Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

19 Οι νεκροί από τις πλημμύρες τώρα...





....και η κομματική τηλεόραση ασχολείται με θεατρική παράσταση !!!
ΑΙΣΧΟΣ !!!!!!!!!!!!!!!

Οι ανάπηροι





  • Μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο οι ανάπηροι δεν ήταν λίγοι ούτε προκαλούσαν
    εντύπωση....ήταν κάτι συνηθισμένο.
    Τους έβλεπες να ζούν δίπλα σου...απέναντί σου....κάποιοι να μην έχουν συγγενείς και να τους φροντίζει η γειτονιά....
    Άλλοι τυφλοί....άλλοι με κομμένο πόδι ή χέρι .....
    Πονούσαν ....φώναζαν τα βράδυα....
    Ανύπαρκτα τα ιατρικά μέσα....
    Το έριχναν στο πιοτό...μεθούσαν ....
    Όσοι είχαν συγγενείς τους πήγαιναν στην Ομόνοια...στην Πλατεία Δημαρχείας
    για να ζητιανέψουν ...για να μπορέσουν να ζήσουν.
    Το Κράτος ανύπαρκτο...και πόσο μάλλον μετά από πολέμους που προσπαθούσε
    να επιβιώσει και αυτό από την Διεθνή Επαιτεία (καλή ώρα)....
    Τους έδινε κάποια ψίχουλα ....
    Έξω από την ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ το Κεντρικό ήταν ένα από τα στέκια τους...
    Πουλούσαν νάϋλον σακούλες για τα κοστούμια....λεβάντα για τον σκώρο...
    Στα σημεία επαιτείας των αναπήρων θα εύρισκες και Χανσενικούς ....
    Άσχημες εικόνες....ο κόσμος  φοβόταν να τους πλησιάσει....
    και μόνον η λέξη λέπρα προκαλούσε τρόμο....
    'Επαιρναν και αυτοί κάποιο επίδομα αλλά.....
    Δυστυχισμένοι άνθρωποι....

Πώς φτάσαμε στις εκτελέσεις στο Γουδί H δίκη των οκτώ και η εκτέλεση των έξι (Νοέμβριος 1922)


H δίκη των οκτώ και η εκτέλεση των έξι (Νοέμβριος 1922)

Η επικράτηση της Επανάστασης μετά τη μικρασιατική καταστροφή – Οι συλλήψεις και η παραπομπή σε δίκη των θεωρούμενων ως πρωταίτιων της καταστροφής – Η δίκη των οκτώ και η απόφαση του Στρατοδικείου – Η εκτέλεση των έξι – Οι διεθνείς αντιδράσεις και οι συνέπειες των εκτελέσεων.

Ένα από τα πλέον πολύκροτα ζητήματα της νεότερης ελληνικής ιστορίας, το οποίο απασχολεί ακόμα και σήμερα ιστορικούς, νομικούς και άλλους επιστήμονες, αλλά και πλήθος απλών ανθρώπων, είναι το θέμα του σημερινού μας άρθρου. Πρόκειται για τη δίκη των οκτώ, οι οποίοι θεωρήθηκαν ως υπεύθυνοι της μικρασιατικής καταστροφής και την εκτέλεση των έξι από αυτούς.


Βέβαια, έχει επικρατήσει να λέγεται και να γράφεται «Η Δίκη των Έξι», όμως το Νοέμβριο του 1922 δικάστηκαν οκτώ πολιτικοί και στρατιωτικοί. Το γεγονός όμως ότι οι έξι από αυτούς εκτελέστηκαν είναι αυτό που έχει συντελέσει στο να επικρατήσει το «Η Δίκη των Έξι».

Η επικράτηση της Επανάστασης


Η κατάρρευση του μετώπου στη Μικρά Ασία, δημιούργησε έκρυθμη κατάσταση στον ελληνικό Στρατό. Το μέγα ερώτημα ήταν «πώς θα σωθεί η Ελλάς και θα απαλύνει την ατίμωσιν». Τα βλέμματα όλων είχαν στραφεί προς τον Συνταγματάρχη Νικόλαο Πλαστήρα, θαρραλέο, ικανό και δημοφιλή αξιωματικό που είχε διακριθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Μικρά Ασία, ιδιαίτερα στη φάση της οπισθοχώρησης.




Στις 3 Σεπτεμβρίου 1922, έφτασαν στη Χίο μεγάλα τμήματα του Στρατού, προερχόμενα από τη χερσόνησο της Ερυθραίας. Ο Πλαστήρας, άτυπος επικεφαλής των τμημάτων αυτών, σε 8 μέρες πέτυχε την κατάργηση των πολιτικών και στρατιωτικών αρχών του νησιού (11/9/1922), στο όνομα επαναστατικής επιτροπής, που είχε ως ηγέτες τον ίδιο, τον συνταγματάρχη Π. Γαρδίκα και τον αντισυνταγματάρχη Μ. Κοιμήση.

Την ίδια μέρα, κάτι ανάλογο έγινε και στη Λέσβο, με επικεφαλής τον, μετριοπαθή φιλοβασιλικό συνταγματάρχη Σ. Γονατά και τους αντισυνταγματάρχες Κ. Μαμούρη και Α. Πρωτοσύγγελο. Με τη μύηση και αξιωματικών του Στόλου, επιτεύχθηκε εκτός από την πλήρη επικράτηση της Επανάστασης στις Ένοπλες Δυνάμεις και η μεταφορά των επαναστατών στην Αθήνα. Τα πλοία, ξεκίνησαν χωριστά στις 12 Σεπτεμβρίου 1922 για να συναντηθούν έξω από τις ακτές της Αττικής. Ωστόσο, για αδιευκρίνιστους λόγους, ο Γονατάς έστειλε αεροπλάνο στην Αθήνα στις 13/9/1922, το οποίο πέταξε προκηρύξεις στην πρωτεύουσα, στις οποίες ζητούνταν η παραίτηση του βασιλιά Κωνσταντίνου, η άμεση διάλυση της Εθνοσυνέλευσης, ο σχηματισμός κυβέρνησης «αχρόου και εμπνεούσης εμπιστοσύνην εις την Αντάντ» και η άμεση ενίσχυση του θρακικού μετώπου. Με την ενέργεια αυτή, χάθηκε το στοιχείο του αιφνιδιασμού, αλλά παρακινήθηκε σε δράση η επαναστατική επιτροπή που είχε σχηματιστεί στην Αθήνα μετά την κατάρρευση του μετώπου, με επικεφαλής τον, απόστρατο τότε, υποστράτηγο Θ. Πάγκαλο και μέλη τους υποστράτηγους Α. Μαζαράκη, Π. Γαργαλίδη και Χ. Τσερούλη, τον πλοίαρχο Α. Χατζηκυριάκο και τον αντιπλοίαρχο Α. Κολιαλέξη. Από τα γραφεία του «Ελεύθερου Βήματος» του Δ. Λαμπράκη όπου είχε εγκατασταθεί η επαναστατική επιτροπή της Αθήνας, ο Πάγκαλος διέταξε τη σύλληψη ανώτατων αξιωματούχων και κρατικών λειτουργών. Ανάμεσά τους ήταν οι: Δ. Γούναρη, Π.Πρωτοπαπαδάκης, Ν. Στράτος, Ν. Θεοτόκης, ο Υποναύαρχος Μ. Γούδας, ο Υποστράτηγος Ξ. Στρατηγός κ.ά.

Υπάρχουν, μάλλον δικαιολογημένες, αμφιβολίες για τη νομιμοποίηση αυτών των συλλήψεων. Ο Δρ. Ιωάννης Παπαφλωράτος στη δίτομη «Ιστορία του Ελληνικού Στρατού 1833-1949», αναφέρει ότι έγιναν «με πρωταγωνιστές παραστρατιωτικά στοιχεία και άτομα του υποκόσμου υπό την καθοδήγηση του απόστρατου Υποστρατήγου Πάγκαλου».




Στις 13/9/1922, έφτασαν στο Λαύριο τα πλοία των επαναστατών. Ο Κωνσταντίνος, παρακινούμενος από τον Μεταξά, σκέφτηκε αρχικά να αντισταθεί και κήρυξε στρατιωτικό νόμο. Καθώς όμως στους επαναστάτες προσχωρούσαν συνεχώς στρατιωτικές μονάδες αλλά και μονάδες της Χωροφυλακής από την Αττική, κατάλαβε ότι ήταν μάταια οποιαδήποτε προσπάθεια να παραμείνει στην εξουσία. Έτσι στις 14 Σεπτεμβρίου 1922 παραιτήθηκε υπέρ του διαδόχου του Γεωργίου Β’ και τρεις μέρες αργότερα, αναχώρησε οικογενειακώς με το πλοίο «Πατρίς» για το Παλέρμο της Σικελίας, όπου και πέθανε τον Ιανουάριο του 1923 (στη βίλα «Igica»). Η κυβέρνηση Τριανταφυλλάκου παραιτήθηκε και στις 15 Σεπτεμβρίου 1922, οι επικεφαλής της Επανάστασης με 12.000 στρατιώτες που είχαν πολεμήσει στη Μικρά Ασία και ήταν «εξαντλημένοι αλλά στοιχημένοι», όπως παρατήρησε ο Βρετανός πρεσβευτής, μπήκαν στην Αθήνα. Οι κάτοικοι της πρωτεύουσας, είχαν ανάμεικτα συναισθήματα. Χαράς κι ελπίδας από τη μία πλευρά, ανησυχίας κι επιφυλακτικότητας από την άλλη…

Οι επικεφαλής της Επαναστατικής Επιτροπής (Πλαστήρας, Γονατάς, Φωκάς), καταδίκασαν τις ενέργειες που είχαν γίνει με εντολές του Θ. Πάγκαλου, τον οποίο ωστόσο «κάλυψαν» αργότερα με νέα ανακοίνωσή τους. Δεν είναι ξεκάθαρο ποιος ή ποιοι έδωσαν τις διαταγές για τις συλλήψεις. Κατά μία εκδοχή, αυτό έγινε από τους ηγέτες του κινήματος που βρισκόταν στο θωρηκτό «Λήμνος». Είναι αναμφισβήτητος όμως ο ρόλος του Θ. Πάγκαλου και εκείνος του ταγματάρχη Ε. Μπακιρτζή στην υλοποίησή τους.

Σύμφωνα με τον Γεώργιο Ρούσσο στη «Νεότερη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους 1826-1974» και τον Γιάννη Καψή στο βιβλίο του «Η Δίκη των Έξι», ο Θ. Πάγκαλος είχε δώσει μυστική εντολή για την παράδοση των συλληφθέντων σε ομάδα παρακρατικών και την εκτέλεσή τους στη δασώδη περιοχή ανάμεσα στη Μεταμόρφωση και την Κηφισιά. Το σχέδιο όμως διέρρευσε και η εκτέλεσή τους ματαιώθηκε.

Ο Γρηγόριος Δαφνής, στο έργο του «Η Ελλάς Μεταξύ Δύο Πολέμων, 1923-1940», γράφει ότι: «Σκοπός της Επαναστάσεως ήτο να οδηγηθούν (οι συλληφθέντες στις 14/9/1922) την επομένην εις το θωρηκτόν «Λήμνος», να δικασθούν, βάσει συνοπτικής διαδικασίας και να τυφεκισθούν επί του καταστρώματος. Την πρόθεσιν ταύτην της Επαναστάσεως, την οποίαν ο Πλαστήρας δεν απέκρυπτεν, επληροφορήθησαν οι πρεσβευταί Αγγλίας και Γαλλίας. Αμέσως προέβησαν εις έντονον διάβημα, ζητήσαντες όπως οι συλληφθέντες δικαστούν υπό των νομίμων δικαστηρίων». Όταν μάλιστα ο Ν. Πλαστήρας και ο Α. Παπαναστασίου ενημερώθηκαν από τον Γάλλο πρεσβευτή ότι τυχόν μη συμμόρφωση με το διάβημα, θα είχε σοβαρές συνέπειες για τα εθνικά μας συμφέροντα, οι ηγέτες της Επανάστασης θεώρησαν σωστό να αποφασίσει η Εθνοσυνέλευση για την τύχη των συλληφθέντων.

Παράλληλα, οι ξένοι διπλωμάτες, ζήτησαν μετριοπάθεια και κατέστησαν προσωπικά υπεύθυνους τους Πλαστήρα – Γονατά για την ασφάλεια του Κωνσταντίνου. Ο Ολλανδός πρέσβης W. H.  de Beaufort, ο Βρετανός επιτετραμμένος G. H. Bentinck και ο α’ Γραμματέας της βρετανικής πρεσβείας Atchley, επισκέφτηκαν τους συλληφθέντες, ενώ ο Γάλλος πρέσβης de Marsilly και ο Βρετανός sir Francis Oswald Lindley, συνέστησαν αποφυγή κάθε ακρότητας και δίκη των συλληφθέντων από τακτικό δικαστήριο. Με αυτά συμφώνησαν οι Πλαστήρας και Γονατάς. Την επόμενη μέρα, σχηματίστηκε πολιτική κυβέρνηση, με πρωθυπουργό τον Σ. Κροκιδά, καθώς ο Α. Ζαΐμης που είχε επιλεγεί αρχικά δεν δέχθηκε (για λόγους υγείας) τη θέση και Υπουργό Εξωτερικών τον Ν. Πολίτη.
Στα τέλη Σεπτεμβρίου 1922, συνελήφθη στο σπίτι του και ο Αντιστράτηγος Χατζανέστης ύστερα από μήνυση που υποβλήθηκε εναντίον του.


Η παραπομπή σε έκτακτο στρατοδικείο πολιτικών και στρατιωτικών

Στις τάξεις των «Επαναστατών» (ή «Κινηματιών»), υπήρχαν διιστάμενες απόψεις. Οι πιο μετριοπαθείς, με επικεφαλής τον στρατηγό Π. Δαγκλή, θεωρούσαν ότι έπρεπε να ισχύσουν όσα είχαν συμφωνήσει οι Πλαστήρας και Γονατάς με τους ξένους διπλωμάτες. Η πιο σκληροπυρηνική πτέρυγα, με επικεφαλής τους, Θ. Πάγκαλο και Α. Οθωναίο, ζητούσαν άμεση και παραδειγματική τιμωρία των, θεωρούμενων ως, υπαίτιων της μικρασιατικής καταστροφής. Σε διπλή επίδειξη ισχύος, ο Θ. Πάγκαλος μίλησε ακριβώς γι’ αυτό το θέμα στον φιλολογικό σύλλογο «Παρνασσός» μπροστά σε 300 κατώτερους αξιωματικούς και λίγες μέρες αργότερα, σε συγκέντρωση 300 σκληροπυρηνικών αξιωματικών στα γραφεία της «Εταιρείας των Φίλων του Λαού», τα οποία είχαν καταληφθεί βίαια.




Αυτά όλα, είχαν σαν αποτέλεσμα τον διαρκή ανασχηματισμό της ηγετικής ομάδας των Επαναστατών και την επικράτηση, τελικά, των θέσεων των «σκληρών».
Έτσι, στις 12/10/1922, ανακοινώθηκε η σύσταση έκτακτου στρατοδικείου που θα δίκαζε τους υπεύθυνους της καταστροφής. Ο Θ. Πάγκαλος ανέλαβε την προεδρία της ανακριτικής επιτροπής (τα άλλα δύο μέλη της ήταν οι συνταγματάρχες Ι. Καλογεράς και Χ. Λούφας). Αρχικά το ανακριτικό έργο ανατέθηκε στους Καλλάρη και Ζυμβρακάκη, οι οποίοι όμως παραιτήθηκαν όταν διαπίστωσαν τις παρεμβάσεις των αδιάλλακτων, κυρίως του Χατζηκυριάκου. Τότε ο Πλαστήρας, απευθύνθηκε στους Πάγκαλο και Οθωναίο και συμφωνήθηκε να αναλάβει ο πρώτος,πρόεδρος της ανακριτικής επιτροπής και ο δεύτερος ,πρόεδρος του στρατοδικείου.

«Εσείς υποκινείτε όλη την πίεση. Να αναλάβετε και τις ευθύνες», φέρεται να τους είπε.
Οι δύο στρατιωτικοί δέχτηκαν, αφού ο Πλαστήρας τους διαβεβαίωσε ότι θα εκτελέσει την απόφαση του στρατοδικείου, όποια κι αν είναι αυτή.

Η ελληνική κοινή γνώμη, οι συλληφθέντες, αλλά και οι ξένοι διπλωμάτες αμέσως προδίκασαν το αποτέλεσμα των ανακρίσεων. Δηλωτική των προθέσεων των κινηματιών ήταν η φράση «…τηρουμένων των διατάξεων της Ποινικής νομοθεσίας κατά το μάλλον εφικτόν».

Ο Βρετανός πρέσβης απηύθυνε προσωπική επιστολή προς τον Υπουργό Εξωτερικών Πολίτη ενώ ο Ιταλός ομόλογός του G. C. Montagna, προέβη σε προφορικό διάβημα προς τον Πολίτη. Ο Πάγκαλος υποχρεώθηκε να δηλώσει ότι δεν θα γίνει καμία άλλη σύλληψη. Αυτό αφορούσε κυρίως τον πρίγκιπα Ανδρέα, ο οποίος είχε μπει στο στόχαστρο των κινηματιών.




Στο βιβλίο του ο Δρ Ιωάννης Παπαφλωράτος γράφει: «Ο πρίγκιπας Ανδρέας διοικούσε αρχικώς την ΧΙΙ Μεραρχία στο μέτωπο της Μικράς Ασίας. Αργότερα, προήχθη σε αντιστράτηγο και ανέλαβε την αρχηγία του Β’ Σώματος Στρατού. Οι άνδρες του Σώματος αυτού προήλασαν μέσω της Αλμυράς Ερήμου και κατήγαγαν μια σειρά από νίκες κάτω από ιδιαιτέρως αντίξοες συνθήκες. Ο Ανδρέας διαφώνησε με το Επιτελείο για θέματα τακτικής και υπέβαλε την παραίτησή του, στην αποδοχή της οποίας επέμεινε παρά την αντίθεση του Αρχιστρατήγου Αναστ. Παπούλα. Μετά την σύμπτυξη των ελληνικών στρατευμάτων, ο Ανδρέας τοποθετήθηκε στην διοίκηση του Ε’ σώματος Στρατού, το 1922. Αμέσως μετά από την επικράτηση του κινήματος, παραιτήθηκε και εξεδήλωσε την πρόθεση να ιδιωτεύσει, παραμένοντας στα ανάκτορα του Mon Repos στην Κέρκυρα».

Τελικά, όπως είναι γνωστό, ο πρίγκιπας Ανδρέας, πατέρας του Δούκα του Εδιμβούργου Φίλιππου, συζύγου της βασίλισσας Ελισάβετ της Αγγλίας, δικάστηκε αλλά τιμωρήθηκε με την ποινή της υπερορίας (εξορίας) και όχι με την θανατική ποινή. Ο Θ. Πάγκαλος, φρόντισε να επηρεάσει τους στρατοδίκες, λέγοντάς τους ότι για να μην διαταραχθούν οι σχέσεις με την Αγγλία, θα πρέπει να επιβάλλουν αυτή την ποινή. Στον δε βασιλιά Γεώργιο είπε: «Δεν θα πάθει ούτε μία τρίχα του πρίγκιπος, Μεγαλειότατε. Μόνο αν σκοτώσουν εμένα, θα δολοφονηθεί και ο πρίγκιψ. Θα τον μεταφέρω προσωπικώς μέχρι της εξέδρας του Φαλήρου». Έτσι, στις 20 Νοεμβρίου 1922, μετά την έκδοση της απόφασης του στρατοδικείου, που επέβαλε στον Ανδρέα την ποινή της ισόβιας υπερορίας, ο Πάγκαλος πήγε στο σπίτι του στρατηγού Πάλλη όπου έμενε ο πρίγκιπας, τον πήρε μαζί του στο αυτοκίνητο του Υπουργού Στρατιωτικών και τον μετέφερε στο Φάληρο για να επιβιβαστεί στο αγγλικό πλοίο «Καλυψώ».



Η Δίκη των Οκτώ

Η ανακριτική επιτροπή, πρόεδρος της οποίας ήταν όπως είδαμε ο Θ. Πάγκαλος, στις 24 Οκτωβρίου 1922 εξέδωσε πόρισμα με το οποίο παραπέμπονταν ενώπιον Έκτακτου Στρατοδικείου οι: Δ. Γούναρης, Π. Πρωτοπαπαδάκης, Ν. Στράτος, Ν. Θεοτόκης, Γ. Μπαλτατζής, Γ. Χατζανέστης (και Χατζηανέστης σε κάποιες άλλες πηγές), Ξ. Στρατηγός και Μ. Γούδας.



Ο Πάγκαλος, σε συνέντευξη που έδωσε τον Γενάρη του 1949, παραδέχτηκε ότι οι καταδικασθέντες «δεν διέπραξαν συνειδητήν προδοσίαν, ως κατηγορήθησαν, αλλ’ υπήρξαν μοιραία και αναγκαία θύματα εις τον βωμόν της Πατρίδος κατά τας κρισίμους εκείνας στιγμάς» (Γ. Δαφνής, «Η Ελλάς Μεταξύ Δύο Πολέμων 1923-1940»).

Το Έκτακτο Στρατοδικείο συγκροτήθηκε με Διάταγμα της 13/10/1922, στο άρθρο 20 του οποίου οριζόταν ότι κατά της απόφασης του Στρατοδικείου δεν επιτρέπεται κανένα τακτικό ή ένδικο μέσο και η εκτέλεσή της θα γινόταν με διαταγή της Επαναστατικής Επιτροπής. Στην ανακριτική επιτροπή, μόνο ο Δ. Γούναρης παρουσίασε ένα μακροσκελέστατο απολογητικό υπόμνημα 67 σελίδων! Οι υπόλοιποι αρκέστηκαν σε σύντομες απολογίες, ελπίζοντας ότι τα πράγματα θα ήταν ευνοϊκότερα γι’ αυτούς στο Στρατοδικείο. Ο Πάγκαλος, ο οποίος φαίνεται ότι κινούσε τα νήματα της όλης διαδικασίας, έχει γραφτεί ότι είχε αποφασίσει να κρίνει ένοχους όλους τους κατηγορούμενους, πολύ πριν τη λήξη της ακροαματικής διαδικασίας. Το εκμυστηρεύθηκε στον Ιταλό δημοσιογράφο Filippo Sacchi, ο οποίος παρουσίασε σε άρθρο του στην εφημερίδα «Corriere della Sera», στις 17/11/1922.




Το ποια θα ήταν τα μέλη του Στρατοδικείου, αποτελούσε αρμοδιότητα του Υπουργού Στρατιωτικών. Ο μετριοπαθής και έντιμος Αντιστράτηγος Α. Χαραλάμπης που κατείχε αυτή τη θέση, συνέταξε μια γενική λίστα και δύο καταλόγους για τη σύνθεση του Στρατοδικείου, με τα ονόματα αξιωματικών που θεωρούσε ότι μπορούν να αποτελέσουν μέλη του. Οι προτάσεις του, πετάχτηκαν στον κάλαθο των αχρήστων. Η σύνθεση του Στρατοδικείου, έγινε από την Επαναστατική Επιτροπή. Αυτή ήταν:

Πρόεδρος: Α. Οθωναίος, Υποστράτηγος

Μέλη: Α. Παναγόπουλος, Γ. Σκανδάλης, Θ. Χαβίνης, Συνταγματάρχες, Κ. Μαμούρης, Αντισυνταγματάρχης, Χ. Γραβάνης, Ταγματάρχης, Β. Καραπαναγιώτης, Λοχαγός, Ι. Γιαννηκώστας, Πλοίαρχος, Λ. Κανάρης, Αντιπλοίαρχος και οι στρατιωτικοί δικαστικοί σύμβουλοι Μ. Ζωγράφος (α’ τάξης) και Κ. Τσερούλης (β’ τάξης). Ορίστηκαν επίσης τρεις επίτροποι, οι Κ. Γεωργιάδης, Ν. Ζουρίδης και Ν. Γρηγοριάδης.

Οι συνεδριάσεις θα γινόταν στη μεγάλη αίθουσα της Παλαιάς Βουλής. Η έναρξη της δίκης, ορίστηκε για τις 31/10/1922. Στο βαρύ, αλλά μάλλον ασαφές κατηγορητήριο, υπήρχαν και κατηγορίες εναντίον των οκτώ, τελείως έωλες, όπως π.χ. ότι αμέλησαν να προσαρτήσουν τη Βόρεια Ήπειρο! «Ένας τρομακτικός κατάλογος από υποτιθέμενα αδικήματα», κατά τον M. Llewellyn – Smith «συρραφή από βίαια άρθρα των βενιζελικών εφημερίδων και δεν είχε καμία νομική υπόσταση λόγω της άγνοιας του Πάγκαλου επί των νομικών ζητημάτων», όπως γράφει ο Δ. Χρονόπουλος. Ο νομομαθής Δ. Γούναρης, είπε προς τους συγκατηγορουμένους του, όταν άκουσε το κατηγορητήριο: «Δεν έχει τίποτε που να στηρίζεται μέσα εις το κατηγορητήριον και αυτό με ανησυχεί. Έχουν εξασφαλίσει την καταδίκην μας και δεν καταβάλλουν προσπάθειαν δια να δημιουργήσουν λόγους φαινομενικά ισχυρούς». Κατά τον Γ. Καψή, το κατηγορητήριο συνέταξε σε ελάχιστο χρονικό διάστημα ο Θ. Πάγκαλος.

Μεταξύ των μελών του Έκτακτου Στρατοδικείου, κατά τον Γεώργιο Πεσμαζόγλου, ήταν και ο Πλοίαρχος Κ. Φραγκόπουλος, ο οποίος παραιτήθηκε όταν αντιλήφθηκε ότι οι κατηγορούμενοι θα καταδικάζονταν σε θάνατο.

Συνήγοροι υπεράσπισης ήταν οι: Σ. Σωτηριάδης, για τους Γούναρη και Γούδα, Κ. Τσουκαλάς, για τους Στράτο και Χατζανέστη, Α. Ρωμανός για τον Θεοτόκη, Α. Παπαληγούρας για τους Μπαλτατζή και Πρωτοπαπαδάκη και Οικονομίδης για τον Ξ. Στρατηγό.

Οι μάρτυρες κατηγορίας ήταν 12. Πρώτος κατέθεσε ο επί 20 μήνες Αρχιστράτηγος στη Μ. Ασία Α. Παπούλας, για τον οποίο ο Α. Μαζαράκης – Αινιάν, έγραψε ότι ο Χατζανέστης, ήταν «ολιγότερον ένοχος από τον προκάτοχόν του Παπούλαν, ο οποίος εβαρύνετο και με τας επιχειρήσεις του Σαγγαρίου και με την κατάληψιν του εκτεταμένου μετώπου, η οποία ήτο η βασική αιτία της καταστροφής». Ο Γ. Πεσμαζόγλου, γράφει ότι: «…εκ της διαδικασίας προέκυψαν ενδείξεις ότι (ο Παπούλας) είχε καταχρασθεί χρήματα εξ εκείνων τα οποία διεχειρίζετο δια τας προμηθείας του στρατεύματος».




Όταν ο Παπούλας κλήθηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις του διαδόχου του Χατζανέστη (τον οποίο ο ίδιος πρότεινε για τη θέση αυτή), βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση. Ο πρόεδρος του Στρατοδικείου Οθωναίος, αφαιρούσε συχνά από τον Χατζανέστη τον λόγο, θέλοντας να βοηθήσει τους μάρτυρες κατηγορίας…

Ακολούθησαν οι καταθέσεις των στρατιωτικών Μ. Πάσσαρη και Π. Σουμίλα, οι οποίες ήταν πολύ λίγο επιβαρυντικές για τους κατηγορουμένους. Τέταρτος κατέθεσε ο Συνταγματάρχης Γ. Σπυρίδωνος και πέμπτος ο Αντισυνταγματάρχης Μ. Κοιμήσης, οι οποίοι επίσης δεν επιβάρυναν τη θέση του Χατζανέστη με όσα είπαν. Έκτος μάρτυρας ήταν ο Λοχαγός Κ. Κανελλόπουλος και έβδομος ο Λοχαγός Λ. Σπαής, που συνόδευσε τον Χατζανέστη από το σπίτι του στις φυλακές Αβέρωφ και του είπε: «Στρατηγέ μου ευρήκατε τον μπελά σας την τελευταίαν ώραν. Φέρετε σεις τας αμαρτίας των άλλων», όπως κατέθεσε  και στο Στρατοδικείο.

Ακολούθησε ο Ταγματάρχης Θ. Σκυλακάκης, υπασπιστής του Παπούλα, που κατέθεσε ότι μία από τις βασικές αιτίες της κατάρρευσης του ηθικού του στρατεύματος ήταν τα δημοσιεύματα του Τύπου: «…Σας επαναλαμβάνω, επανειλημμένως τα αεροπλάνα του Κεμάλ μας έριψαν εφημερίδας, τον «Ριζοσπάστην» και τας ελληνικάς εφημερίδας της Κωνσταντινουπόλεως, δια να κάμουν προπαγάνδαν», είπε στον αποσβολωμένο επαναστατικό επίτροπο Γρηγοριάδη, ο Σκυλακάκης.

Ακολούθησε ο διευθυντής επιμελητείας του Υπουργείου Στρατιωτικών Α. Βενετσανόπουλος, που έτρεφε προσωπικό μίσος για τον Πρωτοπαπαδάκη. Όταν τελείωσε την κατάθεσή του, δέχτηκε μια σειρά ερωτήσεων από τον Πρωτοπαπαδάκη και έμεινε εμβρόντητος «μη γνωρίζων πού να κρυφθεί, ράκος σκιάχτρου από πασσάλου κρεμάμενον», όπως γράφει ο Α. Οικονόμου.
Οι τρεις τελευταίοι μάρτυρες κατηγορίας, που δεν ήταν στρατιωτικοί, Γ. Ράλλης, Φ. Νέγρης και Κ. Ρέντης, δεν πρόσφεραν κάτι το αξιοσημείωτο. Ο μεν Ράλλης, ήταν γνωστός εχθρός του Δ. Γούναρη από το 1916, ο Φ. Νέγρης ήταν βενιζελικός πολιτευτής, ενώ ο άπειρος διπλωμάτης Κ. Ρέντης, δεν μπόρεσε να απαντήσει με πειστικό τρόπο στις ερωτήσεις του κατηγορουμένου Μπαλτατζή.

Να σημειώσουμε ότι ο Δ. Γούναρης, πιθανότατα λόγω των άθλιων συνθηκών διαβίωσης, είχε προσβληθεί από τύφο και αποσύρθηκε από τη διαδικασία. Μεταφέρθηκε εσπευσμένα στην κλινική Ασημακόπουλου, αυστηρά φρουρούμενος.

Στις 4/11, ολοκληρώθηκαν οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και ξεκίνησαν οι καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης. Ξεχωρίζουν, όσα είπε ο Συνταγματάρχης Ραγκαβής, που ανέφερε ότι υπήρχε παντελής έλλειψη πολεμικού σθένους, από μερίδα οπλιτών. Γράφει σχετικά ο Δρ Ι. Παπαφλωράτος: «Στο Ουσάκ (πόλη της Μ. Ασίας, η αρχαία ελληνική πόλη Τημένου Θήραι) είχαν συγκεντρωθεί χιλιάδες απείθαρχοι φυγάδες, οι οποίοι έκλεβαν, έκαιγαν και προκαλούσαν ταραχές. Ο Χατζανέστης δεν διέθετε επαρκείς δυνάμεις για να τους επιβληθεί.



Άλλος σημαντικός μάρτυρας υπεράσπισης, ήταν ο Ταγματάρχης Κ. Ζαβιτσάνος, ο οποίος αμφισβήτησε το ποινικό μέρος του κατηγορητηρίου.

Σπουδαιότερη όλων όμως, νομίζουμε ότι είναι η κατάθεση του Ταγματάρχη Παναγάκου, ο οποίος στάλθηκε σαν σύνδεσμος του Επιτελείου στο μέτωπο στις 15 Αυγούστου. Ανέφερε την απροθυμία των στρατιωτών να πολεμήσουν, ως βασική αιτία για την καταστροφή. Ο Παναγάκος, ήταν λάβρος κατά των κομμουνιστών. Κατέθεσε χαρακτηριστικά: «Προ παντός, κύριε πρόεδρε, επέδρασε σωματικώς δια την αποκαρδίωσιν του στρατού ο κομμουνισμός. Δυστυχώς, προέκυψε δε τούτο εξ ανακρίσεως…υπήρχε και φάκελος ολόκληρος εκ του οποίου απεδεικνύετο αυτό το οποίο σας εξέθηκα. Η έδρα ήτο το Ουσάκ, διακλάδωσις δε εφ’ ολοκλήρου του μετώπου. Ενθυμούμαι ότι επί της προκατόχου διοικήσεως απηγορεύετο η αποστολή φύλλων του Ριζοσπάστου εκ μέρους της Στρατιάς. Οι ενδιαφερόμενοι όμως απέστελον τον Ριζοσπάστην σκεπασμένο με άλλας εφημερίδας και τον έστελον εις το μέτωπον. Προ παντός, εφρόντιζεν ο εχθρός να στέλει Ριζοσπάστας δι’ αεροπλάνων. Συνήθως όμως δια προκεχωρημένων φυλακίων μας έστελεν. Η εντύπωσις, την οποίαν αποκομίζω μετά την διάσπασιν του μετώπου, δίδει την απόλυτον πεποίθησιν ότι κυρίως αυτό επέδρασε…» (Δρ Ι. Παπαφλωράτος, «Η Ιστορία του Ελληνικού Στρατού, 1833-1949).

Ακριβώς την ίδια άποψη έχει και ο Βλάσης Αγτζίδης. Στο βιβλίο του «Μικρά Ασία», κεφάλαιο «Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΣΕΚΕ-ΚΚΕ ΣΤΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ», γράφει χαρακτηριστικά:
« Οι απόψεις του ΣΕΚΕ για τη μικρασιατική εκστρατεία χρησιμοποιούνται συστηματικά  από την κεμαλική προπαγάνδα. Τα κυριότερα αντιπολεμικά άρθρα του ‘Ριζοσπάστη’- αλλά και τα αντιπολιτευτικά των βενιζελικών εφημερίδων μετά τον Νοέμβριο του 1920- ανατυπώνονται και ρίχνονται με αεροπλάναστις ελληνικές γραμμές του μετώπου».

Στις 7 Νοεμβρίου, άρχισαν οι απολογίες των κατηγορουμένων. Ο Γούδας δεν απολογήθηκε καθώς δεν κατηγορήθηκε ειδικά για κάτι, στη διάρκεια της διαδικασίας. Ο Στράτος στη δευτερολογία του, υπερασπίστηκε και τον απόντα Γούναρη, παρά το ότι είχε πολιτικές διαφωνίες μαζί του. Στον Στράτο, έγιναν προτάσεις και να δραπετεύσει ακόμα και μέσα από την αίθουσα του στρατοδικείου! Στο σχέδιο αυτό, ήταν αναμεμειγμένοι ο Οθωναίος και ο Κονδύλης, που του εξασφάλιζαν ασφαλή μεταφορά στη Θεσσαλονίκη! Ο Στράτος όμως δεν δέχθηκε…

Η ετυμηγορία

Στις 6.40 το πρωί της 15ης Νοεμβρίου 1922, ο Οθωναίος κάτωχρος και με τρεμάμενη φωνή, ανακοίνωσε την απόφαση. Όλοι οι κατηγορούμενοι κρίνονταν ένοχοι εσχάτης προδοσίας παμψηφεί. Οι έξι καταδικάζονταν στην ποινή του θανάτου και οι Γούδας – Στρατηγός, σε ισόβια δεσμά. Αναλυτικά:

Δημήτριος Γούναρης, πρώην πρωθυπουργός, εις θάνατο.
Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, πρώην πρωθυπουργός, εις θάνατο.
Νικόλαος Στράτος, πρώην πρωθυπουργός, εις θάνατο.
Νικόλαος Θεοτόκης, Υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη, εις θάνατο.
Γεώργιος Μπαλτατζής, Υπουργός Εξωτερικών στις κυβερνήσεις Γούναρη και Πρωτοπαπαδάκη, εις θάνατο.

Γεώργιος Χατζανέστης, Αντιστράτηγος, Αρχιστράτηγος Μικράς Ασίας και Θράκης, εις θάνατο.
Ξενοφών Στρατηγός, Υποστράτηγος ε.α., Υπουργός Συγκοινωνιών στην κυβέρνηση Γούναρη, ισόβια και Μιχαήλ Γούδας, Υποναύαρχος ε.α., Υπουργός Εσωτερικών στην κυβέρνηση Γούναρη, ισόβια.

Επίσης, το Στρατοδικείο διέταξε τη στρατιωτική καθαίρεση των Χατζανέστη – Γούδα – Στρατηγού. Τέλος, επέβαλε χρηματική αποζημίωση υπέρ του Δημοσίου στους: Δ. Γούναρη, 200.000 δρχ., Ν. Θεοτόκη, 1.000.000 δρχ. και Μ. Γούδα 200.000 δρχ.



Η Εκτέλεση των Έξι

Η κυβέρνηση Κροκιδά, παραιτήθηκε πριν την ανακοίνωση της απόφασης. Σχηματίστηκε κυβέρνηση με επικεφαλής τον Σ. Γονατά και η «επανάσταση» ανέλαβε όλη την ευθύνη. Στις 5.00 π.μ. ο Ταγματάρχης Κατσιγιαννάκης ξύπνησε τον ετοιμοθάνατο Γούναρη για να τον μεταφέρει στις φυλακές Αβέρωφ. Στις 9.00 π.μ. ο επίτροπος Γρηγοριάδης ανακοίνωσε στους κατηγορούμενους την απόφαση. Για τους περισσότερους (πλην των Στράτου και Χατζανέστη), ήταν αναμενόμενη.



Σύντομα έφθασαν οι συγγενείς των καταδικασθέντων και η ατμόσφαιρα βάρυνε. Σε λίγο, οι έξι επιβιβάστηκαν σε δύο οχήματα: προπορευόταν το αυτοκίνητο του φρούραρχου της εκτέλεσης, ταγματάρχη Σπαή, που ήταν μάρτυρας κατηγορίας στο Στρατοδικείο. Σε μισή ώρα, η πομπή έφτασε στον τόπο της εκτέλεσης στο Γουδί. Εκεί, περίμεναν 90 στρατιώτες. Ο Σπαής, διάβασε την απόφαση και διέταξε τους μελλοθάνατους να σταθούν στα καθορισμένα σημεία. Κανείς από τους 6 δεν θέλησε να του δέσουν τα μάτια και δεν εξέφρασε καμία επιθυμία. Στις 11.27 π.μ. ακούστηκαν πυροβολισμοί και οι 6 έπεσαν νεκροί…




Ο λοχίας Αναστάσιος Γιακουμής, που έδωσε τη χαριστική βολή στον Γούναρη και τον Χατζανέστη, καταδικάστηκε από δικαστήριο για τη διάπραξη ληστειών και εκτελέστηκε στη Θεσσαλονίκη τον Οκτώβριο του 1924…

Οι αντιδράσεις στο εσωτερικό και το εξωτερικό

Όπως γράφει ο Γ. Δαφνής: «Ο ελληνικός λαός, ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθετήσεως, συνεκινήθη. Αι καρδίαι όλων των Ελλήνων ένιωσαν εκείνο το ανεξήγητο σφίξιμο της μεγάλης οδύνης, που παραλύει κάθε κίνησιν. Πένθιμος ατμόσφαιρα εκάλυψε την πρωτεύουσαν. Η πλατεία Συντάγματος, έδινεν την εντύπωσιν οικίας πενθούντων προσφιλές πρόσωπον. Αυτοί οι αδιάλλακτοι, εκείνοι που εξώθησαν μέχρι της εκτελέσεως, εταράχθησαν, Δεν επίστευαν ποτέ ότι τα πράγματα θα έφθαναν μέχρι του εκτελεστικού αποσπάσματος. Εζήτησαν την εκτέλεσιν, αλλά εφαντάζοντο ότι, την τελευταίαν στιγμήν, μια ξένη παρέμβασις θα την ανέστελε. Και έτσι, θα είχαν την συνείδησίν των ήσυχον…».




«Δύο κατηγορίαι Ελλήνων, η πλειονότης των αξιωματικών και οι πρόσφυγες, ικανοποιήθησαν από την εκτέλεσιν...Μετά την 15ην Νοεμβρίου 1922, η Επανάστασις, και αν ήθελε, δεν θα ημπορούσε να δικάσει και να καταδικάσει άλλους, ως ευθυνομένους δια την Μικρασιατικήν καταστροφήν».

Πριν ακόμα ξεκινήσει η δίκη, οι ξένοι διπλωμάτες στην Αθήνα, είχαν ενημερώσει τον Υπουργό Εξωτερικών Πολίτη, ότι στην περίπτωση διεξαγωγής της, θα κινδύνευαν τα ελληνικά συμφέροντα. Στις 2 Νοεμβρίου, ο Βρετανός πρεσβευτής Lindley και καθώς η δίκη είχε αρχίσει, επέδωσε νέα διακοίνωση στον Πολίτη με πολύ σκληρή διατύπωση. Γινόταν λόγος για «βάρβαρες πράξεις της Επαναστάσεως» και η δίκη χαρακτηριζόταν «δικαστικόν έγκλημα». Μετά την εκτέλεση των έξι, ο Βρετανός πρεσβευτής , δήλωσε αηδιασμένος, πήρε το διαβατήριό του και έφυγε αυθημερόν για το Λονδίνο.




 Ο Βρετανός πρωθυπουργός Andrew Bonar Law, είπε στη Βουλή των Κοινοτήτων: «Δια της καταδίκης των τέως Υπουργών και του Αρχιστρατήγου εις την εσχάτην των ποινών και δια της εκτελέσεώς των διεπράχθη εν Ελλάδι πράξις μεγίστης βαρβαρότητος».

Ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών Λόρδος Curzon, διαμαρτυρήθηκε έντονα στον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος βρισκόταν στη Λωζάνη. Ο Βενιζέλος, στον οποίο είχε παρέμβει και ο Ελβετός πολιτικός Gustave Ador, είπε στον Curzon ότι έκανε ό,τι ήταν δυνατό για να αποτρέψει τις εκτελέσεις, αλλά δεν εισακούσθηκε.

Ο ρόλος του εθνάρχη στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν είναι ξεκάθαρος. Ο επί χρόνια συνεργάτης του Εμμανουήλ Ρέπουλης, ένας από τους κορυφαίους ρήτορες που πέρασαν ποτέ από το ελληνικό Κοινοβούλιο, με προσωπικές του μαρτυρίες, ρίχνει την ευθύνη στον Βενιζέλο για τις εκτελέσεις: «Ε, λοιπόν φίλε μου, τους πολιτικούς θα τους τυφεκίσουν διότι το θέλει ο Βενιζέλος» (διάλογος Ρέπουλη με τον Αλέξανδρο Διομήδη). Στο στενό του περιβάλλον, ο Βενιζέλος φέρεται επίσης να είπε: «Και αν πρόκειται να αναστηθούν, πάλιν πρέπει να εκτελεστούν» (Γ. Δαφνής, «Η Ελλάς Μεταξύ Δύο Πολέμων, 1923-1940).

Στις 31 Ιουλίου 1928, ο Πάγκαλος δήλωσε στην «Καθημερινή» ότι «οι εξ εξετελέσθησαν εντολή του Βενιζέλου, δοθείση υπ’ αυτού εις την Επανάστασιν εκ Λωζάνης και ότι περί τούτου υπάρχουν αποδείξεις». Όμως τις αποδείξεις αυτές, δεν τις παρουσίασε ποτέ.

Άλλοι, ρίχνουν ευθύνες στον Πάγκαλο και τον Πλαστήρα. Ο «μαύρος καβαλάρης», μίλησε για το θέμα λίγο πριν πεθάνει. Η δήλωσή του δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Ελευθερία» στις 4 Ιανουαρίου 1953. Σ’ αυτήν, ανέφερε ότι τον επισκέφθηκε ο Βρετανός πρεσβευτής Λίντλεϊ και του ζήτησε να ματαιωθεί η δίκη ή αν γίνει, να μην υπάρξουν θανατικές καταδίκες.



Ο Πλαστήρας, απάντησε: «Του ετόνισα (ενν.του Λίντλεϊ): Αν το στρατοδικείον τους καταδικάσει εις θάνατον, θα την εκτελέσω την απόφασιν. Όπως και αν τους αθωώσει, σας εγγυώμαι ότι κανείς δεν θα τολμήσει να τους πειράξει. Το ίδιο σας εγγυώμαι ότι θα συμβεί και αν καταδικασθούν εις φυλάκισιν. Η απόφασις του στρατοδικείου θα είναι απολύτως σεβαστή».
Ο Βρετανός Πλοίαρχος Gerald Talbot, στάλθηκε στην Αθήνα με σκοπό να αποτρέψει τις εκτελέσεις. Οι επικεφαλής της Επανάστασης πληροφορήθηκαν τον ερχομό του και φρόντισαν να επισπευσθεί η έκδοση της απόφασης και οι εκτελέσεις. Έτσι όταν έφθασε ο Talbot και ζήτησε από τους Πλαστήρα – Γονατά να δει τους καταδικασμένους πήρε τις απαντήσεις: «Αργά πια» (Πλαστήρας) και «Είναι πλέον αργά, η απόφασις εξετελέσθη» (Γονατάς).

Αλλά και το τηλεγράφημα του Ε. Βενιζέλου με το οποίο προειδοποιούσε ότι η διαπραγματευτική του θέση στη Λωζάνη θα γινόταν δυσχερής και ο λόρδος Curzon τον είχε ενημερώσει ότι θα υπάρξει διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με τη χώρα μας, έφτασε μετά τις εκτελέσεις. Η χώρα μας απομονώθηκε διεθνώς μετά την εκτέλεση των έξι και η διαπραγματευτική της θέση, έγινε ακόμα πιο δύσκολη.

Δυστυχώς, ο από μηχανής Θεός που περίμεναν πολλοί, αυτή τη φορά δεν έκανε την εμφάνισή του…

Από την πλευρά μας, προσπαθήσαμε να καταγράψουμε όσο πιο αντικειμενικά μπορούσαμε τις λεπτομέρειες της πολύκροτης αυτής υπόθεσης, η οποία έφτασε στον Άρειο Πάγο το 2008. Το ανώτατο δικαστήριο της χώρας μας, αθώωσε τους καταδικασθέντες με απόφασή του στις 15 Οκτωβρίου 2010. Ας ελπίσουμε ότι λάθη, μικρότητες, προσωπικές φιλοδοξίες και εκδικητικότητα, θα εκλείψουν από την πολιτική ζωή της χώρας, καθώς δεν ζημιώνονται μόνο οι άνθρωποι, αλλά όπως έχει δείξει επανειλημμένα η ιστορία, η ίδια η Ελλάδα…


Πηγές:
«ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ», τ. ΙΕ, Εκδοτική Αθηνών
Γρηγόριος Δαφνής, «Η ΕΛΛΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΔΥΟ ΠΟΛΕΜΩΝ, 1923-1940», Εκδόσεις «Κάκτος» 1997
Δρ Ιωάννης Παπαφλωράτος, «Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ (1833-1949)», Εκδόσεις Σάκκουλα 2014
Ευχαριστούμε θερμά τον Δρα Ι. Παπαφλωράτο που μας έδωσε πρόθυμα και ευγενέστατα την άδεια να χρησιμοποιήσουμε στοιχεία από το έργο του.
http://www.protothema.gr

Η αθηναϊκή ιστορία της οικογενείας Πάλλη ή Πάλη και η γωνία Καραγεώργη Σερβίας και πλατείας Συντάγματος



ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 19-7-2017

Η πλατεία Συντάγματος σε καρτ ποστάλ γύρω στο 1900. Στο βάθος, η οδός Καραγεώργη Σερβίας. Διακρίνεται στη γωνία η πρώτη οικία Πάλλη (ή Πάλη).
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Ανεξάντλητες οι ιστορίες για την Αθήνα που βγαίνουν στην επιφάνεια με διάφορες αφορμές. Ιστορίες λησμονημένες για τους σημερινούς κατοίκους, ακόμη και αν αφορούν κεντρικότατα σημεία της πρωτεύουσας όπως η πλατεία Συντάγματος. Πόσοι κάτοικοι της Αθήνας γνωρίζουν τις οικογενειακές διαδρομές πίσω από κτίρια που γεννήθηκαν και χάθηκαν στο πέρασμα του χρόνου και που μαρτυρούν τους κύκλους ζωής που δίνουν βάθος και ατμόσφαιρα σε μια πόλη; Η ιστορία μας σήμερα αφορά τη γωνία της Καραγεώργη της Σερβίας με την πλατεία Συντάγματος, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το παλαιότερο σωζόμενο κτίριο της πλατείας. Ολα τα κτίρια του 19ου αιώνα έχουν εδώ και χρόνια κατεδαφιστεί και μόνο το γνωστό ως Μέγαρο Πάλλη (ή Πάλη) στέκεται στο ίδιο σημείο από το 1910-1911 όταν χτίστηκε με σχέδια του περίφημου αρχιτέκτονα Αναστασίου Μεταξά. Το κτίριο το γνωρίζουν οι νεότεροι ως ναυαρχίδα των καταστημάτων Public (μετά την πώλησή του από τους τελευταίους ιδιοκτήτες στην εταιρεία Regata A.E.).
Ομως, το Μέγαρο Πάλλη είναι ένα «καινούργιο» κτίριο για την πλατεία Συντάγματος, παρότι μετράει πάνω από έναν αιώνα ζωής, γιατί πριν από αυτό και στην ίδια θέση υπήρχε άλλο αρχοντικό, γνωστό στους ιστορικούς της Αθήνας από παλιές φωτογραφίες και καρτ ποστάλ. Ας γίνει σαφές αρχικά, ότι «το Μέγαρο Πάλλη δεν είχε ποτέ καμία σχέση, ούτε ήταν ποτέ στην ιδιοκτησία της οικογένειας Πάλλη του γνωστού χαρτοπωλείου Πάλλης & Κοτζιάς που η έδρα του ήταν στην οδό Ερμού 8». Μας το διευκρινίζει η κυρία Μαρία Σκλαβούνου, δισέγγονη της Φάνης Πάλη, που μετά το 1889 είχε την απόλυτη κυριότητα του παλιού κτιρίου σε αυτήν τη θέση.
Γωνία Καραγεώργη της Σερβίας και πλατείας Συντάγματος, πριν χτιστεί το κτίριο που ξέρουμε σήμερα, υπήρχε μια μονοκατοικία «που ανήκε στον Φίλιππο Πάλη (το όνομα γραφόταν με ένα λ σε παλαιότερες εποχές και έτσι είναι γραμμένο και στον οικογενειακό τάφο στο Α΄ Νεκροταφείο)». Η κυρία Μαρία Σκλαβούνου μάς διηγείται:
«Ο Φίλιππος Πάλης ήταν γιατρός, γιος του Αλεξίου Πάλη, γιατρού και καθηγητή του Εθνικού Πανεπιστημίου Αθηνών (που ήταν το μόνο που υπήρχε τότε) και εξάδελφος του Αλεξάνδρου Πάλλη, λογοτέχνη, μεταφραστή και δημοτικιστή. Γεννήθηκε το 1850 και πέθανε το 1892. Η μονοκατοικία που προϋπήρχε του Μεγάρου και ήταν στην ιδιοκτησία του, υπάρχει σε φωτογραφίες και κάρτες της εποχής. Το 1884 παντρεύτηκε την πρωτότοκη κόρη Αγγλου βαρονέτου, τη Lady Frances Louisa Burrell. Απέκτησαν μαζί τέσσερις κόρες, διαμένοντας πάντοτε στη μονοκατοικία του Συντάγματος. Δεκαοκτώ χρόνια μετά τον θάνατό του, η lady Fanny (Φάνη πια για την Ελλάδα) μετακόμισε, για να κτίσει το Μέγαρο Πάλλη σαν πόρο εισοδήματος για τις κόρες της. Οι τρεις από τις κόρες της που μετά τον γάμο τους λέγονταν κύριες Μεσσηνέζη, Μπενιζέλου-Ρούφου και Μπαλτατζή, πούλησαν το μερίδιο που κληρονόμησαν, που ήταν το 75% του κτιρίου, στον κύριο Νικολάου και νοικιαζόταν από τότε εξ αδιαιρέτου. Η μία από τις κόρες, η Ειρήνη, σύζυγος του συνθέτη κλασικής μουσικής Δημητρίου Λιάλιου, διατήρησε το δικό της μερίδιο και το κληροδότησε στα τρία τέκνα της. Και οι κόρες του κ. Νικολάου, κυρίες Παπαδάκη, Χανδρή, Μαύρου και Τσεν, διατήρησαν το εξ αδιαιρέτου μερίδιό τους».
Οπως μας πληροφορεί η κυρία Μαρία Σκλαβούνου, «το γήπεδο όπου χτίστηκε η μονοκατοικία Πάλη αποτελείτο από μικρότερα κομμάτια. Βρισκόταν στη θέση που τότε λεγόταν Βουβουνίτσα και ήταν στην ιδιοκτησία του Οθωμανού Αλή Ρήγα. Αγοράστηκαν το 1831 από τον Γερμανό φαρμακοποιό Αδόλφο Μαν και πουλήθηκαν σταδιακά μεταξύ 1840 και 1845 στον Λεωνίδα Σμόλεντς, πατέρα του Κωνσταντίνου Σμολένσκη (και αυτοί έγραφαν το όνομά τους με διαφορετικούς τρόπους), ήρωα του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, κατά τον οποίον πήγε ως εθελόντρια αδελφή και η προγιαγιά μου Φάνη Πάλη. Ο Σμόλεντς πούλησε το συνολικό οικόπεδο το 1849 στον Αλέξιο Πάλλη, ο οποίος έχτισε την παλαιά μονοκατοικία. Το 1889 η Φάνη Πάλη αγόρασε τα μερίδια που κατείχαν οι αδελφές τού Φιλίππου και αυτό του Φιλίππου και απέκτησε την απόλυτη κυριότητα της οικίας και του οικοπέδου».


Πώς οι Αθηναίοι γνώριζαν τι ώρα είναι, στις αρχές του περασμένου αιώνα. Οι νεωκόροι έβλεπαν τη σφαίρα από τον τρούλο του Αστεροσκοπείου και χτυπούσαν τις καμπάνες






Στην Παλιά Αθήνα οι πρόγονοί μας δεν μάντευαν την ώρα, την ήξεραν ακριβώς! Ασφαλώς θα αναρωτιέστε μήπως υπερβάλουμε λιγάκι για λόγους εντυπωσιασμού. Πως είναι δυνατόν σε μια πόλη όπου οι λιγότεροι είχαν ρολόγια και ακόμη λιγότερα νοικοκυριά ραδιόφωνο –μη ξεχνάτε βρισκόσαστε στο 1927- να έχουμε καλή σχέση με τον χρόνο; Και όμως οι πρόγονοί μας –πενία τέχνας κατεργάζεται- επιστράτευσαν τις εκκλησίες από τις οποίες η Αθήνα μας ήταν κατάσπαρτη και έλυσαν το ζήτημα. Ελάτε μαζί μου στο λόφο του Αστεροσκοπείου. Ένα αποκαλυπτικό ρεπορτάζ της εφημερίδας «ΠΡΩΙΑ» θα λύσει κάθε σας απορία: «Όταν η καμπάνα κτυπά μεσημέρι ασυναισθήτως βγάζει κανείς το ρολόϊ του και κυττάζει αν πηγαίνει καλά. Είνε όμως ακριβώς μεσημέρι όταν η καμπάνα κτυπά; Εις όλους είνε γνωστόν ότι το Αστεροσκοπείο δίδει το σημείον της ακριβούς μεσημβρίας στην πόλι και ότι το σημείον αυτό περιμένουν οι νεωκόροι των εκκλησιών, ανεβασμένοι λίγο πριν στα καμπαναριά δια να σημάνουν μεσημέρι. Πως γίνεται όμως όλη αυτή η διαδικασία; Ποιος και πως δίδει το σημείο της ακριβούς μεσημβρίας από το Αστεροσκοπείο; Πρέπει ή όχι να ρυθμίζει κανείς το ρολόϊ του με την καμπάνα; Όλα αυτά ημπορεί να μη είνε κανένα μέγα ζήτημα, είνε όμως κάτι συνυφασμένον με την καθημερική μας ζωή και το οποίον δεν θα ήτο κακόν να εγνώριζε κανείς πως γίνεται. Το χθεσινόν ηλιόλουστο πρωί εύρε τον υποφαινόμενον οπλισμένον με την φωτογραφικήν του μηχανήν, ν’ ανέρχεται αποστολικώς τον ωραίον λόφον του Αστεροσκοπείου. Η ανάβασις δεν είνε καθόλου δύσκολος, διότι υπάρχει δρόμος ούτε καλύτερος ούτε χειρότερος από τους μη ασφαλτοστρωμένους της πόλεως, ο οποίος οδηγεί μέχρι της σιδηράς θύρας του επιστημονικού ιδρύματος. Ένας πολύ ευγενικός υπάλληλος του Αστεροσκοπείου πληροφορείται τον σκοπόν της επισκέψεώς μου και ευχαρίστως αναλαμβάνει να μου φανή χρήσιμος. -Είνε ενωρίς ακόμη μου λέγει. Εις τας 12 παρά 5’ ανεβαίνει εις τον τρούλλον ο αρμόδιος υπάλληλος. Εν τω μεταξύ κάμνομεν ένα γύρον εις το θαυμάσιον περίβολον του Αστεροσκοπείου και μου επιδεικνύει τα διάφορα επιστημονικά όργανα, που είνε τοποθετημένα εις διάφορα σημεία όπως τα βροχόμετρα, τα θερμόμετρα, τα βαρόμετρα, οι σεισμογράφοι, οι ηλιογράφοι. Εις το θυρωρείον παρετήρησα ότι υπάρχει ένα επιτραπέζιον χρονόμετρον του οποίου την ακρίβειαν ελέγχει τακτικά η αρμοδία υπηρεσία του Αστεροσκοπείου. -Μα είναι ανάγκη ο θυρωρός σας να έχη τόσον ακριβή ώραν; Ερώτησα. -Μη σας φαίνεται παράξενο αλλά είνε ανάγκη ο θυρωρός μας να έχη ακριβή ώραν … -Και ο λόγος; -Υπάρχουν πολλοί στην πόλι που δεν κανονίζουν τα ρολόγια των με την καμπάνα αλλά τηλεφωνούν εδώ διά να έχουν την ακριβή ώραν. Και επειδή ο θυρωρός έχει και το τηλεφωνικόν κέντρον του Αστεροσκοπείου εις αυτόν έχει ανατεθή και η υπηρεσία αυτή. -Μπελάς κι’ αυτός δηλαδή. -Όπως θέλετε. Παρατηρεί το χρονόμετρον και δίδει την ακριβή ώραν εις τους ερωτώντες. Δώδεκα παρά δέκα. Ήτο καιρός ν΄ανέβωμεν εις τον τρούλλον του Αστεροσκοπείου. Το θέαμα των Αθηνών από τον περιφερικόν εξώστη του είνε θαυμάσιον. Τα Φάληρα, η Καστέλλα, ο Ελαιών και ολόκληροι αι Αθήναι εκτείνονται εις ποικιλίαν χρωματισμών με όλην των την μεγαλοπρέπειαν πλέοντα εις πελάγη φωτός. Άλλοτε ο αρμόδιος υπάλληλος του Αστεροσκοπείου έδιδε το σημείον της μεσημβρίας σείων μίαν χρωματιστήν σημαίαν και φωνάζων συγχρόνως: -Δώδεκα! Εις ημέρας όμως σκοτεινάς ή όταν έβρεχεν οι νεωκόροι των εκκλησιών εδυσκολεύοντο να διακρίνουν την σειομένην σημαίαν και δι΄αυτό πολλές φορές εγίνοντο λάθη τα οποία είχον σοβαρόν αντίκτυπον εις την ακρίβειαν της αθηναϊκής ώρας. Κατά τα τελευταία έτη η σημαία αντικατεστάθη με μίαν μεγάλην ερυθρόλευκον σφαίραν. Εις τας 12 παρά 5’ η σφαίρα υψώνεται παρά του υπαλλήλου μέχρι της κορυφής σχεδόν του τρούλλου και εις τας 12 ακριβώς καταβιβάζεται. Η σφαίρα αυτή είνε ευδιάκριτος από όλα σχεδόν τα κωδωνοστάσια των εκκλησιών. Εις την υπηρεσίαν η οποία δίδει το σημείον της ακριβούς μεσημβρίας απασχολούνται δύο υπάλληλοι του Αστεροσκοπείου. Ο ένας ανέρχεται εις τον εξώστην δια το ανεβοκατέβασμα της σφαίρας και ο άλλος παρακολουθεί κάτω εις την κεντρικήν αίθουσαν το μεγάλο χρονόμετρον του Αστεροσκοπείου το οποίον ρυθμίζεται δια της αστρονομικής μεσημβρίας. Εις τας 12 παρά πέντε ο παρακολουθών το χρονόμετρον κάνει σήμα εις τον επί του εξώστου ν΄αναβιβάση την σφαίραν. Εις τας 12 παρά δύο δευτερόλεπτα δεύτερον σήμα ειδοποιεί τον υπάλληλον της σφαίρας να είναι έτοιμος και εις τας 12 ακριβώς τρίτον σήμα δίδει το σύνθημα της καταβιβάσεως της σφαίρας. Παρηκολούθησα με προσοχήν πως διεξάγεται η υπηρεσία αυτή. Ειδικώς δε επρόσεξα αν με το κατέβασμα της σφαίρας εσήμαιναν ταυτοχρόνως και η καμπάνες. Βεβαιώ λοιπόν ότι και η καμπάνα της Μητροπόλεως και η καμπάνα του Αγίου Κωνσταντίνου εκτύπησαν ταυτοχρόνως. Καθυστερούν δέκατα δευτερολέπτου μόνον οι καμπάνες των άλλων μικροτέρων εκκλησιών, διότι δεν βλέπουν την σφαίραν του Αστεροσκοπείου οι νεωκόροι των και περιμένουν ν΄ακούσουν τις άλλες καμπάνες δια να σημάνουν και αυτοί μεσημέρι. Ώστε ρολόι που «πηγαίνει με την καμπάνα» δείχνει ακριβώς μεσημέρι. Επομένως … καλή όρεξι!». Θωμάς Σιταράς * Έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του αρχικού κειμένου 
Πηγή: www.paliaathina.com... 

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr

Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Συντροφιά με την υγρασία





  • Πολύ υγρασία σε εκείνο το...υπερυψωμένο υπόγειο...πώς να το πείς....
    του παλιού νεοκλασικού που μετακομίσαμε για μια ακόμα φορά εκείνα 
    τα χρόνια.
    Είχε μεγαλώσει η οικογένεια και το ένα δωμάτιο δεν έφτανε.
    Άλλη γειτονιά όμως...άντε να βρείς νέους φίλους...άντε να προσαρμοστείς
    στο νέο σχολείο.
    Περνούσε και ένα ρέμα δίπλα από το σπίτι που το ρέμβαζες όταν φούσκωνε
    με τα νερά της βροχής....
    Αχ φουκαριάρα Αθήνα πόσοι έφαγαν από τα κομμάτια σου....
    Την υγρασία την ξαναθυμήθηκα το σωτήριον έτος 2017 λόγω χαμηλής
    χρήσης...του καλοριφέρ.
    Και γι αυτό γυρίζω πίσω  στα μικράτα μου...
    Πήγαινε ο βήχας στο υπόγειο σύννεφο ....σταματούσε την άνοιξη.
    Και δώστου βεντούζες και είχες την ευαισθησία την μεταπολεμική όπως
    η πλειονότητα των παιδιών της αυλής.....κίτρινη μούρη....αδυναμία....
    δέκατα και άλλα ωραία λόγω "υγιεινής" διατροφής.
    Στάζανε οι τοίχοι...τι να έκανε η μάνα.....η σόμπα του πετρελαίου
    με το μπουρί δεν είχε ροδάκια....στην κουζίνα που ήταν μεγάλη την είχαμε
    και εκεί τα κάναμε όλα εκτός από τον ύπνο.
    Μόλις ερχότανε αυτή η ώρα άρχιζε το μαρτύριο....τρέχα γρήγορα και κουκουλώσου....
    πρόσεχε στα πόδια υπάρχει μπουκάλι με ζεστό νερό...τύπου θερμοφόρας....
    Όπως έπεφτες έτσι ξύπναγες στο ίδιο πλευρό γιατί φοβόσουνα μην χάσεις
    την "ζέστη"αλλά και από το βάρος του παπλώματος και των μπόλικων κουβερτών.
    Ο τοίχος ποτάμι και επάνω καρφωμένο ένα κάντρο με κέντημα της μάνας
    μούσκεμα κι αυτό.
    Η μυρουδιά της μούχλας αλλά και η όψη της ....αξέχαστα.
    Όταν κάποτε μου προσέφεραν να φάω λίγο τυρί ροκφόρ....αυτό με την αριστοκρατική "μούχλα"....
    χαμογέλασα και αρνήθηκα σκεπτόμενος πόσο χορτάτος ήμουνα από δαύτη.
    Η ζωή όμως κάνει κύκλους....οι απατεώνες-δοσίλογοι Πολιτικοί που έχουν
    την ευθύνη να με "φροντίζουν" ....δεν με ξέχασαν... τώρα προς το τέλος
    φρόντισαν να θυμηθώ τα παιδικά μου χρόνια.

Ο μπόγιας του 1933



Ιδού και ο «μπόγιας» του 1933 με δυο γλυκούληδες φιλοξενούμενους…
http://paliaathina.com/gr

Μια ματιά στην καθημερινότητα της παλιάς Αθήνας..


Οι περίπατοι, ο καφές με φίλους, το φαγητό και η μουσική ήταν από πάντα, μέσα στις συνήθειες των ανθρώπων.
Η Αθήνα του σήμερα,με το υποβαθμισμένο περιβάλλον, με τα σκουπίδια εδώ και εκεί, με τους παράνομους να βολτάρουν στο κέντρο, διαφέρει πολύ από την Αθήνα του Όθωνα, αλλά και την Αθήνα του Μεσοπολέμου!!
Τότε, ήταν τα κάρα που κινούνταν μέσα στους χωματόδρομους, με τη λάσπη να λερώνει τον ποδόγυρο των φορεμάτων των κυριών, μια και η μόδα ήταν διαφορετική, ήταν τα καφενεία που δέχονταν τους κυρίους με τα καπέλα, ήταν και τότε οι ερωτευμένοι όπως και σήμερα, μόνο με άλλες συνήθειες και πιο ρομαντικοί!!!


Οι Αθηναίοι διασκέδαζαν πολύ στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, ενώ μιμούνταν τους παριζιάνικους τρόπους  διασκέδασης και συμπεριφοράς.
Τότε, ήλθαν και οι πρώτες αρτίστες που έκαναν μέχρι και στριπτίζ, τότε ήταν που εκτός από τις γκαρσονιέρες που πήραν το όνομά τους από τη λέξη garcon που στα γαλλικά σημαίνει αγόρι, υπήρχαν και οι φιγιέρες από τη λέξη fille που σημαίνει κορίτσι, από τα γαλλικά και αυτό!!Κοινώς ήταν γκαρσονιέρες για κορίτσια!
Το φαγητό ήταν η σπουδαιότερη μορφή διασκέδασης για τους Αθηναίους τότε...


Από πιο παλιά, από την εποχή του Όθωνα, αν και η πόλη ήταν ουσιαστικά κατεστραμμένη,  εισήγαγε πλήθος προϊόντων υψηλής ποιότητας και ποικιλίας. Υπάρχει ένα πίνακας του Δήμου Αθηναίων από το 1842, που μας πληροφορεί ότι υπήρχαν 300 διαφορετικά είδη από χαβιάρι μέχρι τα πιο απίθανα πράγματα που εισήγαγαν στην πόλη με πλοία.
Αλλά και μενού που σώζονται από τα διάφορα εστιατόρια δείχνουν την ποικιλία αλλά και τα ακριβά γούστα των Αθηναίων της εποχής.
Στην ψυχαγωγία τώρα ήταν ο Καραγκιόζης, μια  πολύ διαδεδομένη μορφή διασκέδασης ειδικά από την belle epocque και μετά. Ηθοποιοί υπήρχαν λίγοι και ήταν κυρίως άντρες. Από γυναίκες ηθοποιούς που έκαναν αισθητή την παρουσία τους την εποχή του Μεσοπολέμου ήταν, όπως ξέρουμε, η Παξινού και η Κυβέλη.
Φυσικά υπήρχαν και ερωτευμένοι, που φλέρταραν τις δεσποινίδες, που έστελναν ραβασάκια ή κάρτες για ερωτευμένους που ήταν πασπαλισμένες με χρυσόσκονη...


Η πόλη όμως είχε και τότε τα σκουπίδια της...και η συνήθεια να πετούν οι πολίτες στους δρόμους τα σκουπίδια, μας έμεινε από τότε. Μόνο που τότε, η κάθε νοικοκυρά, άνοιγε την πόρτα και να τα σκουπίδια της στο δρόμο! Κάτι που ήταν συνήθεια όλων και έκανε τους διαβάτες να περπατούν στη μέση του δρόμου για να αποφύγουν ''κεντήματα'' στα ρούχα τους από τα σκουπίδια των σπιτιών!
Αλλά και απόνερα από τα καταστήματα πετιούνταν στους δρόμους...
Απορριμματοφόρο δεν υπήρχε τότε...Προσπάθειες έγιναν πολλές για να διαχειριστεί η πόλη τα σκουπίδια της.
Επί Όθωνα υπήρχαν τα γαϊδουράκια με τα κοφίνια με τη χωροφυλακή από δίπλα, που ήταν υπεύθυνη να μπουν τα σκουπίδια στα κοφίνια.
Μετά η εξέλιξη έφερε τα κάρα. Τα κάρα του Δήμου περνούσαν από συγκεκριμένα μέρη για να μαζέψουν τα σκουπίδια με φτυάρια, ενώ οι Αθηναίοι ήταν υποχρεωμένοι να πηγαίνουν σ' αυτά τα μέρη τα σκουπίδια τους.


Αλλά πότε υπάκουσε στους νόμους ο πολίτης;; Έτσι πολλοί βαριούνταν να πάνε τα σκουπίδια τους πιο πέρα και τα πετούσαν έξω από τα σπίτια τους!!!
Πρώτη χωματερή της παλιάς Αθήνας ήταν το Θησείο....δίπλα στα αρχαία....μαζί με τα σφαγεία! Και τότε τα παράπονα πολλά γιατί οι τουρίστες που επισκέπτονταν τα αρχαία διαμαρτύρονταν για τη δυσωδία!
Άλλαξαν τα πράγματα ....το τότε με το σήμερα δεν έχει καμιά σχέση.
Συνήθειες όμως έχουν μείνει.............και ποιος ξέρει αν ποτέ θα συμμορφωθούμε με τους κανόνες!
Αλλά και την ανάγκη τους οι κύριοι την έκαναν όπου έβρισκαν!!!!!!!!
Κάπως έτσι και σήμερα....ευτυχώς όχι τόσοι πολλοί.
Μάλιστα υπάρχει και το αστείο της εποχής....που δεν ήταν καθόλου αστείο για τους ιδιοκτήτες κατοικιών που έβλεπαν τους κυρίους με τα καπέλα να στοχεύουν τους τοίχους τους. Βέβαια,έκαναν  τη φυσική τους ανάγκη κυρίως όπου υπήρχαν δέντρα ή απόμερα μέρη. Οι ιδιοκτήτες όμως που έβλεπαν να ουρούν δίπλα στις μάντρες των σπιτιών τους,  αντιδρούσαν, είτε μπουγελώνοντας τους ασεβείς, είτε ζωγραφίζοντας έξω από το σπίτι τους αμέτρητους σταυρούς μπας και ξυπνήσει το θρησκευτικό συναίσθημα των κυρίων και πάψουν να στοχεύουν τους τοίχους τους!
Ένας άλλος στόχος της ούρησης των περαστικών κυρίων ήταν και το άγαλμα του Βαρβάκη που ήταν τότε στην κεντρική αγορά δίπλα σε μια ταβέρνα.
Όποιος βαριόταν να πάει στην τουαλέτα της ταβέρνας, στον καμπινέ τότε, στόχευε το άγαλμα του Βαρβάκη που ήταν το τέλειο καταφύγιο για να ουρήσει. Το άγαλμα είχε δεχθεί τόσες στοχεύσεις που είχε κιτρινίσει γι αυτό και αποφασίστηκε να μεταφερθεί στο Ζάππειο!!!!!!!!!!
Όλα αυτά είναι μερικά από όσα αναφέρει με διασκεδαστικό τρόπο το βιβλίο με τίτλο '' Η Παλιά Αθήνα ζει, γλεντά, γεύεται,1834-1938''


atenizodas.blogspot.com


Οι πληροφορίες για το βιβλίο είναι από την εφημερίδα ''δ-κυριακάτικη δημοκρατία''