Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2016

Μέτοικοι κάτω από την Ακρόπολη



ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΘΩΜΑΔΑΚΗ
Μεσημέρι. Βγαίνω στο Σύνταγμα. Η πλατεία γεμάτη.
Ας μην ανησυχεί ο ιστορικός του μέλλοντος. Τις Κυριακές οι πλατείες ανά την υφήλιο γεμίζουν από κόσμο που κάθεται , λιάζεται ή απλώς περπατάει.

Τον βλέπω. Στέκεται κάτω από το νεοκλασικό. Ο Τζέρεμι είναι περίπτωση. Έφτασε στην Πλάκα μια μέρα, για να είμαι ακριβής, ένα χειμωνιάτικο μεσημέρι.
Ήταν Κυριακή, ήλιος με δόντια και κόσμος colorful, που θα λέγε και στην πατρίδα του, την υγρή Ιρλανδία.
Ο Τζέρεμι κάτι έπαθε. Μπορεί να έφταιγε ο ήλιος που νόμιζες ότι έσταζε πάνω από την Ακρόπολη, τα γενναιόδωρα χαμόγελα, εκείνο το «ωχ αδελφέ» που το έκανε μότο, το πόσταρε, το έκανε χιουμοριστική ατάκα.
Ξαφνικά, ο Ιρλανδός, βρέθηκε να υιοθετεί με ενθουσιασμό πράγματα που αποκήρυσσε μετά βδελυγμίας. Και σπιτάκι απέκτησε και τις ελληνικές συνήθειες υιοθέτησε.
Αθόρυβα στην αρχή, σχεδόν, εντυπωσιακά γρήγορα στη συνέχεια, ο Τζέρεμι , απέκτησε φήμη για το εκρηκτικό ταλέντο του και το χιούμορ του.
Αίφνης, το χαμόσπιτο της οδού Κέκροπος απέκτησε ζωή και προσωπικότητα. Κάτι ανάμεσα σε γκαλερί και εργαστήρι ζωγραφικής. Με θαμώνες ανθρώπους που δεν εγκαταλείπουν αλλά και εκείνους που εγκαταλείπουν και πάνε για άλλα.
Ο Τζέρεμι δεν εγκατέλειψε ποτέ το κοινό του. Θα μου πείτε, τρώγοντας έρχεται η όρεξη και το γούστο είναι κάτι που καλλιεργείται.
Και όπως το ένα φέρνει το άλλο , μέσα σε μια πενταετία, ο Τζέρεμι και η γκαλερί, έγινε η καρδιά της γειτονιάς. Κι ας μην ήξερε καλά - καλά τη γλώσσα.
Σε αντίθεση με πολλούς συμπατριώτες μας που αναγκάστηκαν να ξενιτευτούν, ο Τζέρεμι, μέτρησε ανάποδα τις μέρες.
Ο Φεβρουάριος έγινε Μάρτιος και η Άνοιξη σκέπασε την πόλη.
Είναι παράδοξο, με την πρώτη ματιά τουλάχιστον, ότι η πόλη προσφέρει διεξόδους και ευκαιρίες για όσους αντιλαμβάνονται ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει.
«Τους είδες;» Οι δυο τους στέκονταν, ο ένας δίπλα στον άλλον. Παρά την παγωνιά, ήταν ντυμένοι σχεδόν καλοκαιρινά. Θέλοντας και μη συντονίζομαι με τα περίεργα βλέμματα.
Και οι δυο φορούσαν ογκώδη αθλητικά παπούτσια και κρατούσαν από ένα σακίδιο με την κινητή περιουσία τους.
Και οι δυο έμοιαζαν να έχουν κάτω από το κανονικό βάρος. Η γυναίκα έσφιγγε το μωρό στην αγκαλιά της. Μια ροζ βαμβακερή φόρμα.
Οι βιτρίνες στην Ερμού δεν προσφέρονται για ονειροπόληση. Απέναντι το μαγαζί προσφέρει χρυσαφικά για κάθε βαλάντιο πέρα από τα προφανή γαμήλια κοσμήματα.
Στη γωνία η Νατάσα πουλάει λουλούδια. Τρεις φορές την βδομάδα στη λαϊκή και τις υπόλοιπες όπου βρει. Ενάμισι ευρώ το γλαστράκι με τα αρωματικά φυτά. Από όλα έχει ο μπαξές στον ακάλυπτο της Αγίας Ζώνης.
Μένει πολλά χρόνια στην Κυψέλη. Ήρθε σχεδόν νήπιο από τη Βάρνα. Η πολυκατοικία που μένει είναι ανθρώπινη και το μεροκάματο λειψό αλλά βγαίνει.
Ούτε για μια στιγμή δε σκέφτηκε να γυρίσει στη Βουλγαρία. Έφυγαν αρκετοί συμπατριώτες της μετά την κρίση. Είναι πολλοί που μένουν ακόμη εδώ.
Η Αθήνα ήταν πάντα μια πόλη φιλική. Μια πόλη μετοίκων και μεταναστών.
Πολλοί πιστεύουν ότι αυτό έπαιξε ρόλο στην ανθρώπινη ατμόσφαιρα που συναντάει κανείς στις γειτονιές της. Ακόμη και στην ταλαιπωρημένη Κυψέλη, είναι συνηθισμένη εικόνα να συναντάς στα καφενεία Έλληνες συνταξιούχους να παίζουν τάβλι με Αφρικανούς.
Το πρώτο κύμα μεταναστών , εξαιρώντας τον Όθωνα και την Αυλή του, έφτασε στην Αθήνα μετά τον Εμφύλιο. Οι πρώτοι μετανάστες ήρθαν από μια ύπαιθρο λεηλατημένη από την Κατοχή.
Κάποιοι ήθελαν να γλυτώσουν από την καταπιεστική μετεμφυλιακή Ελλάδα και άλλοι να φάνε ένα πιάτο φαί. Η θεία Βιργινία πούλησε ότι είχε και είχε για να πάρει ένα δυάρι στο Παγκράτι . Κατέβηκε από ένα χωριό της Λαμίας για να βρει δουλειά ο άντρες της.
Ο τόπος της καμένη γη. Για να επιβιώσεις έπρεπε να ξενιτευτείς. Πήγαν και κλείστηκαν σε πολυκατοικίες και σπάνια γυρνούσαν πίσω αλλά δεν τους ένοιαζε.
Η φυγή για την ξαδέλφη Ευτυχία από το ορεινό ρημαγμένο χωριό του Χελμού ήταν μονόδρομος.
Χωρίς δραχμή στην τσέπη έφτασε λίγο μετά τις γιορτές στου Μπακάκου. Να φύγει ήθελε με όλη της την ψυχή. Είχε χάσει πατέρα και μάνα. Μια συμπατριώτισσα της που δούλευε σε ένα ραφτάδικο της Αιόλου θα την φιλοξενούσε και θα της έβρισκε δουλειά.
Ούτε συζήτηση για σπίτι δικό της. Δεν υπήρχαν δάνεια ούτε πιστώσεις. Παντρεύτηκε, έκανε παιδιά , δούλευε από το πρωί ως το βράδυ και κατάφερε και ξεχρέωσε το οικόπεδο. Ποτέ δεν κοίταξε πίσω της. Περπατούσε στη γειτονιά της και ήξερε ότι ήταν ο τόπος της. Και όταν σήκωνε το βλέμμα έβλεπε την Ακρόπολη.
Πηγή: http://www.matrix24.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου