Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

Eν Αθήναις....άνοιγε το Τριώδιο





Καλυτέρευε και ο καιρός άνοιγε και το Τριώδιο υπήρχε μια αισιοδοξία.
Ο ψιλικατζής είχε βγάλει στην μόστρα τις χάρτινες μουτσούνες τις αποκριάτικες μάσκες δηλαδή προσιτές για όλα τα βαλάντια όπως και οι σερπατίνες και ο χαρτοπόλεμος τα κομφετί.
Τα Σαββατιάτικα βραδυνά τσιμπούσια στις δόξες τους διαφορετικά από τα άλλα
γιατί οι γείτονες θα μασκαρευόντουσαν.
Φορούσαν ότι υπήρχε πρόχειρο...χαχόλικα παρδαλά ρούχα όπως Αμερικάνικα
που έστελναν οι συγγενείς μετά τον Εμφύλιο στους εδώ φουκαράδες και ήταν μόνον για τις απόκριες και με μια μουτσούνα στην μούρη και άντε να τους γνωρίσεις.
Γέλιο μετά την αποκάλυψη και καθόντουσαν στο τραπέζι που είχε ενισχυθεί με τάβλες και δανεικές καρέκλες...
"...μην ξεχάστε να φέρετε και τον πισινό σας (καρέκλα) γιατί θα κάτσετε όρθιοι.
Γελούσαν οι γεροντότεροι...."...μετακόμιση έχουμε ;"
Είχε μείνει απωθημένο η μετακόμιση ...με ενοίκιο βλέπεις και από σπίτι σε σπίτι
με την διαφορά ότι προσπαθούσαν να μην απομακρύνονται από την γειτονιά.
Μαζί και οι κατσαρόλες με το φαϊ η κάθε οικογένεια ...
Ο "χημικός" ο ειδικός δηλαδή στην ρετσίνα είχε φροντίσει για την νταμιτζάνα
να την γεμίσει μετά από δοκιμές που έκανε στο ταβερνάκι ...στο καρβουνιάρικο.
Πώς χωρούσαν τόσοι νοματαίοι σε ένα δωμάτιο και διασκέδαζαν και χόρευαν
ποτέ δεν κατάλαβα.
Στην κουζίνα που ήταν στην αυλή κοινόχρηστη για τους νοικαρέους
το πρόσταγμα το είχε η Μικρασιάτισα ηλικιωμένη .
Το τηγάνι αγκομαχούσε....
Η πιατέλα με τους ξεροψημένους κεφτέδες ήταν η πρώτη που θα έμπαινε
στην μέση του τραπεζιού και άκουγες τα χείλια να πλαταγιάζουν 
από το κάψιμο.
Τα παιδιά ήταν στην κουζίνα δίπλα στην γιαγιά και φυσικά έπαιρναν
τις πρώτες φουρνιές.
Η ρετσίνα έφερνε το τραγούδι επιτραπέζιο στην αρχή και μετά
έπιανε δουλειά το γραμμόφωνο για να μεριάσουν τις καρέκλες
να βγούν οι τάβλες από το τραπέζι για να δημιουργηθεί η πίστα.
Σε κάποια στιγμή σταματούσε άτσαλα η μουσική και έκαναν  χώρο
να καθήσει ο νεοφερμένος....ο γείτονας ο μεγάλος τροβαδούρος ο εξαιρετικός
άνθρωπος.
Θα έπινε ένα κρασί θα έτρωγε ένα μεζέ και φυσικά θα έλεγε ένα τραγούδι
πρίν χαιρετήσει για να πάει στο μαγαζί που δούλευε όπου γινότανε
το αδιαχώρητο.
Ο ταξιτζής σπιτονοικοκύρης θα τον πήγαινε στο μαγαζί.

Πίσω στα παλιά


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου