Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

Κατοχή στην Κομοτηνή

 Πώς μπορεί να είσαι ξένος στην πατρίδα σου; Πώς γίνεται να σε ξεχωρίζουν και να σε στιγματιζουν οι πατριώτες σου; Τουρκόσποροι, ξενομερίτες ......
   Παλιολλαδίτες ήταν οι δικοί μας. Ήρθαν απ' την Εύβοια λίγο πριν τον πόλεμο. Φτωχοί, άκληροι, ξένοι, δαχτυλοδειχτούμενοι. Ήρθε πρώτα ο Γιώργος, φαντάρος που έκανε τη θητεία του. Παντρεύτηκε ντόπια, ήξερε γράμματα, ήταν λογιστής του καιρού εκείνου,, μπήκε στο φόρο, στο Δήμο. Κάλεσε και την αδερφή του και το γαμπρό του με τα παιδιά. Μωρά ακόμα ήρθαν στην Κομοτηνή, έμειναν στα Οβραίικα, πίσω από το τείχος, εκεί στην Αθανασίου Διάκου. Πήρε το γαμπρό κοντά του, προσπάθησε να το βοήθησει ο Γιώργος, μα ο Σταύρος δύσκολος άνθρωπος, παράξενος, αλλόκοτος, δε στέριωσε σε δουλειά. Φτώχια και των γονέων. Ξενόπλενε η Σταυρούλα, δούλευε σ' όποιο σπίτι έβρισκε, σε χωράφια, σε μπαξέδες.  Τ' αγόρια τσμπανάκια στα γουρούνια του γείτονα εξασφάλιζαν τη βούκα της ημέρας. Ξένοι, άκληροι,στιγματισμένοι...


 Κι ήρθε ο πόλεμος κι η κατοχή κι οι Βούλγαροι. Επιτάχθηκε το σπίτι που έμεναν. Στριμωχθηκαν σ' ενα δωμάτιο στον κάτω όροφο κι επάνω ο Βούλγαρος αξιωματικός. Οι παλιολλαδίτες  μπήκαν στο στόχαστρο. Να γραφτούν Βούλγαροι, να μπουν στο βιβλίο των κατεχόντων, να αποτελέσουν υπόδειγμα και παράδειγμα για τους υπόλοιπους.
- Αφού γράφτηκε ο παλιολλαδίτης που είναι από την κεντρική Ελλάδα, από την "καθαρή" Ελλάδα, τρομάρα του, εσείς τι θα κάνετε;;; Εσείς τουρκοσπόροι, Αρβανίτες, ..... Το παράδειγμα να υπάρχει...


  Και δώστου ξύλο και βρισιές και κοροϊδίες.... Κι η φτώχια να θεριεύει, κι η πείνα να αφανίζει. Μικρά παιδιά στην ανάπτυξη τ' αγόρια, νηστικά, πεινασμένα.... Ούτε ενα χωραφάκι στο χωρίο, ούτε μια αυλή για κανένα χόρτο. Πείνα, πείνα.....
  Κάποτε η κυρα-Σταυρούλα κατάφερε να βρει δυο χούφτες σιτάρι κι εκείνο όχι καθαρό. Ήταν Θεριστής κι απ' τα χωράφια μάζεψε τ' απομεινάρια του σταριού με τ' άχυρα ανακατεμένα. Καθόταν στο κατώφλι του σπιτιού και τα 'χε στην ποδιά της. Ξεχώριζε το στάρι να το αλέσει, να κάνει χυλό για τα παιδιά της. Ξεχώριζε σπυρί σπυρί με τα ακροδάχτυλα, τα μάτια δε βοηθούσαν. Η πείνα της πήρα την όραση, αβιταμίνωση ειπαν πολύ αργότερα οι γιατροί. Ξεχώριζε η κυρα. Σταυρούλα το σπυρί το σιτάρι κι ήλπιζε να χορτάσουν την πείνα τους. Μάταιος κόπος, φρούδα ελπίδα. Στο λεπτό τα σπυριά το στάρι βρέθηκαν στο δρόμο, στο χώμα, σκόρπια, χαμένα. Το χέρι του Βούλγαρου είχε τραβήξει την ποδιά της, τινάχτηκαν τα στάρια στον αέρα, σκόρπισαν, χάθηκαν.....Κατέβηκε τα σκαλιά του σπιτιού ο Βούλγαρος του πάνω ορόφου και χάθηκε στο στενό της Αθανασίου Διάκου. Άλλη μια μέρα πείνας στο σπίτι, άλλη μια μέρα με το στομάχι άδειο.....
  Το Μάρτιο του 43 όμως ξημέρωσε μια διαφορετική μέρα στη γειτονιά. Πέμπτη 4 του μήνα ξημερώματα μάζεψαν τους Εβραίους της πόλης. Ξαφνικά κι απροειδοποίητα τα σπίτια άδειασαν από ανθρώπους. Οι Βούλγαροι αστυνομικοί κι υπάλληλοι του Υπ. Εξωτερικών μπήκαν στα σπίτια, πήραν τους  Κομοτηναίους εβραϊκής καταγωγής 684 στον αριθμό, οι οποίοι σε λίγες μέρες οδηγήθηκαν στην Πολωνία όπου βρήκαν φρικτό θάνατο. Τα σπίτια άδειασαν από ανθρώπους αλλά τα πράγματά τους εξαφανίστηκαν τις επόμενες μέρες. Δεν ξέρω αν ο πόλεμος κι η φτώχια κάνει τόσο σκληρούς τους ανθρώπους. Οι γείτονες δεν περίμεναν την επιστροφή των αιχμαλώτων...... Τα δυο μικρά αγόρια εκείνο το πρωί του Μάρτη είδαν από την ανοιχτή πόρτα του Εβραϊκού σπιτιού μια κατσαρόλα με φασόλια πάνω στη σόμπα..... Ακόμα άχνιζε. Στοίχειωσε αυτή η κατσαρόλα στη μνήμη τους. Αυτό πήραν από το άδειο από ανθρώπους σπίτι. Μια κατσαρόλα φασολάδα που μέχρι το θανατό τους μνημόνευαν μαζί με όσα προηγήθηκαν αλλά κι ακολούθησαν εκείνες τις μέρες, εκείνα τα χρόνια της κατοχής.
 Η φασολάδα και το ξύλο για την εγγραφή στους  βούλγαρογραμμένους ερχόταν και ξαναρχοταν στη μνήμη τους.... Οι περιουσίες των Εβραίων και το βιβλίο των βουλγαρογραμμένων ακόμα στοιχειώνουν την πόλη....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου