Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

Η αστική ιδιοκτησία εν διωγμώ

Θεόδωρος Αποστολόπουλος

Το Ενοικιοστάσιο και οι φόροι των ακινήτων
Οι ελλείψεις τροφίμων, ο πληθωρισμός, οι στρατιές των ανέργων και των αστέγων στην Ευρώπη κατά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, οδήγησαν τις Κυβερνήσεις στη λήψη προστατευτικών μέτρων, δηλαδή στον περιορισμό της ελευθερίας της αγοράς. Στην Ελλάδα αυτό άρχισε νωρίτερα, κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων. Εκτός από τη διατίμηση των προϊόντων και τον έλεγχο των εισαγωγών και εξαγωγών, ένα ακόμη μέτρο που επιβλήθηκε ήταν το ενοικιοστάσιο (νόμος ΔΞΗ 1912, περί αναστολής παραγραφών), που απαγόρευε ουσιαστικά τις εξώσεις.
Ο νόμος σκόπευε αρχικά να προστατέψει τις οικογένειες των επιστράτων, αλλά κατέληξε να προστατεύει και τους νοικάρηδες που ήταν πλουσιότεροι των ιδιοκτητών. Δεν είναι περίεργο που προκάλεσε τις έντονες αντιδράσεις των μικροϊδιοκτητών κυρίως, που είχαν επενδύσει ό,τι είχαν σε κάποιο ακίνητο και τώρα δεν μπορούσαν να απολαύσουν τους καρπούς της επένδυσής τους. Και σαν να μην έφτανε αυτό, το 1916, η Νομαρχεία επιβάλλει έναν νέο φόρο που θα αύξανε κατά 20% τον ήδη υπάρχοντα φόρο στα ακίνητα.

Αντιδράσεις για την τροποποίηση του 1916
Το 1916, μετά την άρνηση της κυβέρνησης να πολεμήσει στο πλευρό της Αντάντ επιβάλλεται από τους συμμάχους ο ναυτικός αποκλεισμός. Κι ενώ η Αθήνα υποφέρει από την έλλειψη τροφίμων, αντιμετωπίζει ταυτόχρονα σοβαρό πρόβλημα λειψυδρίας που αφήνει τους Αθηναίους ολόκληρες μέρες χωρίς σταγόνα νερό. Παράλληλα, οι πυρκαγιές έχουν καταστρέψει τεράστιες εκτάσεις και σε κάποιες περιπτώσεις (όπως στη μεγάλη πυρκαγιά του Τατοΐου) χάθηκαν ζωές. Τύφος, χολέρα, πανούκλα και φυματίωση σκορπούν τον θάνατο. Και μέσα σε αυτή τη δυστυχία βασιλεύει η αισχροκέρδεια! Ενώ το νόμισμα έχει χάσει τη μισή του αξία, οι τιμές των προϊόντων έχουν διπλασιαστεί, με αποτέλεσμα το κράτος να επιβάλει διατίμηση κάποια βασικά προϊόντα.Ανάμεσα στα φλέγοντα ζητήματα ήταν και οι τιμές των ενοικίων, τα οποία οι ασθενέστερες τάξεις αδυνατούσαν να πληρώσουν. Έτσι, βρίσκονταν συχνά στο δρόμο, χωρίς στέγη και χωρίς χρήματα. Χαρακτηριστικό είναι πως αντιμετώπιζαν εξώσεις ακόμα και οι οικογένειες των στρατευμένων, κάτι που εξόργιζε ιδιαίτερα την κοινή γνώμη.

 Μέσα σε αυτό το κλίμα ψηφίστηκε ο νόμος 732 περί προστασίας των ενοικιαστών, το γνωστό «Ενοικιοστάσιο» του 1912 τροποποιημένο. Η νέα εκδοχή ήταν έμπνευση του καθηγητή και τότε Υπουργού Δικαιοσύνης  Αντ. Μομφερράτου, βασισμένη σε προτάσεις και συζητήσεις που είχαν αρχίσει επί προηγούμενης κυβέρνησης, ενώ οι ρίζες του νόμου αυτού βρίσκονται στο Βυζαντινό Δίκαιο.

Αντ. Μομφερράτος
Το υπουργείο διαμορφώνει ένα διάταγμα, που ψηφίστηκε στις 6 Ιουλίου και προβλέπει τα εξής: «απαγορεύεται η ερημοδικία και αναγκαστική εκτέλεση δικών κατά δυστροπούντων ενοικιαστών ένεκα λήξεως του χρόνου της μισθώσεως, προκειμένου περί μισθώσεως αστικού κτήματος, ... εφ’όσον ο μισθωτής τηρεί άπαντας τους όρους της αρχικής μισθώσεως και παρέχει εν αυτή τας εγγυήσεις». Καμία μεταβολή για μισθώματα κάτω των 250 δρχ., επιτρέπεται ως 10% αύξηση για τα άνω των 250 δρχ. που ενοικιάστηκαν μετά την 1/6/1915 και ως 20% για τα υπόλοιπα. Ο ιδιοκτήτης οφείλει να ζητήσει από τον ενοικιαστή να δηλώσει εντός 10 ημερών τη συναίνεσή του στην αύξηση. Αν ο ενοικιαστής δεν ανταποκριθεί, θα θεωρηθεί πως συναινεί σιωπηλά.
Ο τρόπος με τον οποίον αντέδρασαν ιδιοκτήτες και ενοικιαστές τότε, δεν διαφέρει σε τίποτα από τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε σήμερα το πρόβλημα της φορολόγησης των ακινήτων. Η χώρα σε κρίση, οι μεν εναντίον των δε και όλοι μαζί εναντίον της κυβέρνησης, που ποτέ δεν μπόρεσε να αντισταθεί στις εύκολες λύσεις.

Ένας μονίμως προσωρινός νόμος
Ο νόμος έβαινε σταδιακά προς μονιμοποίηση, προκαλώντας την οργή των ιδιοκτητών. Ο «Κτηματικός Σύνδεσμος Αθηνών» ήταν μία μόνο από τις διάφορες ενώσεις που είχαν σχηματιστεί για την αντίδραση στο ενοικιοστάσιο, αλλά και στην παρεμβατικότητα του κράτους γενικότερα. Στις  5 Απριλίου  1917, στην πρώτη γενική συγκέντρωση ιδιοκτητών στο «Κεντρικό Θέατρο» Αθηνών, ο Θ. Αποστολόπουλος εκφωνεί έναν λόγο, στον οποίο παρουσιάζει τα επιχειρήματα που προέβαλλαν οι μικροϊδιοκτήτες ζητώντας την άρση του νόμου αυτού.
Αναφερόμενος στη νέα φορολογική επιβάρυνση από τον Δήμο, ο Αποστολόπουλος διαμαρτύρεται: «... αυτή επιβλήθηκε με σκοπό να καλυφθεί η σπατάλη και τα ελλείμματα του παρελθόντος, του οποίου της αμαρτίες καλούμαστε να πληρώσουμε σήμερα εμείς, που δεν μετείχαμε ούτε στη διαχείριση ούτε στη σπατάλη».

Με έναν άδικο νόμο, λοιπόν, οι μικροϊδιοκτήτες, (το 80% των ιδιοκτητών που έχει από αυτά ετήσιο εισόδημα λιγότερο από 8000 δρχ.) που χάνουν πλέον όλες τους τις οικονομίες, τις οποίες απέκτησαν με σκληρή εργασία για να εξασφαλίσουν τα γεράματά τους. Με τη μισή ακίνητη περιουσία τους υποθηκευμένη και την άλλη μισή να μην αποφέρει ούτε το ποσόν της δόσης των δανείων (αναφέρει επιτόκιο 8%), οι μέχρι πρότινος συνεπείς φορολογούμενοι βρίσκονται υπό διωγμόν.
Κατηγορεί επίσης τους πολιτικούς για την τακτική τους να οδηγούν σε αντιπαλότητα τους σπιτονοικοκύρηδες με τους ενοικιαστές του, αν και στην πραγματικότητα τα συμφέροντά τους συμπίπτουν:  «Η φορομανία καταδιώκει σε τον λεγόμενο ιδιοκτήτη αμείλικτη, συχνή και άγρια... Ο νοικάρης σου σε κοιτάζει με βλέμμα βλοσυρό. Άλλοτε σε λοιδωρεί, σε ονειδίζει, σε βρίζει, σε διώχνει, σε απειλεί. Ενίοτε δε σε δέρνει και κάποτε σε πυροβολεί. Ο Τύπος επίσης, σε καταδιώκει άδικα, απερίσκεπτα και πολλές φορές σοσιαλιστικά...»
Η αύξηση αυτή στη φορολόγηση δεν καταστρέφει μόνο τον ιδιοκτήτη, αλλά και τον ενοικιαστή, καθώς τα ενοίκια αναγκαστικά αυξάνονται. Προκάλεσε επίσης κύμα ανεργίας στα επαγγέλματα που σχετίζονται με την οικοδομή, εφόσον κανείς δεν έχει πλέον συμφέρον να χτίσει. Μάλιστα, λίγους μήνες νωρίτερα, οι σχετικές συντεχνίες (ελαιοχρωματιστές, υφαντουργοί, αμμοκονιαστές κ.ά) είχαν στείλει επιστολή στον Υπουργό, ζητώντας επισήμως τροποποίηση του νόμου υπέρ των ιδιοκτητών, ώστε να ανακάμψει η οικοδομική δραστηριότητα.

Δεν πληρώνω τεμπελχανάδες χαρατσιμπάσηδες!
Ο Αποστολόπουλος ζητά από τους ιδιοκτήτες να πάψουν να σκύβουν το κεφάλι στις διώξεις αυτές και να προστατεύσουν το δίκιο τους. «Εάν σε φέρουν σε ανάγκη αδυσώπητη να βροντοφωνάξεις δεν πληρώνω πλέον φόρους, διότι δεν έχω».
 «Δεν έχει το δικαίωμα ο κάθε φορομπήχτης, ο κάθε εμπειροτέχνης φορολογικών μέτρων, ο κάθε αστοιχείωτος στα δημοσιονομικά και στην οικονομική επιστήμη να σου διαρπάζει την περιουσία με τη ληστρική μέθοδο της αύξησης των φόρων και να τη διασπαθίζει για τις ανάγκες της Πολιτείας από τη μία, αλλά και κατά το κέφι συνήθως της αμάθειας, της κομπογιαννιτωσύνης και απληστίας του».
Ο τρόπος με τον οποίον το κράτος φορολογεί ακολουθεί το σύστημα του κεφαλικού φόρου των Οθωμανών χαρατσιμπάσηδων. Υπερβολικά ποσά και τόκοι υπερημερίας, κατασχέσεις ενοικίων και ακινήτων, ακόμα και συλλήψεις. Κι ενώ είχε προταθεί ηπιότερο και αποτελεσματικότερο σύστημα στη Βουλή, κανείς δεν έκατσε να το μελετήσει: «Αλλά πού καιρός και διάθεση και μυαλό να το μελετήσουν οι διάφοροι τεμπελχανάδες και οι φορομπήχτες!»

Ο άφθαρτος νόμος της προσφοράς και της ζήτησης
Στην Αθήνα υπήρχαν 22.000 ακίνητα από τα οποία το Κράτος εισέπραττε 2.500.000 δρχ. σε φόρους. Από αυτά, 250.000 δρχ. πήγαιναν στον Δήμο. Οι φόροι αυτοί όμως δεν αποδίδουν λόγω της κακοδιαχείρισης. Και αφού δεν ενισχύεται η παραγωγή και δεν παράγεται πλούτος, πώς θα βρει ο φορολογούμενος χρήματα για τους φόρους;
Με τον ίδιο τρόπο που λειτουργεί ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης σε κάθε προϊόν εμπορίου, λειτουργεί και στα ακίνητα, εξηγεί ο ομιλητής. Και είναι μεν η στέγη είδος πρώτης ανάγκης, αλλά το ίδιο είναι και τα τρόφιμα. Αυτός λοιπόν που έχει ένα ακίνητο προς ενοικίαση καλύπτει μία ανάγκη δια του εμπορίου, επωμιζόμενος όλους τους κινδύνους, όπως κάθε έμπορος. Πληρώνει για τη συντήρηση της ιδιοκτησίας του και καλύπτει τη χασούρα από τους ενοικιαστές που τον «φεσώνουν». Ο ρόλος του Κράτους είναι να προστατεύει και όχι να καταδιώκει, λοιπόν τους ιδιοκτήτες: «Κανένας δεν έχει το δικαίωμα να μου θέτει εμπόδια στη νόμιμη χρήση του ακινήτου μου, εκτός από τον άφθαρτο νόμο της προσφοράς και της ζήτησης... είναι ο μόνος που μπορεί να περιορίσει τις αρπακτικές μου διαθέσεις, εάν έχω τέτοιες, και κανένας άλλος».
Βέβαια, διαφορετική άποψη είχαν οι ακτήμονες. Στην εφημερίδα Καιροί (29/5/1916) γράφει ο Πολυντώρ, όταν το νομοσχέδιο περί ενοικιοστασίου είχε κατατεθεί στη Βουλή, αλλά δεν ψηφίστηκε: «...οι βουλευτές έκλαψαν στη Βουλή για τα ακριβά ενοίκια, για να ξεγελάσουν τον ακτήμονα λαό, αλλά το νομοσχέδιο για τον περιορισμό της εκμετάλλευσης, της ληστείας του λαού δια της υπερτίμησης των ενοικίων, δεν το ψήφισαν ούτε θα το ψηφίσουν, διότι οι βουλευτές είναι οι ίδιοι κάτοχοι σπιτιών.».

Σύγκριση με τις άλλες χώρες 
Την ίδια εποχή στις άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, ο ιδιοκτήτης διευκολύνεται από το Κράτος αντί να εμποδίζεται. Στο Παρίσι οι εξώσεις γίνονται με προειδοποίηση τριών ημερών, στη Βιέννη δεν πληρώνει φόρο για δώδεκα χρόνια από την ανέγερση της οικοδομής και για τα επόμενα έξι πληρώνει τον μισό φόρο. Βαριά φορολογείται μετά από 18 μήνες, αλλά μόνο για το τμήμα που του ανήκει και όχι για εκείνο που είναι ενυπόθηκο, για το οποίο φορολογείται ο δανειστής. Επιπλέον οι φόροι του πιάνουν τόπο.
Στην Ελλάδα όμως, η φορολόγηση γίνεται επί της ακαθάριστης προσόδου, συν τον φόρο (εισοδήματος) επί των υποθετικών εισοδημάτων, φορολογώντας το οικοδόμημα δύο φορές!
Ο Κτηματικός Σύνδεσμος,  που εκπροσωπεί ο Αποστολόπουλος,  ζητά την άρση ή τουλάχιστον τροποποίηση του διατάγματος, ώστε να περιοριστεί στην προστασία των αληθώς φτωχών και όχι εκείνων που μένουν σε σπίτια με ενοίκιο 100 δρχ., γιατί έτσι είναι σαν να προστατεύεται η επίδειξη και η πολυτέλεια. Επίσης, αν το κράτος θέλει πράγματι να προστατεύσει τις οικογένειες των στρατευμένων, θα πρέπει να λάβει υπόψιν του πως πολλές από αυτές ζουν αποκλειστικά από το εισόδημα κάποιου ακινήτου. Τέλος, αν δεν μπορεί ο ιδιοκτήτης να αυξήσει το μίσθωμα, το κράτος χάνει πολλά από τη φορολογία.

(Για να κατανοήσουμε τα οικονομικά μεγέθη στα οποία αναφέρεται το κείμενο, ας λάβουμε υπόψιν μας τα εξής:
Το 1917, ο μηνιαίος μισθός των γραφέων στο Υπουργείο Οικονομικών ήταν 77 δρχ., ενώ το ημερομίσθιο στον ιδιωτικό τομέα κυμαινόταν από 3 έως 5 δρχ. Τι μπορούσε να αγοράσει κάποιος με αυτά τα χρήματα;
1 δρχ. είχε η οκά (1 κιλό και 282 γραμμάρια) το ψωμί, 80 λεπτά η οκά οι ντομάτες, 3,80 δρχ. η οκά οι μαρίδες, 4 δρχ. η οκά το κρέας, 9 δρχ. η 12άδα τα ποτήρια.
Είναι φανερό πως ένα σπίτι με ενοίκιο 100 δρχ. και άνω θα το νοίκιαζε κάποιος με υψηλό εισόδημα και όχι οι υπάλληλοι και οι εργάτες.)

Η προστασία της ιδιοκτησίας
«Πού ακούστηκε να μην μπορείς να κατοικήσεις εσύ, ο ιδιοκτήτης στο σπίτι σου, όταν χρειαστεί, αλλά να κατοικεί σε αυτό δια της βίας, πέραν του συμφωνημένου χρόνου, ο ενοικιαστής και να προστατεύεται αυτός (που αρκετές φορές συμβαίνει να είναι πλουσιότερος του ιδιοκτήτη) και να υπολογίζει τα οικονομικά του με τρόπο που συμφέρουν τον ίδιο, αλλά καταστρέφουν τον ιδιοκτήτη, με μοναδική δικαιολογία πως τον προστατεύει ο νόμος; Νόμος κατά κανόνα άδικος και αντισυνταγματικότατος! Πού αλλού στον κόσμο ακούστηκε τέτοια αδικία, τέτοιο τερατούργημα και τόση ανοησία; Πού ακούστηκε να μην μπορείς να κατεδαφίσεις το παλιό κι ερειπωμένο σου σπίτι, για να ανοικοδομήσεις άλλο, μεγαλύτερο και ωραιότερο;» Ο νόμος αυτός, λοιπόν, που χαρακτηρίζεται «δημευτικός, γριφώδης, τραγελαφικός, αντιφατικός, ακατανόητος, δυσερμήνευτος και ακατάληπτος ακόμα και από τους δικαστές», καταργεί την προστασία της ιδιοκτησίας που προβλέπει το Σύνταγμα.

«Ανωποταμίται», «Γονατίται» και το έλλειμμα.
Ένας νόμος «άνω ποταμών» και «γραμμένος στο γόνατο», που υποτίθεται πως επιχειρούσε να προλάβει μίαν επερχόμενη κοινωνική έκρηξη. Η προχειρότητα, όμως, με την οποία συντάχθηκε δημιούργησε περισσότερα προβλήματα απ’όσα έλυσε. Θα πρέπει να καταλάβουν αυτοί οι "ανωποταμίτες" και "γονατίτες", πως αυτό οφείλεται, κυρίως, στην ανεπάρκεια των δημοσίων υπαλλήλων που προάγονται σε υψηλές θέσεις χωρίς καμία αξιολόγηση των προσόντων τους, αλλά μόνο «δια της πολυχρονίου μονιμότητος εις βάρος του δια του ιδρώτος και του αίματός του μισθοτροφοδοτούντος αυτόν ελληνικού λαού».

Κι ενώ στο δημόσιο έτσι έχουν τα πράγματα, οι ιδιώτες καλούνται να πληρώσουν τώρα ένα επιπλέον 20%  προκειμένου να καλυφθεί το έλλειμμα του Δήμου Αθηναίων, το οποίο υπολογίζεται περίπου στο 1 εκ. δρχ., αλλά κανείς δεν ξέρει το ακριβές πόσο ούτε πως δημιουργήθηκε! Έτσι κανείς δεν μπορεί να υποδείξει τους υπαίτιους, ώστε να πληρώσουν οι ίδιοι για αυτό. Δεδομένης της κατάστασης, τρεις τρόπους προτείνουν οι ιδιοκτήτες για την επίλυση του ζητήματος: περικοπές στο δημόσιο (το κυριότερο), δάνειο και συμμετοχή του Δήμου κατά 10% επί της φορολογίας των «εκ του πολέμου κερδών», δηλαδή των  κολοσσιαίων κερδών που αποκόμισαν εξαιτίας του πολέμου και μόνο κάποιες επαγγελματικές ομάδες, όπως οι αλευροβιομήχανοι, οι ξενοδόχοι, οι εφοπλιστές, οι μεγαλέμποροι κ.ά.
Το ψήφισμα με τα αιτήματα αυτά εγκρίθηκε από 3000 και πλέον ιδιοκτήτες και επιδόθηκε στους αρμόδιους Υπουργούς, οι οποίοι διαβεβαίωσαν ότι θα παρατείνουν την προθεσμία για την καταβολή των καθυστερούμενων φόρων χωρίς επιβολή τόκων και προστίμου. Στη συνέχεια, ο Υπουργός Εσωτερικών ζήτησε από τον Νομάρχη την αναθεώρηση της απόφασής του για την επιβολή του 20%. Είπε επίσης, ότι εγκρίνει την άρση του ενοικιοστασίου, εφόσον ο λόγος για τον οποίον δημιουργήθηκε δεν υφίσταται πλέον. Το ενοικιοστάσιο, όμως, δεν καταργήθηκε και ο πρόσθετος φόρος επιβλήθηκε.


Προς επίλυση του ζητήματος
Προσπάθειες για την ενίσχυση της οικοδομικής δραστηριότητας έγιναν  το 1922 (Υπουργός Δικαιοσύνης ο Δ. Γούναρης), όταν με τη νέα τροποποίηση του νόμου εξαιρούνται από το ενοικιοστάσιο κάποιες περιπτώσεις, όπως οι νεόδμητες οικοδομές (μπορεί ο ιδιοκτήτης να κατεδαφίσει το παλιό και να χτίσει νέο οίκημα), οι νέοι όροφοι επάνω στο παλιό και τα νέα κτίσματα στο ίδιο οικόπεδο. Στον νέο αυτό νόμο τίθενται επίσης και κάποια εισοδηματικά κριτήρια και μερικές επιπλέον προϋποθέσεις προκειμένου να κάνει ο ενοικιαστής χρήση του ενοικιοστασίου. Τέλος, προστατεύονται οι οικογένειες των στρατευμένων, των αναπήρων πολέμου και των πεσόντων στον πόλεμο.
Το 1927, η κυβέρνηση Ζαΐμη επιχειρεί έναν εξορθολογισμό του νόμου. Όταν όμως ανακοινώθηκε το νέο νομοσχέδιο, καμία πλευρά δεν ικανοποιήθηκε. Οι ιδιοκτήτες δεν δέχονταν πλέον τίποτα εκτός από την άρση του ενοικιοστασίου και  οι ενοικιαστές επαγγελματίες θεώρησαν πως οι τροποποιήσεις έγιναν εις βάρος τους. Μάλιστα, αποφάσισαν να κλείσουν τα καταστήματά τους και  βγήκαν στους δρόμους στις 11 Μαρτίου. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης  Αγγελόπουλος είχε διατάξει την προηγούμενη μέρα της απεργίας να αρθεί το ενοικιοστάσιο από όσα καταστήματα δεν ανοίξουν την ημέρα της απεργίας, σε μία προσπάθεια να τους αποθαρρύνει.Η απεργία όμως έγινε.
 Ανάμεσα στους πολλούς λόγους αγανάκτησης των απεργών ήταν και το ενοικιοστάσιο, το οποίο, σύμφωνα με την εφημερίδα «Εσπερινή»: «ερυθμίζετο, εκανονίζετο, ετροποποιείτο και εκουρελιάζετο, αναλόγως της ισχύος και δωροδοκίας των μεσολαβούντων εις τους εκάστοτε Υπουργούς Δικαιοσύνης.» Σε άλλους, γράφει η εφημερίδα, αύξαναν τα ενοίκια και σε άλλους τα χάριζαν. Σε άλλους επέτρεπαν να κατοικήσουν στα σπίτια τους και άλλους τους πετούσαν στους δρόμους. Οι μαγαζάτορες ήθελαν να παραμείνει το ενοικιοστάσιο, αλλά να μην μεριμνά μόνο για τους άπορους και τους φτωχούς, αλλά να προστατεύει ακόμα και εκείνους που δεν είχαν σοβαρό οικονομικό πρόβλημα. Απαίτηση που εξόργισε βέβαια τους ιδιοκτήτες, που δεν είχαν δικαίωμα να διαχειριστούν την περιουσία τους όπως ήθελαν.

Τα καταστήματα κλειστά την ημέρα της απεργίας
Η απεργία, στην οποία συμμετείχε το μεγαλύτερο μέρος των επαγγελματιών, κόστισε τη ζωή τριών ανθρώπων και τον τραυματισμό άλλων δεκαέξι.
Κατόπιν διαπραγματεύσεων με τον Υπουργό Εσωτερικών Τσαλδάρη, η Εκτελεστική Επιτροπή της απεργίας ανακοινώνει τη λύση της. Η ψήφιση του νομοσχεδίου αναβάλλεται, αλλά δεν ματαιώνεται.
Το ενοικιοστάσιο θα υποβληθεί σε διάφορες τροποποιήσεις και θα παραμείνει σε ισχύ ως το 1994, όταν με πρωτοβουλία του τότε Υπουργού Εμπορίου Κων. Σημίτη, νομοθετείται η σταδιακή κατάργησή του. Το 1997 θεσπίζεται η ταχεία διαδικασία αντιμετώπισης των δύστροπων ενοικιαστών και ο χρόνος απόδοσης του ακινήτου μειώνεται σε 3,5 μήνες από ένα έτος που ήταν πριν, από του Υπουργό Δικαιοσύνης Ευάγγελο Γιαννόπουλο.

Το δίκιο του κανένα
Το κράτος είχε δίκιο, όταν θέσπισε το ενοικιοστάσιο, διότι θα ήταν απαράδεκτο να βρεθούν ξαφνικά στον δρόμο οι οικογένειες εκείνων που πολεμούσαν για το κοινό συμφέρον ή εκείνων που έχασαν τη ζωή τους πολεμώντας. Η αισχροκέρδεια ήταν μία πραγματικότητα και υπήρξαν έμποροι και ιδιοκτήτες ακινήτων που δεν πτοήθηκαν από τη δυστυχία των αδυνάτων. Καλώς επενέβη το Κράτος τότε. Γιατί όμως δεν περιορίστηκε στην προστασία αυτών που πράγματι είχαν ανάγκη, αλλά συμπεριέλαβε στον νόμο ακόμα και τους ενοικιαστές που ήταν εύποροι;
Οι ιδιοκτήτες των ακινήτων είχαν δίκιο να διαμαρτύρονται και τα αιτήματά τους ήταν λογικά. Πλήρωναν ήδη φόρους γι’αυτά και δεν είχαν καμία αντίρρηση για την προστασία των μισθωμάτων που δεν ξεπερνούσαν τις 100 δρχ. Γιατί δεν εισακούστηκαν;
Η απάντηση βρίσκεται στη αντίδραση των καταστηματαρχών, όταν το 1927 η κυβέρνηση προσπάθησε να κάνει τον νόμο ελαφρώς δικαιότερο. Βγήκαν στον δρόμο, χύθηκε αίμα.  Δεν τους ενδιέφερε το δίκαιον της υπόθεσης, αλλά το δικό τους συμφέρον. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και εκείνοι που αποθήκευαν τρόφιμα κατά τη διάρκεια του πολέμου για να ανεβάσουν τις τιμές. Εκείνοι που στα σακκιά με τα ρεβύθια πρόσθεταν άμμο, σε μια εποχή που ο κόσμος έπαιρνε τρόφιμα με το δελτίο (40 δράμια ψωμί/ άτομο/ημέρα). Εκείνοι που πλούτισαν εξαιτίας του πολέμου, δεν ήθελαν να συμβάλλουν ούτε στο ελάχιστο στην προσπάθεια για την επιβίωση των αδυνάτων.
Οι κυβερνήσεις, λοιπόν, υποτάσσονται στις πλειοψηφίες. Κάνουν ό, τι χρειαστεί για να αποφύγουν ταραχές και, από πολιτική άποψη, αυτό δεν είναι πάντα λάθος. Ενίοτε προστατεύουν και τις συντεχνίες με τις οποίες διαπλέκονται και αυτό είναι πάντα λάθος. Οι διάφορες κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες είναι προσκολλημένες στα δικά τους συμφέροντα και αρνούνται να σηκώσουν το κεφάλι και να δουν την συνολική εικόνα, το δίκιο του συνόλου.
Αλλά όσο συμβαίνει ο καθένας θα ενδιαφέρεται μόνο για το προσωπικό του δίκιο, θα θριαμβεύει το δίκιο του κανένα σε μία άδικη χώρα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου