Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

Το Υπουργείο Οικονομικών καθησυχάζει την κοινή γνώμη για το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων με τους δανειστές !

Εν Αθήναις...με βερμούτ...με πίπερμαν




Πίσω στην δεκαετία του ΄60 στα ρεφενέ πάρτι.....
Έβαζαν όλοι κάτω ότι είχαν και οι ετοιμασίες αρχίζανε .....
Βερμούτ...πίπερμαν τα ποτά... χύμα...το πίπερμαν προτιμούσαν 
τα κορίτσια....φυστίκια...στραγάλια....
άντε και κανένα καναπεδάκι στην καλύτερη....
Άλλος έφερνε δίσκους 45 ...33 στροφών....άλλος ηλεκτρόφωνο...
Γινόντουσαν οι δοκιμές για τον φωτισμό ώστε να χαμηλώνει.....δηλαδή έβγαζες μερικές λάμπες....
Και άρχιζε η προσέλευση ....τα αγόρια με τις καμπάνες παντελόνια τα κορίτσια
με τα καλυτερότερα που μπορεί να ήταν και δανεικά....
Οι γονείς του οικοδεσπότη στο απέναντι σπίτι του γείτονα να κόβουν κίνηση
από τις γρίλλιες με τα σχετικά σχόλια....
"...ποιανού είναι αυτή..."
"...αυτός είναι του τάδε;"





Η μουσική ακουγότανε στον δρόμο ....
Η ώρα περνούσε με τα τσίκ του τσίκ και το ροκ-εν-ρολ και το τσατσά
με τις φιγούρες σε διαγωνισμό.
Τα τρυφερά τετ α τετ πάντα στα πλαίσια του καλώς αγωνίζεσθαι....
οι υποσχέσεις...
τα ραντεβού του Σαββατοκύριακου...όλα αυτά μέχρι τα μεσάνυχτα που έπρεπε
οι Σταχτοπούτες να φύγουν γρήγορα μαζί με τα γοβάκια τους και να γυρίσουν σπίτι για να αποφύγουν τις κατσάδες στην καλύτερη των περιπτώσεων.

Πίσω στα παλιά

Η αθηναϊκή Αποκριά άλλοτε, όταν η πόλη γλεντούσε…



«Είμεθα παιδιά ακόμη τότε (σ.σ. ο συγγραφέας αναφέρεται στη δεκαετία 1890) δευτεροετείς φοιτηταί κ’ εμέναμε όλοι μαζί –που αλλού- στη Νεάπολι. Είχαμε νοικιάσει κάμαρα σ’ ένα σπίτι της οδού Ασκληπιού κ’ επληρώναμε για τη σάλα με δυό κρεβάτια 18 δραχμάς μονάχα, με την περιποίησι και τον πρωινό καφέ μαζύ.

Αργότερα το σπίτι αυτό η τρέλλα τώκανε κάπως περίφημο με κάποιο σύλλογο των Αγάμων που είχαμεν ιδρύσει. Η αστυνομία του καιρού εκείνου των αμέμπτων ηθών το πήρε το πράγμα στα σοβαρά κ’ επενέβησαν θυμούμαι εισαγγελείς και ανακριταί και όλη η ιεραρχία της εξουσίας με την αποκάληψι του τρομερού αυτού σκανδάλου που το είχε φαμπρικάρει ένας δημοσιογράφος –όνομα και μη χωριό- ατυχής αντεραστής ενός από την παρέα μας.

Το αποτέλεσμα ήτανε να διασυρθή μονάχα η δυστυχισμένη μας η Προεδρίνα, ένα αγαθώτατο και καλόκαρδο γεροντοκόριτσο –η Ασπασία- που είχεν αποστηθίσει όλην την «καρδίαν υπό πέτραν» του Ουγκώ κι’ ανέβαινε γεμάτη κέφι επάνω στην καρέκλα για να μας πή ότι το «εράν εστίν πτερυγίζειν». Ζήτω λοιπόν ο Έρως! Ενώ εμείς από κάτω εχαλούσαμε κυριολεκτικώς τον κόσμον από τις φωνές.

Εκείνη τη χρονιά η παρέα μας τώχε πάρει απόφασι να το γλεντήση στην αποκρηά. Κιθάρες, μαντολίνα και μια οκαρίνα μπήκανε αμέσως σ’ ενέργεια. Κ’ ένας αλησμόνητος φίλος μας εφρόντισε να της κάνη αποκριάτικες και να της μασκαρέψη με κόκκινες της φωτιάς κορδελλίτσες και φιογκάκια. Τα βιβλία μας –όσα δεν είχαμε πουλήσει σε ημέρες απενταρίας- τα είχαμε κλείσει για καλά και όλη την ημέραν εκάναμε πρόβες που είχανε αναστατώσει την γειτονιά.

Η σπιτονοικοκυρά μας η κακομοίρα εκλαιγεν από το κακό της. «Πάει το σπιτάκι μου, μας έλεγε, πάει… Ντρέπομαι να βγώ στο παράθυρο να φωνάξω τον μπακάλη. Πω, πω κακό που έπαθα…».

Μα εμείς το χαβά μας. Έπρεπε να είμαστε έτοιμοι για τα βράδυα. Όπως, όπως είχαμε βρη και κάτι μασκαράδικα. Ένας θλιβερός ιππότης, ένας αρλεκίνος, δύο πιερότοι και μερικά παληά ντόμινα αποτελούσαν την μασκαράδικην εξάρτησί μας. Ο Θεός ξέρει πως τα εξοικονομήσαμε μαζύ με κάτι χασάπικες φούσκες, απαραίτητες για το … καρπάζωμα των διαβατών.

Μόλις εβράδυαζε ετρώγαμε –βερεσέ πάντοτε- στο περίφημο ξενοδοχείο του Σαραντόπουλου στην οδόν Σόλωνος –αργότερα τώκλεισεν ο κακομοίρης γιατί τον πνίξανε τα βερεσέδια- ντυνόμαστε στο σπίτι κ’ εξεχυνόμαστε στο δρόμο κ’ εμπρός όπου μας έβγαζεν η άκρηα. Πρόγραμμα δεν είχαμε ποτέ.

Ένας από την παρέα μας –Αθηναίος αυτός- είχεν αναλάβει να μας εισαγάγη σε μερικά σπίτια, προστατεύοντας έτσι την επαρχιώτικην αγροικία μας και τον είχαμε γιαυτό σε μεγάλο σεβασμό και υπόληψιν… Όπου όμως επηγαίναμε μας εξανακαλούσαν και πάλι γιατί, τρελλόπαιδα όπως είμαστε, εσκορπίζαμε μια πραγματικήν ευθυμία και χαρά.

Χορός, απαγγελίες, τραγούδι, νταβατούρι και φωνή ανεστάτωναν κυριολεκτικώς το σπίτι που είχε την καλομοιριά να μας δεχθή… Και αφού ερχόμαστε στο κέφι λιγάκι, εβγαίναμε σαν σίφουνας στο δρόμο για να κατασταλάξωμε έπειτα από χίλιες δυό περιπλανήσεις σε κανένα κέντρο στην Ομόνοια όπου με μερικές μπύρες που πίναμε ξοδεύοντας όλες όλες πέντε δραχμές εννοούσαμε να τα κάνωμε θάλασσα.

Ένα βράδυ όμως θυμούμαι δεν μας επήγε διόλου γούρι. Εκατεβαίναμε όλο κέφι από την οδόν Αγχέσμου (σ.σ. σημερινή Βουκουρεστίου) κ’ εσταματήσαμε σε μια γωνιά για να κάνωμε την κανταδίτσα μας. Μόλις όμως είχαμεν αρχίσει μας εμπλοκάρισεν ένας ολόκληρος λόχος από αστυφύλακες και μας επήρανε όλους στο φρέσκο… Είχαμε την ατυχία να σταθούμε κάτω από το σπίτι του Καλογερόπουλου που είτανε την εποχήν εκείνην Υπουργός των Εσωτερικών.

Φαίνεται πως ο μακαρίτης είχε πολύ νόστιμες υπηρέτριες και δεν τον άφηναν όλη τη νύκτα να κλείση μάτι από της καντάδες. Είχε δώσει λοιπόν διαταγή στην Αστυνομία να λάβη τα μέτρα της και μόλις εφανήκαμεν εμείς μας άρπαξαν αμέσως. Τυχερό και αυτό. Επεράσαμε λοιπόν μια φρικτή βραδυά στο κρατητήριο κ’ εστριμωχνόμαστε όλοι στο παράθυρο να πάρωμεν αέρα γιατί μας έιχε πνίξει η βόχα. Πρέπει κανείς να πάη στη ζωή του και λίγη φυλακή…

Στο Πανελλήνιο  όπου πηγαίναμε συνήθως (σ.σ. πολύ γνωστό κέντρο γωνία Πανεπιστημίου και Εμμ. Μπενάκη) γινόταν σωστό πανδαιμόνιο. Είχε κέφι ο κόσμος. Τότε ο κόσμος εννοούσε να διασκεδάση με την καρδιά του. Ένα βράδυ επιάσαμε το χορό στη μέση του δρόμου, εκεί κοντά στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη. Κάθε διαβάτη που περνούσε τον ετραβούσαμε θέλοντας και μη από το χέρι, και στο τέλος καταλήξαμε να χορεύομε σαν παλαβοί καμμιά πενηνταριά μαζύ, που δεν ήξερεν ο ένας από πού βαστά η σκούφια του άλλου.

Μια ωραία πιεροτίνα μας έσερνε μπροστά το χορό και ο ιππότης της παρέας –περίφημος πυρπολητής καρδιών- αναλιγωνότανε που την έβλεπε και είχε φάει τα σίδερα για να την σύρη αυτός μπροστά. Λεβέντης όπως ήτανε εχόρευε περίφημο Καλαματιανό. Ούτε όμως έμαθε και άλλον από τότε. Καυχιόταν μονάχα πως αισθανόταν τόσο πολύ το ρυθμό της μουσικής που αρκούσε για να σηκωθή για να μείνουν εκστατικοί οι άλλοι από την αρμονία των χορευτικών κινήσεών του. Τι να του πής;…

Είχε λανσάρει εκείνην την Αποκρηά η παρέα μας ένα τραγούδι του Ραμπαγά «τα περασμένα μας τα νειάτα». Ίδρωσεν για να μας το μάθη ο κακομοίρης ο μουσικοδιδάσκαλος της παρέας μας ο καλόκαρδος Μιχάλης. Αργότερα το τραγουδούσε όλη η Αθήνα από την μια άκρη έως την άλλη. Εγώ όμως θυμούμαι όλο και εφάλτσαρα και ο πλέον προοδευμένος στη μουσική από την παρέα μας, ένας δικηγόρος, όλο και με γκρίνιαζε.

-Μα καυμένε si do re mi re fa mi re do si … μάθε το τέλος πάντων!

Μα εγώ ήμουνα όπως και είμαι ακόμη ανεπίδεκτος φαίνεται μαθήσεως. Όλο και εφάλτσαρα ως που στο τέλος ενευρίαζε πραγματικά κ’ έφευγε… Είσαι φρικτός, μούλεγε, είσαι απαίσιος!

Εκείνη τη χρονιά ήτανε και Καρναβάλι, που όλοι ελέγανε πως θα περνούσε και το περίφημο καρναβάλι της Νίτσας. (σ.σ. εννοεί της Νίκαιας στη Νότιο Γαλλία). Όλη η Αθήνα επί ημέρας δεν μιλούσε για τίποτα άλλο. Σύλλογοι, σωματεία, επιχειρηματίαι όλοι ήσαν στο πόδι. Και την τελευταία Κυριακή δεν έμεινε στο σπίτι της κουτσή Μαρία.

Η παρέα μας φυσικά έλαβε και αυτή μέρος. Μπήκαμε σε δυό αμάξια –αφού είχαμε πάρει προηγουμένως την απόφασι να μη φάμε έπειτα επί τρείς ημέρες- κ’ εκατεβήκαμε στην Ομόνοια που ήτανε το κέντρον της εκκινήσεως. Τα μαντολίνα και η κιθάρες δεν έλειψαν εννοείται και ούτε μια στιγμή δεν εβάλαμε γλώσσα μέσα. «Τα περασμένα μας τα νειάτα, τα νειάτα μας».

Από το δρόμο που επερνούσαμε –κύμα από δροσιά, ζωή και νειάτα- ο κόσμος μας εχαιρότανε, μας εχειροκροτούσε και μας πετούσε λουλούδια και σερπαντίνες. Που και που όμως μας ερχόντανε κατακέφαλα και κανένας βώλος από παληόχαρτα πεταγμένος από κανένα χαμίνι. Κ’ εμείς άλλοι όρθιοι και άλλοι καθιστοί εχαιρετούσαμε κ’ εστέλλαμε φιλιά δεξιά και αριστερά. «Τα περασμένα μας τα νειάτα, τα νειάτα μας».
Θυμούμαι ακόμα ζωηρότατα την είσοδο του Καρνάβαλου. Η ατμόσφαιρα είχε γεμίσει από τραγούδια, ξεφωνητά, γέλια και ήχους οργάνων. Θυμούμαι ακόμα και το τραγουδι που απήγγειλε ο Καρνάβαλος στην είσοδό του:

Όλοι είσθε μασκαράδες και κοθόνια
Να μου πήτε ήτο περιττό
Σας ξέρω από τα παληά σας χρόνια
Για τούτο και εγώ σας χαιρετώ
Όσο στον κόσμο βλέπουμε ποδόγυρο
Κι’ όσο ακόμη έχουμε πατρίδα το ράσο δεν θα κάνη τον καλόγηρο
Ούτε τον μασκαρά η προσωπίδα…
Καυμένα χρόνια! Που η χαρά τριγυρνούσε στο δρόμο και η Αθήνα ξεκαρδιζότανε με το τίποτα. Με τον Φασουλή, την Γκαμήλα, το Γαιτανάκι και μερικούς παληάτσους που έκαναν τούμπες…

~

Ας έλθωμεν τώρα και στη σημερινήν εποχή (σ.σ. 1927)

Το καρναβάλι έχει χάση την ποίησι του, έχασε και το πνεύμα του, έχασε και την φυσιογνωμία του. Με όλη την ακρίβεια της εποχής της σημερινής κανένας πια σχεδόν δεν τραγουδεί τώρα την αποκρηά το παλιό αξέχαστο τραγούδι

«Στης ακρίβειας τον καιρό
Θέλησα να παντρευτώ…».
Από τις εφημερίδες έμαθα ότι ιδρύθη τελευταία ένας σύλλογος «επιστροφέων εισιτηρίων χορού!!». Έγινε τόση αύξησις της χορομανίας και τόση κατάχρησις των ευεργετικών χοροεσπερίδων ώστε να ευρεθή και το αντίδοτον. Η ωργανωμένη επιστροφή του εσιτηρίου.

Είχαμε πάη προχθές με ένα φίλο στο «Καπρίς». Έμπαινα για πρώτη φορά στο χορευτικοκοσμικό αυτό κέντρο. Ήμουν περίεργος να ιδώ πως διασκεδάζει η σύγχρονος Αθήνα. Ο χορός είχεν οργανωθή από κάποιο φιλανθρωπικό σωματείο για κάποιο φιλανθρωπικό σκοπό.

Από αποκρηάτικο πνεύμα, από κέφι, από διασκέδαση, ούτε ίχνος. Όσοι εχόρευαν ενόμιζες ότι προσηύχοντο. Ήτο και η νέα τεχνοτροπία της μουσικής η οποία ενόμιζες ότι είχε πιεί ψαροκόκκαλο.

Δίπλα εις το μπουφέ είδα εγκατεστημένο ένα βλοσυρό κύριο που σκυμμένος εις ένα χαρτί γεμάτο αριθμούς έβλεπε τα γκαρσόνια με λοξό μάτι και αυτά τον έβλεπαν με λοξότερο.

-Είναι ο διευθυντής του καταστήματος; Ερώτησα.

-Όχι, είναι ο υπάλληλος του Υπουργείου των Οικονομικών. Κρατεί λογαριασμό της καταναλώσεως για να εισπράξη τα τριανταδυό τοις εκατό φόρο του Δημοσίου.

Άλλος φορατζής όμως υπήρχε και εις την πόρτα ο οποίος τσακωνόταν με δυό κυρίους της οργανωτικής επιτροπής του χορού και εισέπραττε και αυτός τα σαράντα τοις εκατό επί της τιμής του εισιτηρίου.

Δεν επεχείρησα να ξαναπάω σε άλλο χορό και εμελαγχόλησα ακόμη περισσότερο περνώντας την άλλη νύχτα από το Πανελλήνιο.

Το καρναβάλι είχε χαθή και από τα κέντρα της Ομονοίας. Ζυθοπωλεία, καφενεία, ζαχαροπλαστεία έγραφαν: «Απαγορεύεται το σερπαντέν και τα άσματα¨. Εκείνο το μεταξύ της οδού Πανεπιστημίου και Σταδίου στενό ήτο παγερό και έρημο υπενθυμίζον εξωφρενικάς εικόνας από τον βόρειον πόλον…

Με όλη την αυξηθείσαν εις το εκατονταπλάσιον χορευτικήν κίνησιν βγάζω το συμπέρασμα ότι καρναβάλι σήμερον δεν υπάρχει εις τας Αθήνας. Η λαική και οικογενειακή του μορφή έλειψεν εντελώς και απέθανε και η κοινωνική του μορφή με τον θάνατο του Κομιτάτου (σ.σ. η επιτροπή που οργάνωνε τις εκδηλώσεις).

Δεν ανήκω εις τον «Φυσιολατρικόν Σύνδεσμον» ο οποίος οργανώνει μεγάλας εκδρομάς εις την ύπαιθρον τας δύο αυτάς ημέρας των Απόκρεω. Αλλά τι να κάνω. Αν εξακολουθήση να πηγαίνη έτσι το καρναβάλι μας δεν θα είμαι μόνος εγώ του χρόνου που θα αυξήσω τον αριθμόν των Αθηναίων φυσιολατρών».

«Ελεύθερος Λόγος» 1927

Πως γιόρταζαν τα Κούλουμα το 1880…

«Μασκαράδες και πολίται, στης Κολώνες να βρεθήτε»
Πως γιόρταζαν τα Κούλουμα το 1880…

Μία από τις πιο πανηγυρικές γιορτές των Αθηναίων ήταν τα Κούλουμα. Επίκεντρο αυτής της γιορτής ήταν οι Στύλοι του Ολυμπίου Διός (οι Κολόνες, όπως τις αποκαλούσαν) και οι γύρω λόφοι του Αρδηττού. Ντελάληδες έτρεχαν όλο το Σαββατοκύριακο σε όλα τα σημεία της πόλης και ξεσήκωναν τον κόσμο με τυμπανοκρουσίες και την εξής «διαλάλησιν»:

Μασκαράδες και πολίται

Στης Κολώνες να βρεθήτε.

Και οι «πανηγυρισταί», όπως τους αποκαλούσαν, ανταποκρίνονταν με μεγάλο ενθουσιασμό.

Ας δούμε όμως πρώτα πως γινόταν οι προετοιμασίες (το Σαββατοκύριακο πριν την Καθαρά Δευτέρα) και ακολούθως πως γιορταζόταν η αρχή της Σαρακοστής.

Αντιγράφουμε από εφημερίδα του 1880 («Ραμπαγάς»)

«Ήτο θέαμα εκ των σπανιωτέρων η όψις της αγοράς. Ουδέποτε τόσος κόσμος επυκνώθη υπό τας ετοιμορρόπους των οψοπωλείων εκεί στέγας και τους λασπώδεις στενούς διαδρόμους. Οι συνήθως δι' υπηρετών οψωνίζοντες το κρέας, τους γάλους, το κυνήγι και τας οπώρας των, ενόμισαν ότι ώφειλον αυτοπροσώπως να εκλέξουν της πίναις, της καλόγνωμαις, το χταπόδι, το χαβιάρι και της λαγάναις των.

»Πωληταί και αγορασταί ήσαν χθες ηδελφωμένοι. Συμφωνίαι σχεδόν δεν εγίνοντο. Αι φωναί δε των πωλούντων τα χάβαρα (σ.σ.χαβιάρι) αντήχουν από μακράν ως ιαχαί ή ως ευοί! στρατού μαχομένου. Η όψις των θαλασσινών, μυριζόντων την παρθένον ευωδίαν των, τοις έδιδε μοναδικήν όψιν.

»Τα παντοπωλεία ήσαν αρειμανιώτατα περιβεβλημένα. Όλος ο Παρνασσός τα είχε στεφανώσει. Ουδέποτε τόσαι δάφναι εκόσμησαν τα Φάρσαλα. Δεν επρόφθαινον οι παντοπώλαι να ζυγίζουν, να δίδουν, να εκτιμούν, να λογαριάζουν. Υφίστατο τακτική πολιορκία, δι' ην εδέησε να προσκαλέσουν και επικούρους δυνάμεις…







»Αι παρέαι ενέσκηπτον μαζύ συντεταγμέναι και ήκουες πλέον τα συμβούλιά των:
_Να πάρουμε και 'μύγδαλα
_Όχι φθάνουν τα πορτοκάλια
_Μωρέ η ρετσίνα ταραμά σηκόνει και τίποτ' άλλο!
»Και οι αρτοπώλαι αυτοί, οι καθ' όλας τας γαστρονομικάς ώρας του έτους διατηρούντες μονοτονίαν ανεμομύλου, είχον προχθές την ποίησίν των. Επώλουν αφράτας, μαλακάς, ολίγον λιψάς λαγάνας, ήτοι κυρίαι μου, πήταις, έθιμον και αυτό της Καθαράς Δευτέρας».
                                              ***
Αφού περιγράψαμε τις πυρετώδεις προετοιμασίες που έκαναν οι πρόγονοί μας, για μια από τις πιο πανηγυρικές τους γιορτές, ας δούμε τώρα τι γινόταν την Καθαρή Δευτέρα:

Απ’ όλα τα σημεία της πόλης ξεκινούσαν πρωΐ-πρωΐ με τα πόδια, «συν γυναιξί και τέκνοις», οι εορτασταί ή πανηγυρισταί, όπως αποκαλούνταν, για να βρεθούν στο μεγάλο και γραφικό χώρο, όπου οι Στύλοι του Ολυμπίου Διός.

Οι μικροπωλητές είχαν πιάσει εντωμεταξύ όλα τα επίμαχα πόστα, περιμένοντας χρυσές δουλειές με τα καλούδια που είχαν κουβαλήσει: κρητικά πορτοκάλια, χουρμάδες, φουντούκια, φιστίκια, στραγάλια, παστέλια, ζαχαρωμένους κοκορίκους, το μελένιο το χαλβά, που τον έκοβαν με το σκεπαρνάκι, ελιές, ταραμάδες, θαλασσινά, αχινούς, μύδια, στρείδια, κρεμμύδια, σκόρδα, λαγάνες, κρασιά, καρύδια, σύκα, χαϊμαλιά, σουτζούκια, σταφίδες, κυδωνόπαστα, κουλούρια με σουσάμι.

Άλλοι με τη στάμνα στον ώμο πουλούσαν «κρυονέρι απ’ του παπά τ’ αμπέλι»:

Εδώ είναι το κρύο, μια πενταρούλα δύο

Εδώ είναι το μπούζι... γλυκό σαν το καρπούζι

Πάρτε, παιδιά, να πιήτε... πάρτε να δροσιστήτε.

Φυσικά, όλα αυτά αγοράζονταν ως έξτρα, διότι κάθε οικογένεια ερχόταν οργανωμένη, με τις δικές της προμήθειες. Η βελέντζα στρωνόταν στο γρασίδι και τα καλάθια άνοιγαν στη μέση, γεμάτα νηστίσιμες λιχουδιές. Όλοι έτρωγαν με τα δάχτυλα, η μια παρέα κολλητά στην άλλη. Τα αστεία και τα πειράγματα έδιναν κι έπαιρναν, ενώ οι νεαρότεροι χόρευαν ακατάπαυστα, κυρίως τσάμικο. Οι προχειροφτιαγμένοι χάρτινοι αετοί είχαν την τιμητική τους …

Νωρίς το απόγευμα, το σκηνικό έμοιαζε με πεδίο μετά τη μάχη. Πολλοί οι μεθυσμένοι• άλλοι κοιμούνταν ξαπλωμένοι στα χόρτα μ’ ένα μαντίλι στο πρόσωπο για τον ήλιο. Τα δουλικά -όπως αποκαλούσαν τότε τις υπηρέτριες- έτρεχαν με τους στρατιώτες-«ξαδερφάκια».

Όσο προχωρούσε το μεσημέρι οι φωνές και τα τραγούδια, οι γκάιντες και τα νταούλια αντηχούσαν όλο και λιγότερο. Νύχτωνε νωρίς. Σε λίγο ο χώρος θα άδειαζε.

Τι έμενε; Χιλιάδες φλούδες από πορτοκάλια, μυριάδες όστρακα θαλασσινών και φυσικά κάθε μορφής παλιόχαρτο. Όλοι εύχονταν ότι ο αέρας θα τα στροβίλιζε προς τη μεριά της «χωματερής», στο Θησείο...

Θωμάς Σιταράς (Αθηναιογράφος)



Διαβάστε περισσότερα στο www.paliaathina.com
http://www.protothema.gr

Η αλλαγή στα κακόηχα, άκομψα και θλιβερά επώνυμα!

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΛΕΜΠΕΣΗΣ
του Ελευθερίου Γ. Σκιαδά.

Ο ασυμβίβαστος Νικόλαος Π. Θηβαίος (1902-1948), του οποίου η βιογραφία δεν κοσμεί τα λεξικά και τις εγκυκλοπαίδειές μας, υπήρξε από τους ευφυέστερους νομικούς της χώρας μας, με σπινθηροβόλο πνεύμα και ιστορικοφιλοσοφικές ανησυχίες. Είχε τη δυνατότητα να τροφοδοτεί τον περίγυρό του με γόνιμους προβληματισμούς και να προκαλεί συζητήσεις. Όπως μας πληροφορεί ο Ευάγγελος Λεμπέσης, «εις αυτόν τον ανεξάντλητον εις εμπνεύσεις και εις παντοειδή πρωτοτυπίαν επιστήμονα» οφείλεται η συγγραφή της περίφημης πραγματείας του «Η τεράστια κοινωνική σημασία των βλακών εν τω συγχρόνω βίω»! Εξάλλου, στη δική του εφημερίδα, την «Εφημερίδα των Ελλήνων Νομικών», πρωτοδημοσιεύθηκε το 1941. Δεν ήταν όμως η μόνη. Με τα άρθρα του συχνά τροφοδοτούσε τις στήλες των χρονογράφων. Το ίδιο συνέβη και πριν από 70 χρόνια, καταμεσής της Κατοχής, το 1943, όταν έβαλε σε πραγματικούς μπελάδες τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Παύλο Παλαιολόγο.
                                                       Π. ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Σε άρθρο του που δημοσίευσε στην εφημερίδα του, ο Ν. Θηβαίος αναρωτιόταν τι σημαίνουν τα επώνυμα. Συμπέραινε δε, μεταξύ άλλων, πως και μόνον το άκουσμα πολλών ονομάτων ανακαλούσε σε όποιους το άκουγαν κοπρώνες και μιάσματα ή προκαλούσε γέλια στα χείλη του αναγνώστη ή του ακροατή. Αυτό ήταν. «Τσίμπησε» ο Π. Παλαιολόγος και έσπευσε να γράψει το καθημερινό χρονογράφημά του υποστηρίζοντας πως διατηρούσε ένα μακρύ κατάλογο ονομάτων τόσο τολμηρών που δεν μπορούσε να τα δώσει προς δημοσίευση. Περιορίστηκε δε να αναφερθεί σε επώνυμα κακόηχα, άκομψα, θλιβερά ή αηδιαστικά, ή σε επώνυμα που έδιναν ιδιότητες που δεν είχαν οι κάτοχοί τους ή εάν τις είχαν δεν ήθελαν κάποιος να τους τις θυμίζει. Ε, έφτανε ο καημός σε όποιον λεγόταν Άσοφος, Κακίας, Καμπούρης, Κουφός, Τραυλός, Κοντομίχαλος, Αγέλαστος, Βάσανος, Κατσούφης, Μαύρος, Κλεφτογιάννης. Ήταν ανάγκη να τους το θυμίζουν;
Αυτά έγραφε ο Παλαιολόγος, ο οποίος είχε εντυπωσιαστεί από το γεγονός ότι είχε φύγει από τη ζωή στον Βόλο κάποιος που πέρασε τη ζωή του Λερωμένος και με την ονομαστική αυτή ακαθαρσία παραδόθηκε στην αιωνιότητα. Επίσης, ότι κάποια επίθετα όπως Τουρκοβασίλης, Φράγκος, Ολλανδέζος, Αρμένης, Αρβανίτης κ.ά. παρέπεμπαν σε τόπους καταγωγής. Ακόμη επώνυμα που διέστρεφαν την επαγγελματική ιδιότητα του φέροντος όπως ο δημοσιογράφος Βουτυράς, οι δικηγόροι Λαδάς και Τσουκαλάς, ο αλευράς που λεγόταν Τσαγγάρης και ο Τσαγγάρης που διηύθυνε το Πρακτορείο Εφημερίδων. Πιθανολογούσε δε το παράδοξο να παραμερίζεται ο κ. Νερουλός και επικεφαλής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας να μπαίνει ο Φωτιάς, αντί του Καμμένου που τον καταλάμβανε το όριο ηλικίας. Αναφερόμενος σε πραγματικά πρόσωπα των ημερών του έγραφε πως βρέθηκε Μητροπολίτης με μισή ντουζίνα παιδιά, Αρχιμανδρίτης με χαρτοπαικτικές λέσχες, Καλόγηροι με καμπαρέ, Παπάδες με τη μπλούζα χειρούργου και Διάκοι που κυβερνούσαν Εκκλησία και Πολιτεία.


Ως άκομψα κατέγραφε τα επώνυμα Καραμπατζάκογλου, Ακτσηογλούς, Καραμπαρμπούνης, Αλογογιάννης και Χατζημπερμπάντης, ενώ δεν παρέλειψε να σχολιάσει τους εργολάβους κηδειών Ζώη και Χάρο, τον δικηγόρο Ψευδό, τον τενόρο Λαπά ή τις κυρίες Γίδα, Κατρουλή, Τσίκνα κ.ά. Υπήρχαν βέβαια και τα επώνυμα που ταίριαζαν. Ο ανθοπώλης Φλεριανός, ο ζαχαροπλάστης Ζαχαράτος, ο ιδιοκτήτης Σχολής Στενογραφίας Μελέτης και Ξένων Γλωσσών Δασκαλάκης, ο πουκαμισάς Κολλάρος, ο δικηγόρος Δικαίος, ο αρωματοπώλης Ανθομελίδης, ο Γλυφαδιώτης φούρναρης Φουρναράκης , ο οινοπώλης Ξυδιάς, ο κουρέας Κτενάς και ο ράφτης Τσόχας. Ακόμη ο εστιάτορας Φασούλης, ο υποδηματοποιός Παπουτσής, ο ελαιοπώλης Λιόφαγος, ο ράφτης Καλοφορίδης και ο συμβολαιογράφος Δικαιοφύλαξ.
Τέλος, ο Παλαιολόγος συντασσόταν εμμέσως με την άποψη Θηβαίου πως σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες είχε επιβληθεί «νομοθετικώς εις τους πολίτας η αλλαγή ονομάτων μεμιασμένων, γελοίων ή εν προφανεί δυσαρμονίαν προς την ανθρωπίνην αξιοπρέπειαν». Τι το ήθελε να ασχοληθεί με τα επώνυμα ο Παλαιολόγος. Ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε. Οι αντιδράσεις ήταν σφοδρές και οι επιστολές που έλαβε ακόμη περισσότερες. «Από την αποφράδα εκείνη ημέρα βαρέθηκα να ανοίγω επιστολές» εξεμολογήθηκε ο έμπειρος δημοσιογράφος, προσθέτοντας ότι «του Έλληνος ο τράχηλος αστεία δεν υπομένει». Οργισμένος ο Καραμπατζάκογλου του έγραψε πως μέχρι ύστατης πνοής θα επιμείνει να φέρει το τιμημένο επώνυμό του που θύμιζε την αλησμόνητη Ασία, ενώ μέχρι τη στερνή του άχνα επέμενε ότι θα φέρει το επώνυμό του και ο λόγιος Τενεκές. Βέβαια, υπήρξαν και εκείνοι που είδαν το θέμα με ψυχραιμία και χιούμορ. Στους πρώτους ανήκε ο φιλόλογος Μιχαήλ Μιχαηλίδης Νουάρος, ο οποίος ανέλυσε την προέλευση των ελληνικών επωνύμων. Ανάμεσα στους δεύτερους ήταν και ένας υπάλληλος τραπέζης που έλαβε φορτωτική στα ονόματα Μπρίκα και Καφφέ και αναζητούσε το καμινέτο του.

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

Ομόνοια: Τα κτίρια είχαν τη δική τους ιστορία





της Ηρώς Κουνάδη
Πλατεία Ομονοίας –Τι πρίμαις! Τι τενόροι! 
Τι όμορφα κομμάτια και τι σουλατσαδόροι! 
Πηγαίνει τόσος κόσμος το θέαμα να ίδη 
και σπρώχνεται και σπρώχνει και γίνεται μουσκίδι. 
Και όσοι δεν καθίζουν δι’ έλλειψιν χρημάτων, 
όρθιοι απολαμβάνουν των πέριξ θεαμάτων. 
Απάνω κάτω τρέχουν με δίσκους τα γκαρσόνια 
και πέφτουν κάπου κάπου και μερικά κανόνια. 
Τουτέστιν μ’ άλλους λόγους μες στο πολύ ασκέρι, 
μέσα στων καφενείων το τόσο νταραβέρι 
μες στις φωναίς, στα πιάνα, στους κρότους, στην κουβέντα, 
ξεχάνουν να πληρώσουν πολλοί τα τραταμέντα. 

Τέτοια έγραφε ο Γεώργιος Σουρής για την αθηναϊκή «πλατεία των πλατειών» στα τέλη του 19ου αιώνα. Η Ομόνοια μπορεί σήμερα να μην θυμίζει τίποτα από την παλιά της αίγλη, όμως μια φορά κι έναν καιρό ήταν το πιο κοσμικό σημείο και η πιο λαοφιλής βόλτα στην πόλη. Θα το καταλάβετε, την επόμενη φορά που δεν θα περάσετε τρέχοντας και με το βλέμμα κατεβασμένο, αν κοιτάξετε ψηλά: Μερικά από τα πιο αριστοτεχνικά κτίρια εκείνης της περιόδου (όσα γλίτωσαν από τη λαίλαπα των κατεδαφίσεων) αγκαλιάζουν περιμετρικά την πλατεία –που αργά αλλά σταθερά βγαίνει από το σκοτάδι και την σιωπή της, κάνοντάς μας να ελπίζουμε ότι σε μερικά χρόνια θα επανέλθει στη ζωή της πόλης, αλλά αυτό είναι μια άλλη μεγάλη συζήτηση. 

Μπάγκειον και Μέγας Αλέξανδρος 

Ο Ιωάννης Μπάγκας ήταν μεγάλος εθνικός ευεργέτης από την Κορυτσά της Βορείου Ηπείρου, με μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ιστορία: Έχοντας δημιουργήσει τεράστια περιουσία στη Ρουμανία, το 1889 αποφάσισε να την δωρίσει όλη στο ελληνικό κράτος. Όταν λέμε όλη, εννοούμε όλη: Ο Μπάγκας δέχτηκε να πάρει μόνο μια σύνταξη 400 δραχμών τον μήνα από το ελληνικό δημόσιο, κι αυτό επειδή ο Χαρίλαος Τρικούπης επέμεινε πολύ ότι δεν ήταν δυνατόν ο μέγας ευεργέτης να μην έχει έστω τη δυνατότητα να ζει αξιοπρεπώς. Όταν πέθανε, ο Μπάγκας είχε καταφέρει να κάνει ένα σημαντικό κομπόδεμα από αυτήν την πενιχρή σύνταξη –το οποίο άφηνε εκ νέου, μέσω της διαθήκης του, στο ελληνικό δημόσιο. 

Ο Μπάγκας, λοιπόν, είχε αγοράσει το 1883 το οικόπεδο στο οποίο βρίσκεται σήμερα το εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο Μέγας Αλέξανδρος, για να χτίσει εκεί το σπίτι του. Το σχέδιο αυτό δεν το πραγματοποίησε ποτέ, και το Ξενοδοχείο Μέγας Αλέξανδρος, που σχεδιάστηκε όπως και το «δίδυμο» Μπάγκειον δίπλα του, από τον Έρνστ Τσίλλερ, ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1889. Τα δύο ξενοδοχεία δωρίθηκαν, μαζί με όλη την υπόλοιπη περιουσία του Μπάγκα, στο ελληνικό κράτος. Λειτούργησαν για έναν περίπου αιώνα, ως ξενοδοχεία Α’ κατηγορίας, με πελάτες κυρίως εύπορους Έλληνες από την επαρχία. Στη θέση όπου βρίσκεται σήμερα το Μπάγκειον υπήρχε μέχρι το 1883 κατοικία στην οποία έμενε η οικογένεια του Χαρίλαου Τρικούπη. Τα δύο δίδυμα ξενοδοχεία θεωρούνται αντιπροσωπευτικά του έργου του Τσίλλερ, και του όψιμου αθηναϊκού κλασικισμού. 

Τα έσοδα από την λειτουργία των ξενοδοχείων διατίθεντο για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Στην Κατοχή, επιτάχθηκαν και τα δύο από τους Γερμανούς. Στο υπόγειο του Μπάγκειον λειτουργούσε αρχικά το καφέ σαντάν του Μανέα, όπου ξένες κυρίως καλλιτέχνιδες τραγουδούσαν ιταλικά λαϊκά τραγούδια και αποσπάσματα από όπερες. Αργότερα, την θέση του πήρε το περίφημο καφενείο Μπάγκειον, στέκι λογοτεχνών της εποχής, μεταξύ των οποίων οι Γιάννης Ρίτσος, Κώστας Βάρναλης, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Άγγελος Τερζάκης και άλλοι. 

Ξενοδοχείο Κάρλτον 

Στη γωνία Δώρου και πλατεία Ομονοίας, το νεοκλασικό κτίριο που κτίστηκε τη δεκαετία του 1860 και πρόλαβε να κηρυχθεί διατηρητέο, γλιτώνοντας τον ορυμαγδό των κατεδαφίσεων, είναι κυρίως γνωστό για το café Νέον, που επέστρεψε στη ζωή της πλατείας πανηγυρικά πριν από λίγους μήνες, μετά το κλείσιμό του το 2010. Το «Νέον Βυζάντιο», όπως ήταν το αρχικό του όνομα, λειτούργησε για πρώτη φορά στο ισόγειο του ξενοδοχείου Κάρλτον το 1920 και γνώρισε τις μεγαλύτερες δόξες του την περίοδο 1925-1940. 

Ξενοδοχείο Εξέλσιορ 

Το υπέροχο νεοκλασικό στη γωνία Πατησίων και Πανεπιστημίου, που σήμερα στεγάζει την Εθνική Τράπεζα, πήρε στα τέλη του 19ου αιώνα την θέση της κατοικίας του αρχιτέκτονα Λύσανδρου Καυταντζόγλου, την οποία είχε σχεδιάσει ο ίδιος (για όσους χρειάζονται ένα φρεσκάρισμα της μνήμης, ο Καυταντζόγλου είναι ο αρχιτέκτονας του Πολυτεχνείου, του Αρσακείου και της εκκλησίας της Αγίας Ειρήνης, μεταξύ άλλων). Το κτίριο στέγασε αρχικά το ξενοδοχείο Βικτόρια, το οποίο το 1929 άλλαξε όνομα κι έμεινε στην ιστορία ως Εξέλσιορ. 

Γνωστό για την πολυτέλεια, την πανοραμική του θέα στην πλατεία και την γλωσσομάθεια των υπαλλήλων του, το Εξέλσιορ στέγαζε στο ισόγειό του το γαλακτοπωλείο-ζαχαροπλαστείο του Μπερνίτσα την περίοδο 1895-1899. Εδώ ήταν που οι Αθηναίοι δοκίμασαν για πρώτη φορά ένα εξαίσιο γλύκισμα από τας Ευρώπας, την κρέμα σαντιγί. Ο Παναγιώτης Μπερνίτσας, ο ιδιοκτήτης του, διέθετε δικό του βουστάσιο αρχικά στην οδό Ηπείρου και αργότερα σε ιδιόκτητο κτήμα στην Ιερά Οδό, απέναντι από τον Εθνικό Κήπο. Αναλάμβανε δεξιώσεις σε σπίτια της αριστοκρατίας της εποχής, καθώς και δημόσιες τελετές, ενώ έκανε και διανομή γάλακτος κατ’ οίκον. 



Φαρμακείο του Μπακάκου 
Τα θρυλικά «ραντεβού στου Μπακάκου» δεν δίνονταν από τους επαρχιώτες που έρχονταν στην Αθήνα στο 3 της οδού Αγίου Κωνσταντίνου, που γνωρίζουμε σήμερα ως φαρμακείο του Μπακάκου. Το ιστορικό σημείο συνάντησης βρισκόταν, από το 1917, στο ισόγειο του νεοκλασικού που στέγαζε το ξενοδοχείο Ομόνοια , στη γωνία της Αγίου Κωνσταντίνου (στον αριθμό 1) με την Ομόνοια. Γιατί να είναι ένα φαρμακείο ιστορικό, θα αναρωτηθείτε; Γιατί μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα φαρμακεία (ναι, τα φαρμακεία) ήταν χώροι συνάντησης πολιτικών. 

Το συγκεκριμένο συγκέντρωνε κατά κύριο λόγο πολιτικούς της βενιζελικής παράταξης, καθότι βενιζέλικος ήταν και ο Πέτρος Μπακάκος, ο φαρμακοποιός. Ένα τυπικό απόγευμα του 1919 στου Μπακάκου, ας πούμε, θα συναντούσατε τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου και τον Αλέξανδρο Διομήδη να συζητούν –ενίοτε και να λογοφέρνουν– με λογοτέχνες όπως ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, ο Μιλτιάδης Μαλακάσης και ο Ιωάννης Γρυπάρης. Το διώροφο νεοκλασικό κατεδαφίστηκε το 1938, και στη θέση του ανεγέρθηκε πολυώροφο κτίριο, στο ισόγειο του οποίου στεγάστηκε το φαρμακείο, μέχρι να μεταφερθεί στο 3 της Αγίου Κωνσταντίνου, όπου λειτουργεί μέχρι σήμερα. 

(*) Όλες οι πληροφορίες προέρχονται από το βιβλίο των Θανάση Γιοχάλα και Τόνιας Καφετζάκη, «Αθήνα- Ιχνηλατώντας την Πόλη με οδηγό την Ιστορία και τη λογοτεχνία», εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, 2012. 

(**) Όλες οι φωτογραφίες είναι από την σελίδα 
Η Αθήνα Μέσα στο Χρόνο.

Καθ' οδόν: Στη Νέα Ιωνία


Το Αδριάνειο Υδραγωγείο, σε εικόνα του 1997
Το Αδριάνειο Υδραγωγείο, σε εικόνα του 1997
Σ' ένα τέταρτο της ώρας, ο επιβάτης του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου βρίσκεται στο σταθμό της Νέας Ιωνίας, που είναι το κέντρο της πόλης. Με το λεωφορείο που έχει αφετηρία την οδό Στουρνάρη κοντά στο Πολυτεχνείο, όπως είναι φυσικό, ο χρόνος διάρκειας της διαδρομής επιμηκύνεται, γι' αυτό όσοι εξυπηρετούνται με το τρένο το προτιμούν.
Το παίρνουμε από τον κεντρικό σταθμό της Ομόνοιας και προχωρούμε χωρίς εμπόδια στον προορισμό μας. Το βαγόνι είναι σχεδόν πάντα γεμάτο με ανθρώπους λογιών λογιών, που τίποτα δεν τους εμποδίζει, εθνικότητα, ήθη, θρησκεία, να συνταξιδεύουν φιλικά διακείμενοι ο ένας προς τον άλλο. Βέβαια, κάποτε μέσα από τούτο το ανθρώπινο χαρμάνι ακούγεται κάποιος να λέει ότι χάθηκε το πορτοφόλι του και ...να φωτογραφίζει τους αλλοδαπούς για το πάθημά του. Ως ένα βαθμό δεν έχει άδικο, όμως έχουμε και τους δικούς μας επιδέξιους πορτοφολάδες! Με τα φώτα αναμμένα βγαίνει από το τούνελ ο συρμός και το φως της μέρας είναι μια ανακούφιση για το επιβατικό κοινό. Στους επόμενους σταθμούς ως τα Κάτω Πατήσια, οι πιο πολλοί που κατεβαίνουν είναι ξένοι με πλεονάζοντες τους Αλβανούς, αλλά και οι έγχρωμοι δεν είναι λιγοστοί. Οι ξένες παροικίες αυξάνουν και πληθύνονται. Τα Κάτω Πατήσια της αστικής κοινωνίας, όπως και η Κυψέλη παλιά, που για τον μεροκαματιάρη δεν υπήρχε πρόσβαση, έχουν ...αλωθεί από φτωχούς μετανάστες! Στον Αγιο Ελευθέριο και τα Ανω Πατήσια οι ξένοι λιγοστεύουν. Η ...άρια φυλή υπερτερεί!
Στους ...Ποδαράδες

Τέρμα Πατησίων, εδώ σταματά ο κεντρικός δρόμος, που φέρνει την ονομασία της πασίγνωστης συνοικίας. Στο σωματείο αυτό, που οι παλιοί Αθηναίοι ονόμαζαν Αλυσίδα, κατέβαιναν υποχρεωτικά οι πρώτοι κάτοικοι της Νέας Ιωνίας που δούλευαν στο κέντρο και ποδαρόδρομο πήγαιναν στους Ποδαράδες, καθώς έτσι λεγόταν ο προσφυγικός συνοικισμός τους, που οικοδομήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1930 για να στεγάσει τα θύματα του ξεριζωμού της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Η ονομασία Ποδαράδες δεν πιστεύω να προήλθε από την ταλαιπωρία των προσφύγων που περπατούσαν χιλιόμετρα για να πάνε στη δουλιά τους, υπάρχει και η εκδοχή ότι η περιοχή αυτή ονομάστηκε έτσι στην αρχαιότητα επειδή οι κάτοικοί της ...ένιπταν τα πόδια στους στον ποταμό Ποδονίφτη, του οποίου το όνομα έφερε η Νέα Φιλαδέλφεια πριν μετονομαστεί! Αντε τώρα να βρεις την αλήθεια!
Του Ποδαράδες τους γνώρισα σε πολύ μικρή ηλικία, καθώς οι γονείς μου είχαν συγγενείς στο συνοικισμό και νιώθανε την επιθυμία να τους βλέπουν τακτικά. Το ίδιο κι εκείνοι, παρά τις δυσκολίες της συγκοινωνίας κατέβαιναν τακτικά στην Κοκκινιά και γινόταν του Κουτρούλη το πανηγύρι με τα εξαδελφάκια μου.
Η εξάλειψη της γειτονιάς
Αυτά σε ό,τι αφορά τον παλιό καλό καιρό. Σήμερα ο συνοικισμός δε διακρίνεται πουθενά. Σπάνια θα συναντήσει ο επισκέπτης κάποιο απομεινάρι του. Τα σπιτάκια της «αποκατάστασης», όλα ομοιόμορφα κεραμιδοσκέπαστα, με βασικά υλικά κατασκευής την πέτρα, την ξυλεία, το κεραμίδι, έχουν κατεδαφιστεί και στη θέση τους υψώνονται τα τσιμεντένια κλουβιά της απομόνωσης και της εξάλειψης της γειτονιάς. Η συνοικία ενωμένη ολόγυρα με τις άλλες δεν παρουσιάζει τίποτα το ξεχωριστό, μόνον οι ονομασίες των πόλεων διαφέρουν. Εκείνο που εντυπωσιάζει στην περιοχή είναι τα μισογκρεμισμένα εργοστάσια, όπως του Μποδοσάκη και άλλα που έπαψαν να λειτουργούν από ετών, με αποτέλεσμα τα παραγωγικά χέρια να βρίσκονται σε αδράνεια και το σαράκι της ανεργίας να ροκανίζει ψυχές. Αυτά σε μια πόλη που έσφυζε από ζωή και κίνηση και στην αγορά της δεν ήταν λίγοι εκείνοι που έρχονταν να κάνουν τα ψώνια τους από γειτονικές συνοικίες, μα και μακρινές.
Το ρέμα του Ποδονίφτη, όπως ήταν το 1994
Το ρέμα του Ποδονίφτη, όπως ήταν το 1994
Κάποια από τα τεράστια εγκαταλειμμένα κλωστοϋφαντουργεία, βαμβακουργεία, εριουργεία και ό,τι άλλο σχετίζεται με την ύφανση, μέσα στα οποία πλήθος υφαντριών, κυρίως, κέρδιζαν το μεροκάματο του μόχθου, ανακαινίζονται και μεταμορφώνονται σε ελκυστικά σούπερ μάρκετ, όπου ο καταναλωτής βρίσκει τα πάντα από καρφιτσοθήκη μέχρι ...φασολάδα! Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τα μικρομάγαζα να βάζουν λουκέτο, και είναι τόσο πολλά. Στα απέραντα πολυκαταστήματα, κάποιοι χασομέρηδες ηλικιωμένοι πηγαίνουν, παίρνουν κατιτί και κάνουν έναν περίπατο, περνώντας την ώρα τους περιδιαβαίνοντας στους διαδρόμους και απολαμβάνοντας, οπτικά, της ψυχής τους τ' αγαθά!
Η Νέα Ιωνία που περιτριγυριζόταν από πευκοδασύλλια, μια φορά κι έναν καιρό, σήμερα δεν μπορεί να υπερηφανεύεται για το πράσινό της. Να υπερηφανευτεί για το πλήθος των γιωταχί της, ναι! Είναι τόσα πολλά, που οι κάτοχοί τους δυσκολεύονται να βρουν μια πατημασιά γης να τα παρατήσουν. Πάλι καλά, θα πει κανείς σε σχέση με άλλες συνοικίες της Αθήνας, όπου η κατάσταση είναι εξωφρενική! Δίνονται μάχες για μια θέση παρκαρίσματος!
Αυτά εν ολίγοις από τον άλλοτε προσφυγικό συνοικισμό, που στέγασε τους καταπονημένους ομοεθνείς που ρίζωσαν και πρόκοψαν με την εργατικότητά τους στον τόπο αυτό στους πρώην Ποδαράδες!

Και περπατούσαν ως το τέρμα Πατησίων για να πάρουν λεωφορείο. Εδώ είναι το τέρμα και της δικής μας λειψής περιήγησης στη Νέα Ιωνία.

Χάθηκαν οι παλιές οι γειτονιές...
Χάθηκαν οι παλιές οι γειτονιές...

Σήμερα, τα αυτοκίνητα και οι πολυκατοικίες έχουν πνίξει την περιοχή και τους κατοίκους της
Σήμερα, τα αυτοκίνητα και οι πολυκατοικίες έχουν πνίξει την περιοχή και τους κατοίκους της

Βαγγέλης ΜΗΝΙΩΤΗΣ

Απωλέσθη υπηρέτρια 13 ετών, μετρίου αναστήματος και ξανθή

Οι Θανάσης Γιοχάλας και Ζωή Βαΐου έκαναν την έκπληξη καθώς συγκέντρωσαν 2.600 αγγελίες της περιόδου 1833-1940 στο βιβλίο τους «Ο Κίτσος ο Λεβέντης, και άλλες αγγελίες» (εκδ. Εστία).


Απωλέσθη υπηρέτρια 13 ετών, μετρίου αναστήματος και ξανθή

Οι αγγελίες χωρισμένες σε έντεκα ενότητες (από διαφημιστικές και χιουμοριστικές έως αρραβώνων, γάμων και διαζυγίων, ή για προσφορά & αναζήτηση εργασίας) και όλες ερανισμένες από 140 εφημερίδες και περιοδικά της Αθήνας (αν και υπάρχουν αναφορές και σε άλλες πόλεις) χτίζουν την τοιχογραφία ενός (ελληνικού) αιώνα. Πίσω από τις αγγελίες προβάλλουν ήθη της εποχής ‒πολλές από αυτές θα ξεσήκωναν σήμερα την οργή καθώς δεν συνάδουν με την πολιτικά ορθή σκέψη‒, σκιαγραφούνται ανθρώπινοι τύποι, αναδύονται συμπεριφορές, ενώ μέσω αυτών παρακολουθείς την εξέλιξη της γλώσσας που συνδέει «ομηρικά σπαράγματα» με τύπους της λόγιας γλώσσας και την ακραιφνή αρχαϊζουσα με τη λαϊκή. Επιπλέον, οι δύο αγγελιο-συλλέκτες ‒στους οποίους αξίζουν το λιγότερο συγχαρητήρια‒ επιχειρούν συγκεντρωτικά συμπεράσματα για κάθε μία από τις κατηγορίες. Ο τόμος (507 σελ.) θα μπορούσε να συνυπολογιστεί στους τόμους της ελληνικής ιστορίας, αν και τη θέση του στη βιβλιοθήκη θα διεκδικήσουν τόσο τα αφιερωμένα στην ελληνική γλώσσα ράφια όσο και αυτά με τα «χιουμοριστικά» βιβλία.
Απωλέσθη υπηρέτρια 13 ετών, μετρίου αναστήματος και ξανθήΕδραπέτευσεν ο Κίτσος ο λεβέντης, η έλαφος του κ. Παρασκευαΐδου. Ο συλλαβών αυτήν παρακαλείται να την παραδόση τω ιδιοκτήτη.
Εφημερίς
ΕΤΟΣ Ε΄, ΑΡΙΘ. 19
Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 1878
Δούλη νέα δωδεκαετής και επιτηδεία ζητεί κύριον.
Η «Φήμη»
ΕΤΟΣ Β΄, ΑΡΙΘ. 98
Σάββατον 19 Φεβρουαρίου 1838
Μία υπηρέτρια νέα, έως 22 ετών, ωραία εις υπερβολήν, ζητεί να συσταθή ως τοιαύτη εις κανένα Κύριον, με συμφωνίαν όμως έγγραφον να μην την ενοχλήση εις την τιμήν της, ειδέ μη, θέλει τον ενάξει εις το δικαστήριον να τη πληρώση όλον το χρονικόν της μισθόν και ν’ αναχωρήση απ’ αυτόν.
Η «Φήμη»
ΕΤΟΣ Α΄, ΑΡΙΘ.61
Σάββατον2 Οκτωβρίου 1837

Ντατά ζητεί οικίαν. Η διεύθυνσις εις το γραφείον της «Εφημερίδος».
Εφημερίς
ΕΤΟΣ Δ’, ΑΡΙΘ. 351
Σάββατον  17 Δεκεμβρίου 1877
Ζητούνται 10 καλαί θηλάστραι εσωτερικαί δια το Νηπιακόν Ορφανοτροφείον. Ο μισθός αυτών ωρισθή εις δρ. 45 κατά μήνα.
Εφημερίς
ΕΤΟΣ Α΄, ΑΡΙΘ. 278
Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 1882
Ο αρχιμουσικός κ. Σάιλερ απώλεσε προχθές εν ταις αμάξαις του σιδηροδρόμου ή παρά τους σταθμούς, την ράβδον της μουσικής αρχηγίας (baquette) και προσφέρει αμοιβήν 25 φρ. εις ον τινά, ήθελεν εύρει και αποδώσει αυτό.
Εφημερίς
ΕΤΟΣ Ε΄, ΑΡΙΘ. 146
Παρασκευή 26 Μαΐου, 1878
ΜΠΙΖΕΛΙΑ ΠΡΑΣΙΝΑ ΡΩΣΙΚΑ εις σάκκους, βράζοντα ταχέως, ευρίσκονται παρά τω εν Πειραιεί φαρμακοποιώ κυρίω Ραυτοπούλω.
Ώρα
ΕΤΟΣ Ε΄, ΑΡΙΘ. 19
Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 1879
Παρά τη οικία του Ιω. Σαχίνη πλησίον της βρύσεως του θεάτρου πωλούνται βδέλλαι πρώτης ποιότητος και εις μέτριαν τιμή.
Η Ταχύπτερος Φήμη
ΕΤΟΣ ΙΖ΄, ΑΡΙΘ. 1.044
Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 1853
Ζητούμεν συγγνώμην παρά των εντιμότατων κ.κ. μπάρμπα-Λάμπρου και γερο-Σταματιάδου του έμπορο-λαμπαδο-μεταπρατοταβερνιάρη και λοιπών Χαλκιδέων, επιστρεψάντων το φύλλον εις τον όγδοον αριθμόν, διότι δεν ηδυνήθημενεις το αναχείρας φύλλον να τους θυμιατίσωμεν, και τούτο ένεκεν χώρου, ως ελλείψεως φιλοτιμίας αυτών. Ας λάβουν ολίγην υπομονήν και θέλομεν τους ευχαριστήσει προσεχώς με το παραπάνω.
Εμπαίκτης
ΕΤΟΣ Α΄, ΑΡΙΘ. 9
Σάββατον 9 Ιουνίου 1873
Νέος εκ του εξωτερικού, ηλικίας 32 ετών, χήρος άνευ τέκνου, αλλά μονόφθαλμος, έχων δε μηνιαίον εισόδημα δρ. 170, επιθυμεί να νυμφευθή γυναίκα έχουσαν ανάλογον εισόδημα και ανάλογον ελάττωμα. Πληροφορίαι δι’ επιστολών προς τον κ. Σ.Φ. γραφείο «Θορύβου»
Θόρυβος
ΕΤΟΣ Α΄, ΑΡΙΘ, 3
7 Ιουλίου 1898

Η ΜΑΥΡΗ ΑΓΟΡΑ


Η ΖΩΗ στην Αθήνα της Κατοχής είναι συνυφασμένη, στις αναμνήσεις, τις μαρτυρίες αλλά και στις επιστημονικές εργασίες, με τη μαύρη αγορά. Μια αγορά ανεπίσημη, περίπου υπόγεια, που λειτουργούσε έξω από τους κρατικούς ― μερικές φορές και τους κοινωνικούς ― κανόνες, δεν ελεγχόταν από καμιά αρχή και δεν ακολουθούσε άλλη πολιτική κοστολόγησης πέρα από το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης. Πίσω όμως από αυτόν τον αφαιρετικό ορισμό, κρύβονται πολλές διαφορετικές καταστάσεις και λειτουργίες. Εκείνο που ιδιαίτερα μας ενοχλεί δε, είναι ότι κρύβονται τελείως διαφορετικά μεγέθη και αξιολογικά κριτήρια. Καθώς, η μαύρη αγορά, άφησε πίσω της κακές ως χείριστες αναμνήσεις σε όσους την έζησαν. Και ο όρος μαυραγορίτης έχει και στις μέρες μας ακόμη μάλλον κακή σημασία. Μέσα από αυτή τη «δικαστική» οδό βιαζόμαστε να χαρακτηρίσουμε και να καταδικάσουμε πράγματα που λίγο καταλαβαίνουμε. Γιατί η μαύρη αγορά στις πόλεις της κατεχόμενης Ελλάδας δεν είχε ένα και μόνο πρόσωπο, μια και μόνη λειτουργία. Ας δούμε τα πράγματα από κοντά.
Κατοχική Αθήνα. Στην οδό Αθηνάς ένα καμιόνι ξεφορτώνει κάτι πολύτιμο, ίσως ένα φορτίο ρύζι. Γύρω καραδοκούν... αδιάφορα οι μικροί σαλταδόροι, σχεδιάζοντας τις κινήσεις του αιφνιδιασμού που ίσως τους αποφέρει κάποια πενιχρή λεία. Στην ισορροπία τρόμου της κατοχικής επιβίωσης, οι σαλταδόροι, τα μικρά παιδιά που πηδούσαν στα φορτηγά εν κινήσει για μια γρήγορη και επικίνδυνη λαφυραγωγία, ήταν ο πιο αδύναμος «εταίρος» στο παιχνίδι της ανάγκης ― ο μαυραγορίτης, χορτασμένος και αδίστακτος, βρισκόταν στο απολύτως αντίθετο άκρο. Φωτογραφία του Κώστα Παράσχου από το λεύκωμα «Η Κατοχή», εκδ. «Ερμής», Αθήνα 1997. Ο παλαίμαχος δημοσιογράφος Κώστας Παράσχος, δουλεύοντας στη διάρκεια της Κατοχής στην εφημερίδα «Πρωία» και έχοντας ταυτόχρονα το «χόμπυ» της φωτογραφίας, τράβηξε από την κατοχική ζωή, ιδίως της Αθήνας (1941 ― 1944), γύρω στις 850 φωτογραφίες. Σήμερα αποτελούν ένα ντοκουμέντο από τα θλιβερό εκείνα χρόνια.

Από το καλοκαίρι του 1941, λίγο μετά την κατάρρευση, οι ελλείψεις βασικών ειδών διατροφής και πρώτης ανάγκης έγιναν αισθητές στην Αθήνα. Οι λόγοι της πενίας αυτής ήταν πολλοί: η διακοπή των θαλάσσιων μεταφορών και των εισαγωγών από το εξωτερικό, η κακή σοδειά του 1941 αλλά κυρίως, η κατάρρευση του δικτύου μεταφορών της χώρας, σιδηροδρομικού και οδικού που έκανε αδύνατη τη μεταφορά γεωργικών προϊόντων στην πρωτεύουσα. Στις συνθήκες αυτές το νομικό και διοικητικό πλέγμα μέσα από το οποίο η κατοχική κυβέρνηση του Τσολάκογλου και οι αρχές κατοχής ήλπιζαν ότι θα βρουν λύσεις στο επισιτιστικό αδιέξοδο που διαφαινόταν, κατέρρευσε πλήρως. Ακόμα και όταν οι παραγωγοί παρέδιδαν τη συγκομιδή τους στις τοπικές αρχές, αυτή δεν μπορούσε να μεταφερθεί στην πρωτεύουσα και να διανεμηθεί με οργανωμένο τρόπο.

Προϋπόθεση επιβίωσης

Στην θέση της επίσημης πολιτικής και των ρητορικών, στις συνθήκες της εποχής, κυβερνητικών μέτρων, ξεκίνησε προοδευτικά μια διαδικασία απευθείας ανταλλαγών ανάμεσα στους Αθηναίους και στους κατοίκους της υπαίθρου. Οι πρώτοι, όλο και συχνότερα άρχισαν να ταξιδεύουν στην επαρχία, ατομικά ή σε ομάδες, για να αγοράσουν με χρήμα ή να ανταλλάξουν σε είδος όταν το τελευταίο έπαψε να είναι επιθυμητό στους αγρότες που δεν ήξεραν τι να το κάνουν στις επαρχιακές συνθήκες, τρόφιμα, λάδι, καλαμπόκι, στάρι, όσπρια. Από την άλλη μεριά οι αγρότες των κοντινών προς την Αθήνα περιοχών μετέφεραν τα προϊόντα τους στην πόλη και τα διέθεταν σε τιμές και σε είδος που η ανάγκη των Αθηναίων καθόριζε. Από την μια πλευρά δημιουργήθηκε ένα απίστευτο ρεύμα ανθρώπινης κίνησης που οδηγούσε τους Αθηναίους ως τον Μοριά, την Θεσσαλία ή και την Μακεδονία και από την άλλη, στις περιφερειακές ― προσφυγικές κυρίως ― συνοικίες της Αθήνας δημιουργήθηκαν ζώνες ανταλλαγών και ευκαιριών. Για να αξιοποιήσουν τις τελευταίες οι Αθηναίοι και οι Αθηναίες κυκλοφορούσαν πάντα στους δύσκολους αυτούς καιρούς με βασικά εφόδια: σακίδιο στην πλάτη ή δίχτυ για ψώνια πάντα έτοιμο στο χέρι. Καθώς προχωρούσαν οι κατοχικές εβδομάδες η μαύρη αγορά έγινε τρόπος ζωής και προϋπόθεση επιβίωσης για τους Αθηναίους. Επρόκειτο για φαινόμενο μαζικό, όπου δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι συμμετείχαν. Οι αρχές κατοχής και η κυβέρνηση Τσολάκογλου ανέχθηκαν ως και ενθάρρυναν μια κατάσταση ανεπιθύμητη μεν πολιτικά που έλυνε όμως, κατά κάποιο τρόπο, τα αδιέξοδα που δημιουργούσε η δική τους αδυναμία. Παρά τη δηλωμένη πρόθεση τους να ελέγξουν κεντρικά και απόλυτα την παραγωγή και την κατανάλωση των βασικών ειδών, απελευθέρωσαν προοδευτικά την μετακίνηση μικροποσοτήτων τροφίμων με πρόσχημα την εξυπηρέτηση των «οικογενειαρχών». Αργότερα, από το φθινόπωρο, ανέχθηκαν ή και ενθάρρυναν τη δημιουργία καταναλωτικών συνεταιρισμών και συσσιτίων, κίνηση που δημιούργησε οργανωτικούς ιστούς, πολλοί από τους οποίους ενσωματώθηκαν αργότερα στα κινήματα αντίστασης. Όσοι δεν είχαν τα μέσα να μπουν στο σύστημα, οι φτωχοί, οι πρόσφυγες, οι απόκληροι, οι ξεκομμένοι φαντάροι, όσοι δηλαδή δεν είχαν τίποτα να ανταλλάξουν και να πουλήσουν αποτέλεσαν τον κύριο όγκο των θυμάτων της πείνας τον τρομερό χειμώνα 1941 ― 42. Για τους υπόλοιπους η επιβίωση μέσα από την μαύρη αγορά ήταν μια οικονομικά επώδυνη ως καταστροφική υπόθεση. Προίκες και σπίτια πουλήθηκαν για να βρεθούν οι αναγκαίοι για τη συμμετοχή στο σύστημα πόροι. Τα χρυσαφικά και οι χρυσές λίρες ήταν το πλέον ζητούμενο. Ολόκληρη η πόλη έμοιαζε με τεράστιο παζάρι όπου οι πάντες αγόραζαν και πωλούσαν με πιο εμφανείς τους αυτοσχέδιους μικροπωλητές που πρόσφεραν από χόρτα του βουνού ως καυσόξυλα και αυτοσχέδια γλυκά σε κάθε γωνιά της πόλης.

«Καρχαρίες»


Από την άλλη μεριά υπήρξαν οι ιδιαίτερα ευνοημένοι στις συναλλαγές αυτές. Όσοι βρέθηκαν με αποθέματα τροφίμων, φαρμάκων και άλλων απαραίτητων ειδών. Όσοι εκμεταλλεύθηκαν τις σχέσεις τους με τον κόσμο της υπαίθρου για να δημιουργήσουν δίκτυα. Πολλοί δικηγόροι, για παράδειγμα, μετέτρεψαν τα γραφεία τους σε κέντρα συναλλαγών. Ακόμα, όσοι είχαν σχέσεις με τις αρχές και το στρατό κατοχής και μπορούσαν να χρησιμοποιούν άδειες ή και μεταφορικά μέσα των κατακτητών. Οι επιχειρήσεις αυτών των «καρχαριών» ― όπως τους κατάγγελναν οι αντιστασιακές προκηρύξεις ― της μαύρης αγοράς πήραν μεγάλες διαστάσεις και η κερδοσκοπία τους καταγράφηκε με τα πλέον μελανά χρώματα στη μνήμη των Αθηναίων της κατοχής.
Μαύρη αγορά στο άπλετο... φως της μέρας. Μαυραγορίτες πουλούν τσιγάρα στην οδό Πανεπιστημίου. Περιουσίες εξανεμίστηκαν και άλλες περιουσίες φτιάχτηκαν στη μαύρη αγορά της Κατοχής, με το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης να λειτουργεί στην πιο ακραία και ωμή μορφή του (φωτ.: Κώστα Παράσχου, «Η Κατοχή», εκδ. «Ερμής», Αθήνα 1997).


Αργότερα από το καλοκαίρι του 1942 και μετά, όταν λύθηκε σε μεγάλο βαθμό το επισιτιστικό ζήτημα, η μαύρη αγορά έχασε την πολυάνθρωπη, μαζική εκδοχή της έπαψε να αφορά μόνο είδη διατροφής και προσανατολίστηκε σε ευρύτερο φάσμα ειδών, δυσεύρετων τον καιρό εκείνο. Μπορούσε κανείς να βρει εκεί ό,τι απουσίαζε από τις προθήκες των καταστημάτων. Από λυχνίες ραδιοφώνου ως βενζίνη και από εκλεκτά εδέσματα ως όπλα. Τα φάρμακα φυσικά, διατήρησαν την πρωτοκαθεδρία. Οι στρατιώτες των δυνάμεων κατοχής, οι Ιταλοί κυρίως και πολύ λιγότερο οι Γερμανοί συνεισέφεραν ενεργά σ' αυτήν την δραστηριότητα εκποιώντας ακόμα και στρατιωτικά είδη, ιδιαίτερα στις κρίσιμες γι' αυτούς εποχές (στην ιταλική κατάρρευση ή στις παραμονές της γερμανικής αναχώρησης). Στον Ίδιο χώρο κατέληγαν συνήθως και τα είδη που έχαναν τους ιδιοκτήτες τους στα ταραγμένα αυτά χρόνια, τα προϊόντα λεηλασιών, κλοπών και πλιάτσικου, είδη από τις εβραϊκές περιουσίες κ.λπ. Οι αντιστασιακές οργανώσεις και τα ένοπλα τμήματα τους στα βουνά, υπήρξαν σταθεροί και σοβαροί πελάτες της υπόγειας αυτής οικονομικής κίνησης.
Πολύτιμο απόκτημα της ελληνικής οικογένειας, το ραδιόφωνο πήρε νωρίς την άγουσα στον πάγκο του μαυραγορίτη για να ικανοποιηθούν πιο επείγουσες βιοτικές ανάγκες (αρχείο: Νίκου Πολίτη).


Προς το τέλος της κατοχής, από την άνοιξη του 1944 ιδιαίτερα, η μαύρη αγορά γνώρισε μία νέα άνθηση. Η κατάρρευση της αγοραστικής αξίας της δραχμής επέβαλε την ταχύτατη μετατροπή των σε δραχμές εσόδων σε καταναλωτικά ή άλλα είδη που διατηρούσαν την ανταλλακτική αξία τους. Το σαπούνι, λόγου χάρη, ήταν ένα από αυτά. Επρόκειτο για έναν ιδιόμορφο αγώνα δρόμου στον οποίο επιδίδονταν μισθωτοί και άλλοι εις χρήμα εισπράττοντες, οι οποίοι έπρεπε αμέσως να απαλλαγούν από τις απαξιούμενες δραχμές τους μετατρέποντας τις σε οτιδήποτε. Ειδικά «στέκια» εξυπηρετούσαν αυτές τις ανάγκες. Σε άλλα «στέκια» όσοι πληρωνόντουσαν ― ως συμπλήρωμα του μισθού κυρίως ― σε είδος, έσπευδαν να ανταλλάξουν αυτό το αντίτιμο της εργασίας τους με άλλα πιο χρήσιμα αγαθά. Οι καπνεργάτες ανέβαιναν προς τούτο στο κέντρο της Αθήνας για να ανταλλάξουν το σε καπνό επίδομα τους. 
Η μαύρη αγορά ήταν για την Αθήνα της κατοχής, ανάλογα με τις συνθήκες και την εποχή, ανάσα και κατάρα, ταυτόχρονα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ / ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ / ΑΘΗΝΑ / 25.4.1999