας! Εκεί που τα φλογερά συγγραφικά όνειρα αναμένουν τους αναγνώστας




«Μεγάλοι συγγραφείς, μικροί συγγραφείς, άγνωστα ονόματα, ονειροπόλοι της μεγάλης δόξης που δεν εξεκινήσατε ακόμη, φτασμένοι συγγραφείς της μεγάλης κυκλοφορίας, σοφοί επιστήμονες με τα σοφώτερα συγγράμματα, άσοφοι άνθρωποι με εμβρίθιαν και δοκησίσοφοι που ελπίζετε να φτιάξετε όλα τα κακώς κείμενα εις τον κόσμον αυτόν... ενθάδε κείνται τα έργα της μεγαλοφυούς διανοίας σας! Ενθάδε κείνται τα όνειρά σας και η φήμη σας. Αι ελπίδες και τα φτερουγίσματά σας. Αι σοφαί σας γνώμαι και τα σκιρτήματα της φαντασίας σας! 
-Πόσο έχει μπάρμπα τούτο δώ; 
-Τρία τάλληρα παιδί μου. 
-Τρία τάλληρα; Θα αστειεύεσαι. Ένα και πολύ σου είνε! 
Και ας αναφέρη το βιβλίον ονομαστικήν τιμήν δραχμάς τριάκοντα!
 Είνε ένα πρωτότυπον εμπόριον του ποδαριού, που απεκρυσταλλώθη σε αθηναϊκόν θεσμόν. Μπροστά εις την Ακαδημίαν και το Πανεπιστήμιον, επάνω στα μαρμάρινα κράσπεδα του αυλογύρου των είνε απλωμένον και προσφέρει το πλούσιον περιεχόμενον του το υπαίθριον βιβλιοπωλείον. Και τι δεν μπορείτε να βρήτε μέσα εκεί εις της σειρές των βιβλίων, που ψήνει όλην την ημέρα ο ήλιος!  




 Έχετε παρακολουθήσει αυτό το πρωτότυπον βιβλιοπωλείον τας ώρας της εργασίας του; Η πελατεία του είνε κατ' εξοχήν παρσαλοειδής. Διότι μη πιστεύετε πως δεν έχει πελατείαν. Έχει πρώτα-πρώτα όλους τους περαστικούς του δρόμου. Από τα σοφά πανεπιστημιακά συγγράμματα έως τους βίους των αγίων και από τα διδακτικά βιβλία έως τους άθλους του καραγκιόζη, από την πεζήν και έμμετρον τέχνην έως «τα μυστικά του συζυγικού βίου» αντιπροσωπεύεται εις της ξεθωριασμένες σειρές του έντυπου χάρτου όλη η φιλολογική παραγωγή του τόπου, που ξεκινά θορυβωδώς από της πολυτελείς βιτρίνες των βιβλιοπωλείων και καταλήγει βραδέως μεν αλλά ασφαλώς εις το υπαίθριον πνευματικόν εμπορικό, όπου παζαρεύεται με τον ιδιοκτήτην του όπως ακριβώς παζαρεύονται τα σπανάκια, η πατάτες ή τα ψάρια εις τα λοιπά υπαίθρια καταστήματα της αγοράς. Η κοινή τραγική τύχη έχει καταργήσει τους φραγμούς που υπάρχουν μεταξύ των διαφόρων εντύπων. Λέτε και τα δύσμοιρα αυτά πνευματικά τέκνα των παντοειδών συγγραφέων, αισθάνοντα το κατάντημά τους και δεν έχουν πλέον τα εγωϊστικά εκείνα αισθήματα που έχει κανείς εις τα ημέρας της ευτυχίας του. Η δυστυχία αδελφώνει! Τι συγκινητικά τετ-α-τετ για ένα καλόν παρατηρητήν! Το βιβλίον του πτωχού ποετάστρου με τον δευτέρας ποιότητος λυρισμόν του και τα συγκεχυμένα μεταφυσικά ποίηματά του ακουμπά φιλικώτατα επάνω εις τους λογαριθμικούς πίνακας και το εμβριθές έργον του επιστήμονος ευρίσκει φιλόξενον προσκέφαλον τας φανταστικάς περιπετείας του μυθιστοριογράφου, το επαναστατικόν έργον που περνά δεκατέσσαρες τον αστισμόν κλίνει φιλικώτατα επάνω στο φοβερώτερον υβρεολόγιον του κομμουνισμού και ο οδηγός της οικοκυράς που συνιστά εις της γυναίκες να αφοσιωθούν εις την αγάπη της κουζίνας ευρίσκεται πλάι ακριβώς από το έργον της ανοήτου σουφραζέττας που καλεί εις επανάστασιν τα θηλυκά ολοκλήρου της οικουμένης.   Είνε απλωμένα εκεί επάνω εις το μάρμαρον εις μίαν εύρυθμον ακαταστασίαν βιβλία για κάθε όρεξιν και γούστο, για κάθε νοοτροπία και αντίληψιν. Για τον εγγράμματον και τον αγράμματον. Για τον μαθητήν, τον φοιτητήν και τον εμποροϋπάλληλον. Βιβλία που κάνουν τον γύρο της πόλεως –πολλά έχουν κάνει και τον γύρο του κράτους- βιβλία που εμόρφωσαν, εφώτισαν, εδίδαξαν, συνεκίνησαν, εξηγρίωσαν, ερέθισαν την φαντασίαν, εξήψαν τα μυαλά και εγύρισαν κουρασμένα , κατεστραμμένα, ξεσχισμένα, ξεθωριασμένα να ξαναρχίσουν το έργον τους. Και είνε και βιβλία καινούργια που δεν εχωρίσθησαν ακόμη η σελίδες τους, που δεν ανοίχτηκαν ακόμη. Τα τραγικώτερα βιβλία! 
-Είνε καινούργιο κύριε! Ολοκαίνουργιο. Στο δίνω στη μισή τιμή.
 -Ευχαριστώ... Δεν μου χρειάζεται! 
Έχετε παρακολουθήσει αυτό το πρωτότυπον βιβλιοπωλείον τας ώρας της εργασίας του; Η πελατεία του είνε κατ' εξοχήν παρσαλοειδής. Διότι μη πιστεύετε πως δεν έχει πελατείαν. Έχει πρώτα-πρώτα όλους τους περαστικούς του δρόμου. Αν συμβή να περάσετε από το μέρος του βιβλιοπωλείου δε μπορεί να μη ανακόψετε το βήμα σας και να μη ρίξετε μια ματιά εις το εκτιθέμενον βιβλιογραφικόν υλικόν. Ο κάθε άνθρωπος διαβάζει κάτι. Ασχέτως προς το αντικείμενον των μελετών του, έχει κάποιας προτιμήσεις. Και ψάχνοντας για τα 52 παραμύθια, ρίχνει και μια ματιά εις τους τόμους του εμπορικού δικαίου ή ειν την λατινικής γραμματικήν. Κάποτε σταματά και απλώνει το χέρι του εις την «Γκαρσονιέρα της Λιλίτσας» την διαπραγματεύεται, την συμφωνεί και την βάζει εσπευσμένως στην τσέπη του... Υπάρχουν λοιπόν σήμερα αγορασταί βιβλίων και βιβλίων μάλιστα που πουλιούνται υπό τοιαύτας συνθήκας; Αφού καταφέρουν και ζούν τα βιβλιοπωλεία του πεζοδρομίου θα πή πως υπάρχουν αρκετοί. Είνε πλάνη το λεγόμενον ότι ο Έλλην δεν διαβάζει. Το τι διαβάζει είνε άλλο κεφάλαιον». (Αθηναϊκά Νέα 1932 Δημήτρης Ψαθάς)  
 Η Παλιά Αθήνα περιμένει την επίσκεψή σας Πηγή: www.lifo.gr

Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

Λόγω αργού πετρελαίου .....

1962 Ο Δήμος από τα Τρίκαλα

Ρετσίνα μου...





Κίνηση στην γειτονιά εκείνα τα χρόνια τέτοιες ημέρες...
Είχαμε βλέπεις κοντά το καρβουνιάρικο του κυρ Μήτσου.
Η σούστα με το άλογο....η αποθήκη με τα βαρέλια με το κρασί...δίπλα η άλλη με τα κάρβουνα και έξω στην αυλή το μεγάλο ξύλινο ψυγείο που έβαζε τις κολώνες με τον πάγο.
Μπροστά από τα βαρέλια καναδυό τσίγκινα στρογγυλά τραπέζια με καρέκλες
για εκλεκτούς πελάτες όπως έλεγε τους κρασοπατέρες που ήταν όμως και "χημικοί"του για την ποιότητα του κρασιού.
Έβγαζε τα βαρέλια στο πεζοδρόμιο για ξύσιμο με την ξύστρα και πλύσιμο καλό
για να βάλει τις νέες μουστιές από το Λιόπεσι.
Κάθε χρόνο αγόραζε από τον ίδιο αγρότη...
Πού να χωρέσει ο κυρ Μήτσος μέσα στο πλαγιασμένο βαρέλι για να το ξύσει.
Η μαρίδα της γειτονιάς θα βοηθούσε λόγω μεγέθους και φυσικά θα έπαιρνε
το χαρτζιλίκι της για να το δώσει απέναντι στον ψιλικατζή για καραμέλες...χαπαχούπες...σοκολάτες....γκαζάκια.
Οι κρασοπατέρες έκαναν εμφάνιση την ημέρα που ερχότανε το φορτηγό με τον μούστο για να απολαύσουν το θέαμα και να ευχηθούν για την καλή ρετσίνα αλλά και να συμβουλεύσουν τον κυρ Μήτσο.
Καταλάβαιναν με την πρώτη γουλιά για την κατάχρηση ζάχαρης και γύψου
που θα είχε γίνει προκειμένου να ετοιμαστεί πρίν την ώρα της η ρετσίνα
και ανοίξουν τα γιοματάρια.
Υπήρχε ανταγωνισμός μεγάλος για το ποιός θα άνοιγε πρώτος το γιοματάρι.
Ήταν έθιμο με τον ερχομό του μούστου στην γειτονιά να μοιράζει η καβουρνιάρισα
στις γειτόνισες μούστο για να φιάξουν μουσταλευριά.
Φυσικά στα σπίτια των Μικρασιατών υπήρχε συνωστισμός για τους γνωστούς λόγους.
Η κουζίνα τους ήταν άπιαστη και φυσικά η μουσταλευριά δεν ήταν ίδια με τις άλλες.
Αξέχαστη η μυρουδιά στις αυλές τέτοιες ημέρες.
Ο Νίκος Χατζηαποστόλου έγραψε για την ξανθιά θεά...


"Ρετσίνα μου αγνή
αγάπη μου ξανθιά κεχριμπαρένια
σκοτώνεις όλους τους καημούς
και σβήνεις πάντα κάθε έγνοια.
Γι’ αυτό κι’ εγώ δεν θα
τ’ απαρνηθώ το ρετσινάτο χρώμα
και θέλω να με θάψουνε
λόγω τιμής
με κάνουλα στο στόμα..."

Ο ζιγκολό της Κηφισιάς



Είμαστε στην αμαρτωλή δεκαετία του 1930 και η κοσμική Κηφισιά ξεφαντώνει. Κάποιες κυρίες βαριούνται θανάσιμα -εύκολη λεία για τους πανταχού παρόντες ζιγκολό. Πάρτε εικόνα… 

«Που τον ξέρεις αυτόν που χαιρέτησες; Με ρώτησε ο συμπεριπατητής μου, σαν προσπεράσαμε τον περί ού ο λόγος.

-Τον Ντιντή; Έκανα. Συστηθήκαμε ένα βράδυ στο Σεσίλ της Κηφισιάς.

--Πως τον είπες; Ντιντή; Τον ξέρεις καλά;

-Όσο μπορεί να ξέρη κανείς έναν παρόμοιο τύπο. Συχνάζει σ’ όλα τα κέντρα, είνε μέλος του Τένις Κλάμπ, χορεύει στου Απέργη, παίζει σεμέν-ντε-φερ στο Λουτράκι, κάνει γουήκ-έντ στις Σπέτσες, καταλαβαίνεις τέλος πάντων.

Ο συνομιλητής μου έμεινε με το στόμα ορθάνοικτο.

-Γιατί αυτή η κατάπληξις; Ρωτώ ζεναρισμένος. Τον ξέρεις;

-Τον Κωνσταντή δεν ξέρω; Υπήρξαμε αντερασταί!

-Γι΄αυτό μόλις σε είδε γύρισε τα μούτρα του;

0 άλλος γέλασε.

-Μεσάνυχτα έχεις, μου λέγει. Σου έδειξε τα οικόσημά του ο φίλος;

-Τι θέλεις να πής; Για την καταγωγή του; Έμαθα πως ο πατέρας του έχει βαμμαβακοφυτείες στην Τάντα της Αιγύπτου.

-Πφ! Μωρ’ εσύ είσαι απελπισία. Δεν τα κοπάνισες καμμιά φορά στην Φρεαττύδα; Ή μήπως από τότε που έγινες σμαρτ…

Άρχισα  να μπαίνω στο νόημα, και

-Πρόκειται λοιπόν περί «Κωνσταντή»; Ώστε τα οικόσημα…

-Ένα πηρούνι κι’ ένα κουτάλι χιαστί. Γκαρσόνι το πράμα. Ο πατέρας του, ένας αγαθός ταβερνιάρης. Η εισβολή όμως των κυριών της «Ώτ» στα καπηλειά έφερε, καθώς ξέρεις, ανατροπή του σύμπαντος. Μια μιμήτρια της Λαίδης Σαττέρλεϋ γουστάρησε το μορφονιά, τον ξεμυάλισε, τον παρέδωκε στο γέρο συνοδό της για να τον πλύνη και τον ντύση «κονβεναμπλμάν» και τον παρουσίασε στις γνωστές της που σκάσαν απ’ τη ζήλεια.

-Ζιγκολό λοιπόν;

-Και κάτι χειρότερο. Σεβαλιέ ντ’ εντυστρί. Οι γυναίκες που μπλέχθηκαν στα νύχια του τραβούν τα μαλλιά τους. Ο κατεργάρης έμαθε πολύ καλά τη δουλειά του.

-Κι’ ο πατέρας του;

-Ενθουσιασμένος απ’ την πρόοδο του γυιού του, φορεί τα παληά παπούτσια που του στέλνει κάθε τόσο ο Ντιντής και τα δεικνύει με περηφάνεια στους πελάτες… 
Δεν μου λές; Θα τον ξαναχαιρετήσης άλλη φορά το φίλο μας;

-Και το ρωτάς; Θα του κάνω μάλιστα και υπόκλισι. Η ζωή φίλε μου έχει αλλάξει. Κάτι τέτοιοι σήμερα ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις. Δεν ξέρεις καμμιά φορά τι γίνεται!».

“Η Ελληνική”, 1932, «Αργοναύτης»

«ΡΕΞ» - Το οικοδομικό μεγαθήριο της Αθήνας του ’37

ΠΑΛΙΑ ΑΘΗΝΑ


Ελάτε μαζί μας στα εγκαίνια του συγκροτήματος του κινηματογράφου ΡΕΞ, του οικοδομικού κολοσσού που δεσπόζει επί της Πανεπιστημίου και έγραψε τη δική του ιστορία στην Αθήνα του Μεσοπολέμου αλλά και μετέπειτα.

«42 μέτρα πάνω από την Αθήνα!

Μη νομίσετε ότι το κατόρθωμα αυτό γίνεται με κανένα αεροπλάνο. Όχι. Αυτό ημπορεί να το κατορθώση ο καθείς. Αρκεί μόνον να ανέλθη εις την ταράτσα του νέου οικοδομικού μεγαθηρίου της λεωφόρου Πανεπιστημίου, το «Ρέξ».

Μία άνοδος. Εκεί θα επιτρέψη πρώτον να ρίψη κανείς μια ερευνητική ματιά εις την μεγαλειτέραν οικοδομήν που εγνώρισαν μέχρι σήμερον αι Αθήναι. Όλος ο κόσμος που από διετίας διηρωτάτο τι επρόκειτο εκεί να κτισθή και που από τα κιγκλιδώματα χάζευε πρό του οικοδομικού θαύματος, θα έχη σήμερον την ευτυχίαν να το περιεργασθή.

Αλλά από πού να αρχίση κανείς στο νέον αυτό μέγαρον «Ρέξ» και πού να καταλήξη; Διά να θαυμάση τις το νέον απόκτημα των Αθηνών πρέπει να έχη αρκετό κέφι και να διαθέτη αρκετήν ώραν. Το σπουδαιότερο δε είνε ότι από την πρώτη στιγμή της εισόδου του μέχρι την ώρα που θα φύγη θα περιπίπτη από εκπλήξεως εις έκπληξιν περιεργαζόμενος τα διάφορα διαμερίσματα, μηχανικάς εγκαταστάσεις. Αιθούσας θεάτρου, κινηματογράφου, καμπαρέ, ρεστωράν, μπάρ, ρούφ-γκάρντεν κλπ.

Θαμβώνεται κανείς από τον πλούτον και την μεγαλοπρέπειαν που αντικρύζει εις το ομοίωμα του «Ροκφέλλερ Σίτυ» της Νέας Υόρκης. Οι τρείς αδελφοί Συκιαρίδη, οι κυριότεροι μέτοχοι του Ελληνικού Κτηματικού Οργανισμού ο οποίος διευθύνει το «Ρέξ», έλαβον την ιδέαν διά να καταπλήξουν το πανελλήνιον να κτίσουν εις το κέντρον των Αθηνών ένα μέγαρον αποκλειστικώς διά κέντρα διασκεδάσεως, έπεισαν τους μηχανικούς αρχιτέκτονας του αμερικανικού κολοσσού «Ροκφέλλερ Σίτυ», Ράϊνχαρτ και Μύλλερ, να τους κάνουν τα πρώτα σχέδια διά το κτίριον αυτό. Και το κτίριον αυτό είνε ήδη έτοιμον από σήμερον, εν μικρογραφία εννοείται του αμερικανικού, να δεχθή τον θαυμασμόν των Αθηναίων.

***

Το ύψος του «Ρέξ» είνε 42 μέτρα. Διά να κτισθή αυτό εχρειάσθησαν δέκα εκατομμύρια εργατικαί ώραι. Το οικόπεδον επί του οποίου εκτίσθη είνε 1500 πήχεις. Η όλη οικοδομή εστοίχισε περί τα 80.000.000 δρχ. Την αίθουσαν του κινηματογράφου εις την οποίαν χωρούν περί τους 1800 θεαταί, καλύπτει μία μονοκόμματη οροφή από μπετόν-αρμέ με άνοιγμα 26 μέτρων χωρίς ενδιάμεσα στηλώματα, το οποίον θεωρείται ως αρχιτεκτονικό κατόρθωμα. Υπάρχουν τέσσαρα ασανσέρ, τα οποία χωρούν από 25 άτομα το καθένα, το όλον 100 και θα δύνανται να τα ανεβάσουν εις το θέατρον εντός 30 δευτερολέπτων. Διά να ανέβη κανείς με τα πόδια μέχρι της ταράτσας πρέπει να πατήση 365 σκαλοπάτια μαρμάρινα. Όλοι οι θεαταί που θα  μπορούν την ίδια ώρα να παρακολουθούν τα τρία θεάματα του «Σινεάκ», του κινηματογράφου και του θεάτρου της κ. Μαρίκας Κοτοπούλη δεν θα υπερβαίνουν τους 4400, δηλαδή 700 θεαταί του «Σινεάκ», 1900 θεαταί του κινηματογράφου και 1800 του θεάτρου Κοτοπούλη.

Η όλη διακόσμησις του εσωτερικού του «Ρέξ» είνε απλή, ωραία και μοντέρνα. Ο κινηματογράφος έχει δυό μεγάλα χωρίσματα, έκτακτες βελουδένιες πολυθρόνες και τελειοποιημένο σύστημα εξαερισμού, το, οποίον θα επιτρέπη το κάπνισμα χωρίς να δημιουργείται δυσάρεστος ατμόσφαιρα. Είνε δε, όταν προσέξη κανείς, όλη η αίθουσα ένα πελώριο τρυπητό. Όλα τα σχέδια κρύβουν εξαεριστήρες, οι κολώνες που πλαισιώνουν την σκηνή, δεξιά και αριστερά, έχουν κάθετες γραμμές που φαίνονται σαν στολίδια, αλλά είνε αληθώς κενά απ’ όπου ανανεώνεται ο αέρας και σειρές από τετραγωνάκια φαίνονται σαν άχρηστα σχέδια στους τοίχους, ενώ είνε κρυμμένα καλοριφέρ.

Διά να εισέλθη κανείς μέσα στο μεγάλο αυτό κτίριο και να το περιεργασθή θα χρειασθή ασφαλώς και πιλότο. Την πρώτη φορά που θα μπούν μέσα σ’ αυτό οι Αθηναίοι θα δυσκολευθούν κάπως διά να φθάσουν εκεί που θέλουν να παραμείνουν, είτε στο θέατρο, είτε στον κινηματογράφο, είτε στο «Σινεάκ».

Μία μεγάλη καινοτομία θα ισχύση με τον νέον αυτόν κολοσσόν. Η είσοδος εις αυτό θα είνε ελευθέρα. Ο κάθε άνθρωπος θα μπαίνη με ευκολία και θα το περιτριγυρίζη χωρίς να ενοχληθή από κανένα. Θέλει να πάη στο μπάρ να πάρη τον καφέ του και να μείνη λίγη ώρα; Είνε ελεύθερος. Αν μετά θελήση να πάη στον κινηματογράφο ή στο θέατρο δεν έχει παρά να βγάλη το εισιτήριό του και να παρακολουθήση το θέαμα. Τζαμπατζής δεν έχει να παρακολουθήση οτιδήποτε. Από την πλευρά αυτή έχουν ληφθή όλα τα μέτρα.

Σήμερα λοιπόν Αθηναίοι ετοιμασθήτε δια τα εγκαίνια του αμερικανικού μεγάρου “Ρέξ”».
«Ελληνικόν Μέλλον», Σάββατον 23 Ιανουαρίου 1937