Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Η παρέα των καλοφαγάδων προελαύνει...

Ιστορίες από την Παλιά Αθήνα

Η παρέα των καλοφαγάδων προελαύνει...

Κρίση-ξεκρίση πάντα ο Παλιός Αθηναίος έδινε απόλυτη προτεραιότητα στο φαγητό. Στην ιεροτελεστία του φαγητού, που κρατούσε με τις ώρες, εκτυλίσσονταν πολλές φορές και η έννοια της παρέας σε όλο της το μεγαλείο!

Βέβαια, όπως θα δούμε στο σημερινό μας σημείωμα, κάποιοι, καλοφαγάδες αποκαλούμενοι, φθάνανε στα άκρα, αλλά όπως και να το κάνεις τους χαίρεσαι, διαβάζοντας το πόσο ωραία περνούσαν και ίσως μερικοί από εσάς θα ήθελαν να είναι στην παρέα τους…
«Αποκαλυφθήτε! Ιεροτελεστία, λιτανεία, μυστήριον. Διέρχεται ή μάλλον προελαύνει η παρέα των φαγάδων. Τέσσερα από τα γερότερα και επιφοβώτερα σαγόνια των Αθηνών. Βωβοί, αμίλητοι, με έκφρασιν αποφασιστικότητος στο πρόσωπον βαδίζουν προς εκπλήρωσιν των υψηλών των πεπρωμένων και πλήρωσιν της κοιλίας των.
Αγαθοί άνθρωποι, πρώτης τάξεως νοικοκύρηδες. Έχουν όμως κηρύξει άσπονδον πόλεμον, πόλεμον εξοντώσεως εναντίον του φυτικού και ζωικού βασιλείου. Εναντίον παντός ό,τι ίπταται εις τους αιθέρας, νήχεται εις την θάλασσαν, βόσκει εις τα λιβάδια και φύεται εις τους κήπους και τους αγρούς.
Αφού εκανόνισαν κατόπιν πολυμόχθου συζητήσεως τα της εσπέρας, πηγαίνουν να κάμουν μια βόλτα από τα μπακάλικα και τα μανάβικα, προτού καταπλεύσουν εις την ταβέρνα. Οι άνθρωποι αυτοί δεν ψωνίζουν, λεηλατούν και ερημώνουν.
Ιδέτε τους, κάνουν έφοδο εις το μπακάλικο. Οι δυο μένουν απ’ έξω και ο χοντρός της παρέας με ένα άλλον εισορμούν. Το πρόσταγμα εις αυτού του είδους τους ακροβολισμούς το έχει πάντοτε ο χοντρός.


Αφ’ ης στιγμής θα εισέλθη εις το κατάστημα το παν τίθεται εις κίνησιν.
-Κατέβασέ μου απ’ αυτό. Και απ’ εκείνο. Και από το άλλο. Αυτός ο αστακός τι μάρκα είναι; Καινούργια; Ας τον δοκιμάσωμε. Κατέβασε κανένα κουτί. Για καλό και για κακό δος μας και απ’ τη παληά τη μάρκα. Μπορεί να μη βγη καλή η νέα. Βάλε λιγάκι φέτα και λίγο απ’ αυτό το κασέρι. Καμμιά σαρδέλλα και κανένα σκουμπρί.
Ο χοντρός επήρε τον κατήφορο, τα μάτια του αστράφτουν και αι παραγγελίαι πολλαπλασιάζονται. Τα λοιπά μέλη της παρέας αναγκάζονται να τον απαγάγουν. Άλλως δεν εννοεί να το κουνήση. Μετ’ ολίγον και οι τέσσερες καταφθάνουν εις τη ταβέρνα φορτωμένοι με ψώνια.
-Καλησπέρα Μαρίνο, τι έχεις;
-Ψάρια.
-Φέρε. Τι άλλο;
-Ψητό.
-Φέρε! Τι άλλο;
-Ατζέμ πιλάφι.
-Από δύο σκέτα του καθενός! Εξακολούθει.
-Κεφαλάκι λαδορίγανη.
-Ωραία, φέρε. Κάνε μας και μια ντοματοσαλάτα. Ρίξε μπόλικο κρεμμύδι. Φτιάξε αυτό το αστακουδάκι και της γαρίδες και ψήσε κανένα συκωτάκι. Βάλε αυτό το πεπόνι στον πάγο. Αν έχης καλά σταφύλια φύλαξε και... στείλε το παιδί να πάρη κανένα ροδάκινο.
Μετ’ ολίγον γύρω από ένα τραπέζι κάθηνται τέσσερα ανήμερα θηρία, τέσσερα  πελώρια στόματα ανοίγουν και αρχίζει ομηρικός αγών. Βλέπετε οκτώ χέρια, κινούμενα με ταχύτητα εμβόλου ατμομηχανής και ακούετε τον κροταλισμόν τεσσάρων τρομακτικών σιαγόνων. Τεμάχια υπερμεγέθη εξαφανίζονται και θρυματίζονται οστά, ικανά να θραύσουν οδόντας Δανικού μολοσσού. Τέσσερα πηρούνια ανεβοκατεβαίνουν αστραπιαίως και δεν ακούεται τίποτε άλλο, παρά ένας υπόκωφος βρυχηθμός. Οι άνθρωποι αυτοί δεν τρώγουν. Κατασπαράττουν και καταβροχθίζουν. 
Εννοείται ότι το σπορτ αυτό δεν αμοιρεί κινδύνων. Αλλοίμονον εις το χέρι το οποίον θα ευρεθή μεταξύ της πιατέλλας και της αστραπιαίως καταφερομένης περόνης. Σημειώσατε ότι και των τεσσάρων αυτών λύκων τα χέρια, φέρουν ίχνη αιματηρής δράσεως, φέρουν τα ίχνη μιας τουλάχιστον πηρουνιάς. Είναι και οι τέσσεροί τους περιβόητοι φαγάδες της Πλάκας. Δακτυλοδεικτούμενοι. Αν ζούσαν στην εποχή της Ρώμης ασφαλώς θα ήσαν ομοτράπεζοι του Λουκούλλου.
Έξαφνα περνάει απ’ έξω κανένας φίλος.
-Λευτέρη δεν έρχεσαι να πάρης κανένα μεζέ;
Ο Λευτέρης μπαίνει, αλλ’ εκείνος που τον προσκάλεσε κάνει το κορόιδο. Πέφτει με τα μούτρα στο πιάτο του. Κάνει πως δεν βλέπει. Να δώση μεζέ από τον δικό του; Και δεν του πέφτουν τα χέρια!
Η θανάσιμος αυτή πάλη εξακολουθεί μέχρι βαθείας νυκτός. Αφού πλέον δεν έχει μείνει ούτε ψίχουλο εις το τραπέζι, αφού εκαθάρισαν όλους τους τεντζερέδες του μάγειρα και αφού κατά κανόνα κατέστρωσαν το φαγοποτικόν πρόγραμμα της επομένης, ενίοτε δε και της μεθεπομένης, απέρχονται.
Μετ’ ολίγον αι καρέκλαι του καφενείου στενάζουν υπό το βάρος τεσσάρων κητών. Και αρχίζουν τα φουσκώματα, η ξινίλες, η στομαχίλες, τα ρεψίματα και τα παρόμοια.
Το γλέντι αρχίζει με ρετσίνα και τελειώνει με λεμονάδα και σόδα».
("Αθηναϊκή", Δεκέμβριος 1927, "Εωσφόρος")


Και για να μη ξεχάσουμε και το πνεύμα του Αγίου Βαλεντίνου, που μόλις μας πέρασε, ιδού και ένα απόσπασμα από την ερωτική εξομολόγηση ενός καλοφαγά προς την αγαπημένη του, εξομολόγηση που, όπως θα καταλάβετε, με βαθύτατο πόνο και θυσία απήγγειλε:
Τώρα που στο μεθύσι ενός ονείρου
πλανιέται η ψυχή μας και ο νους
θέλεις μπαρμπούνια να σου φτιάξω του Φαλήρου
ή προτιμάς τους αχινούς;

Όλες για σένα οι θυσίες, όλες
όλα για σένα εγώ τα θυσιάζω
μαχαιροπήρουνα, κουτάλια, κατσαρόλες
να τρως εσύ κ’ εγώ να σε κοιτάζω!!!




http://www.protothema.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου