Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

Η ΛΕΞΗ ΜΟΡΤΗΣ ΚΑΙ Η "ΞΕΝΗ ΤΟΥ 1854


Η "Ξένη" που χτύπησε την Αθήνα και σκότωσε εκατοντάδες ανθρώπους
Τον Μάιο του 1854 Άγγλοι και Γάλλοι στρατιώτες αποβιβάστηκαν στον Πειραιά και τον κατέλαβαν. Σκοπός της επιδεικτικής ενέργειας ήταν να ξεκαθαρίσουν στο παλάτι ότι πρέπει να σταματήσουν τη δράση τους οι αντάρτες στη Θεσσαλία και την Ήπειρο, που τις κατείχαν ακόμη οι Τούρκοι.
Ήταν η περίοδος του Κριμαϊκού πολέμου και η Ρωσική Αυτοκρατορία πολεμούσε εναντίον της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. 
Η παραμονή των ξένων στον Πειραιά δεν έφερε μόνο πολιτική ταπείνωση και πίεση, αλλά και χολέρα. Μια φονική επιδημία που εξαπλώθηκε και στην Αθήνα.








Οι πρώτοι θάνατοι και η εξάπλωση της χολέρας


Τα πρώτα χολερικά συμπτώματα φάνηκαν στον Πειραιά στις 25 Ιουνίου 1854 σε μέλη του αγγλογαλλικού πληρώματος. Για το λόγο αυτό, η συγκεκριμένη επιδημία ονομάστηκε «η Ξένη του 1854». Αμέσως σχηματίσθηκε ένα ιατροσυνέδριο με σκοπό την λήψη μέτρων, που εξέδωσε παραγγέλματα προς τις εφημερίδες. Όμως ουδείς τα έλαβε υπόψη καθώς τα κρούσματα ήταν περιορισμένα εντός του Γαλλικού αρχικά και αργότερα του Αγγλικού Νοσοκομείου που ομοίως είχε δημιουργηθεί. Μόνο όταν η επιδημία είχε εξαπλωθεί σε όλη την πόλη διατάχθηκε ο αποκλεισμός του Πειραιά, με σχηματισμό στρατιωτικής ζώνης. Αντί αυτό όμως να ευχαριστήσει τους κατοίκους της Αθήνας, απεναντίας τους δυσαρέστησε τόσο που οι εφημερίδες γεμάτες από παράπονα διαμαρτύρονται για παρεμπόδιση συγκοινωνίας! «Πέρα βρέχει!» έλεγαν οι Αθηναίοι αμέριμνοι μη γνωρίζοντας το μέγεθος του κινδύνου. Δυστυχώς γι΄ αυτούς η βροχή ήταν κοντά.... 
 Ο πρώτος θάνατος που καταγράφηκε ήταν μιας 30χρονης γυναίκας που ήταν εργάτρια.














Ο δήμαρχος Πειραιά, Πέτρος Σκυλίτσης παύθηκε από τα καθήκοντά του, καθώς δεν αντιμετώπισε άμεσα τη φονική χολέρα. Οι αρχές στην Αθήνα τέθηκαν σε επιφυλακή. Κύριο μέλημά τους ήταν να αποφύγουν τη μετάδοση της αρρώστιας στην πόλη. Το έργο που είχαν αναλάβει ήταν πολύ δύσκολο, γιατί οι ξένοι στρατιώτες έσπαγαν τον αποκλεισμό του Πειραιά και επισκέπτονταν την Αθήνα.
Οι Πειραιώτες εγκατέλειπαν μαζικά τα σπίτια τους για να μην κολλήσουν τη χολέρα. Οι περισσότεροι κατέφυγαν στα νησιά του Αργοσαρωνικού, ενώ οι πιο πλούσιοι έφτασαν μέχρι τη Σύρο και το Ναύπλιο. Η πρώτη φάση της εξάπλωσης περιορίστηκε στον Πειραιά και διήρκεσε μέχρι τον Αύγουστο του 1854, οπότε επανήλθε και η επικοινωνία Αθήνας- Πειραιά.
Η χολέρα φτάνει στην Αθήνα
Δεν είναι σαφές πώς έφτασε η ασθένεια στην Αθήνα. Το επικρατέστερο σενάριο είναι ότι τα πρώτα θύματα ήταν δύο πλύστρες στις οποίες δόθηκαν τα ρούχα ενός ασθενούς από τη Σύρο που είχε χάσει τη ζωή του από τη χολέρα.Τα ρούχα είχαν σταλεί στους συγγενείς του ως ενθύμιο, οι οποίοι τα έδωσαν στις άτυχες γυναίκες για να τα πλύνουν. Πάντως επισήμως το πρώτο καταγεγραμμένο κρούσμα στην Αθήνα, σημειώθηκε στα τέλη Σεπτεμβρίου σε μια γυναίκα που κατοικούσε στην οδό Λυσικράτους. Μετά από 15 μέρες η επιδημία θέριζε τους Αθηναίους
Η αντίδραση των αρχών και της εκκλησίας και των κατοίκων της Αθήνας
Εκτός από τα νοσοκομεία, οι γιατροί έκαναν βάρδια και στα αστυνομικά τμήματα της πόλης για να ελέγχουν και να καταγράφουν τα νέα κρούσματα. Τα σχολεία έκλεισαν. Οι αρχές έβαλαν λουκέτο και στα καταστήματα όπου μπορούσε να επικρατήσει «συνωστισμός» όπως μαγειρεία και οινοπωλεία.
Λήφθηκαν ειδικά μέτρα για τον καθαρισμό των αγορών (κρεοπωλείων, οπωροπωλείων), που θεωρούνταν εστίες μόλυνσης. Οι ειδικοί συμβούλευαν τον κόσμο να αποφεύγει το κρύο, τον αέρα και την υγρασία, καθώς συντελούσαν στην επιδείνωση της χολέρας.
Οι περισσότεροι Αθηναίοι αντιμετώπισαν την επιδημία με τον ίδιο τρόπο με τους Πειραιώτες. Με τη μαζική φυγή. Τα χωριά του Αμαρουσίου, η Κηφισιά, η Χασιά και τα Καλύβια ήταν οι πιο δημοφιλείς σωτήριοι προορισμοί. Η εκκλησία που πίστευε ότι η χολέρα προέκυπτε λόγω της απομάκρυνσης του ανθρώπου από τον λόγο του Θεού, συνέστησε τη μετάνοια σαν τρόπο αντιμετώπισης. Πολλοί ιερωμένοι έκαναν λιτανείες και προσευχές για να σωθεί ο κόσμος.
Η επιδημία σταμάτησε τον Δεκέμβριο του 1854. Υπολογίζεται ότι συνολικά σε Αθήνα και Πειραιά έχασαν τη ζωή τους περίπου 3.000 άνθρωποι. Ανάμεσά τους και οι Γεώργιος Γεννάδιος και Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, που ήταν ιδρυτικά μέλη της Φιλικής Εταιρίας
Η λέξη Μόρτης προέρχεται από τη γαλλική mort, που σημαίνει νεκρός ή θάνατος. Πέρασε στην ελληνική γλώσσα στα χρόνια της επιδημίας του 1854 που οδήγησε στην εκκένωσή της. Μόρτες ονομάζονταν αυτοί που είχαν αναλάβει να περιποιούνται τους αρρώστους, συνήθως καταδικασμένους σε βέβαιο θάνατο, ή να θάβουν τους νεκρούς. Επειδή αυτές οι πράξεις απαιτούσαν θάρρος, τόλμη και αφοβία, η λέξη ταυτίστηκε με αυτά τα χαρακτηριστικά, θεωρήθηκε τίτλος τιμής και με αυτή την έννοια πέρασε στα ρεμπέτικα. Επίσης, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, η λέξη έχει ιταλική ρίζα [(becca)morto] και χαρακτηρίζει τον άνθρωπο του δρόμου, αυτόν που ζει με ύποπτους και ανέντιμους τρόπους.
Σμύρνη: Οι… μόρτηδες αλλά και τα Μορτάκια. Η προέλευση της λέξης, η πανώλη και ο Βαρδιάνος!
του Ελευθερίου Γ. Σκιαδά.
Αναζητούν χρόνια τώρα οι γλωσσολόγοι και οι λεξικογράφοι την προέλευση της λέξης «μόρτης», η οποία στις ημέρες έφθασε να σημαίνει τον άνθρωπο του δρόμου, αυτόν που ζει με ύποπτους ή ανέντιμους τρόπους, τον μάγκα, το αλάνι. Οι περισσότεροι βλέπουν ιταλική ρίζα (συγκοπή του beccamorti = τυμβωρύχος και morto = νεκρός).
Άλλοι το mordace, δηλαδή χλευαστικός, δηκτικός, πικρόγλωσσος και άλλοι το τουρκικό morto/u, δηλαδή το κουφάρι, που είναι και πάλι δάνειο από την ιταλική. Αλλά ας αφήσουμε τους γλωσσολόγους και ας πάμε στους Σμυρνιούς ιστορικούς, που έχουν πολλά να μας αφηγηθούν για την ιστορία που κρύβεται πίσω από τους μόρτηδες. Έτσι αποκαλούσαν οι Σμυρνιοί όσους είχαν προσβληθεί από πανώλη και είχαν καταφέρει να επιβιώσουν και να περιέλθουν σε κατάσταση ανοσίας. Όπως μας πληροφορεί ο Χρήστος Σολομωνίδης, οι μόρτηδες ή μόρτες, όταν προσβαλλόταν η Σμύρνη από επιδημία πανώλης, γίνονταν οι κυρίαρχοι της πόλης. Μόνον αυτοί κυκλοφορούσαν στους δρόμους. Χρησίμευαν ως φύλακες όσων προσβάλλονταν από τη φοβερή αρρώστια, δεν έπαιρναν προφυλάξεις και κοιμούνταν πλάι στους αρρώστους.


Οι μόρτηδες πήγαιναν στα σπίτια των ασθενών και τους μετέφεραν στο «λοιμοκομείο», φροντίζοντας και για την απολύμανση των δωματίων. Ο επικεφαλής τους ονομαζόταν Βαρδιάνος. Προπορευόταν του φορείου, το οποίο αποκαλούσαν σέντια, και χτυπούσε το ραβδί του στο λιθόστρωτο για να ειδοποιεί τους υγιείς να κλείνουν ερμητικά τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών τους. Όσο για τα Μορτάκια, ήταν οικήματα που ανεγέρθηκαν το 1838 σε οικόπεδο που δώρισε ο Αγγελής Χαϊκάλης και θεωρούνταν κατάλληλα για τη νοσηλεία όσων προσβάλλονταν από πανώλη. Αλλά μετά από μια επιδημία τα οικήματα εγκαταλείφθηκαν και εκεί εγκαταστάθηκαν άπορες χριστιανικές και εβραϊκές οικογένειες.
Ύστερα από μια μεγάλη πυρκαγιά, που ξέσπασε το καλοκαίρι του 1845 και κατέκαψε τη Σμύρνη, εκεί εγκαταστάθηκαν και πυρόπληκτοι. Στα τέλη περίπου του 19ου αιώνα η συνοικία Μορτάκια είχε περισσότερους από 2.500 κατοίκους. Χαρακτηριστικά της, στερήσεις, αθλιότητα και τριγύρω έλη, ενώ οι κάτοικοί τους ήταν ψαράδες, εργάτες ή μικροέμποροι που είχαν τα ρυπαρά μαγαζάκια τους μέσα στη συνοικία. Ο Εβραίος μικροέμπορος έβρισκε μια γωνιά για να εγκαταστήσει το μικρό κινητό του κατάστημα με πολύχρωμες συλλογές ψεύτικων βραχιολιών και διαφόρων μικροπραγμάτων, άλλος έβρισκε τρόπο να στήσει μια πυραμίδα με πεπόνια και να διαλαλεί την πραμάτεια του, ή σταφύλια, κρεμμύδια κ.ά. Έτσι, τα Μορτάκια, τα οποία παλιότερα ονόμαζαν και «Πρωτοδοχείον», έμειναν να θυμίζουν τον τόπο των ενδεών. Φτωχός τόπος αλλά γεμάτος ζωή και περιπέτειες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου