Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

Κυβέλη: H ΖΩΗ ΚΑΙ Ο ΜΥΘΟΣ ΜΙΑΣ ΣΠΟΥΔΑΙΑΣ ΘΕΑΤΡΙΝΑΣ


Η Κυβέλη με τον δεύτερο σύζυγό της, Κώστα Θεοδωρίδη. Η φωτογραφία, που δημοσιεύεται για πρώτη φορά, τραβήχτηκε γύρω στο 1908, όταν τα πάντα ήταν ανέφελα στη ζωή του ζεύγους.
Ο μύθος της μεγάλης πρωταγωνίστριας Κυβέλης Αδριανού αρχίζει στο τέλος του 19ου αιώνα. Ακόμα και για τη χρονολογία της γέννησής της υπάρχει διάσταση απόψεων ανάμεσα στις πηγές που εντοπίζονται. Η ίδια έλεγε ότι γεννήθηκε το 1888 στη Σμύρνη - ήταν ο καρπός ενός παράνομου έρωτα που ανάγκασε την πραγματική της μητέρα να μην μπορέσει να τη μεγαλώσει υπό το βάρος των ηθών της εποχής. Σύμφωνα με άλλες εκδοχές, η Κυβέλη γεννήθηκε το 1887, ενώ άλλη πηγή αναφέρει ότι θα πρέπει να είχε γεννηθεί το 1884. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι, εκτός από τη σύγχυση γύρω από την ακριβή χρονολογία γέννησης της Κυβέλης, υπάρχει και μεγάλη φημολογία γύρω από την καταγωγή της - μια εποχή λεγόταν ανοιχτά ότι ήταν νόθο παιδί του Γεωργίου του Α'. Από τη Σμύρνη, λοιπόν, η μικρή Κυβέλη βρίσκεται στο βρεφοκομείο της Αθήνας- ήταν, ήδη, περίπου τριών ετών. Ενα ζευγάρι φτωχών βιοπαλαιστών, η Μαρία και ο Αναστάσης Αδριανός την υιοθετούν. Παρά το γεγονός ότι οι θετοί γονείς της ήταν πάμπτωχοι - ο πατέρας της ήταν παπουτσής στο γνωστό την εποχή εκείνη υποδηματοποιείο του «Μπέη» - η Κυβέλη μεγάλωσε χωρίς να της λείψει τίποτα. Αυτό οφειλόταν, κυρίως, στην υποστήριξη που της προσέφερε η οικογένεια του Λεονάρδου, γνωστού εκείνη την εποχή δικηγόρου, στο σπίτι του οποίου είχε εργαστεί η Μαρία Αδριανού. Το ζευγάρι είχε χάσει τον γιο του κι έβρισκε στο αθώο και χαρούμενο πρόσωπο της μικρής Κυβέλης χαρά και ανακούφιση στη δυστυχία του.
Πανέμορφη, σαν άνθος η ίδια, εθεωρείτο η τελευταία μεγάλη μιας γενιάς σπουδαίων ηθοποιών. Επαιξε σχεδόν πενήντα χρόνια στο θέατρο, στην αρχή χαριτωμένη ενζενί, και για πολλά χρόνια, μια γοητευτική κομεντιέν Επαιξε τα πάντα: τραγωδία, δράμα, κωμειδύλλιο, κωμωδία, μπουλβάρ, ακόμη και οπερέτα (φωτ.: Θεατρικό Μουσείο).
Ετσι, η Κυβελίτσα βρέθηκε από τον Αγιο Παντελεήμονα - μια απομακρυσμένη από το κέντρο της Αθήνας τότε περιοχή - όπου έμενε με τους γονείς της, στην Πλάκα, στο σπίτι αυτών των ανθρώπων, και παρακολουθούσε μαθήματα στο Παρθεναγωγείο Χιλλ. Η μητέρα της άρχισε πάλι να εργάζεται στο σπίτι των Λεονάρδων για να είναι κοντά στο παιδί της. Οταν μεγάλωσε λίγο η Κυβέλη, οι γονείς της την έστειλαν σε μια καπελού για να μάθει την τέχνη. Ηταν όμως πια αργά - η μητέρα της αναγκάστηκε να ομολογήσει: «εκείνο είχε τον διάβολο μέσα του για το θέατρο». Η Κυβέλη αγάπησε πολύ τους θετούς γονείς της, και μάλιστα, σε μια περιοδεία της στην Κωνσταντινούπολη, όταν ήταν πια φτασμένη ηθοποιός, την αναζήτησε στο καμαρίνι της μια γυναίκα λέγοντας ότι ήταν η πραγματική της μητέρα, εκείνη αρνήθηκε να τη δει: «Η μητέρα μου βρίσκεται στην Αθήνα», της απάντησε! Στο μεταξύ, η μικρή Κυβέλη που όπως φάνηκε είχε δείξει την κλίση της από νωρίς, άρχισε να παίρνει μαθήματα απαγγελίας κοντά στον καθηγητή Μ. Σιγάλα, που την είχε συναντήσει στο σπίτι που τη φιλοξενούσε. Σε μια επίδειξη των μαθητριών του στον «Παρνασσό», το 1901, η Κυβέλη απέσπασε το πρώτο βραβείο, το οποίο της παρέδωσε ο Σπυρίδων Λάμπρου.
Με τον Μυράτ
Την ίδια χρονιά ξεκινάει τη λειτουργία της η Δραματική Σχολή του Βασιλικού Θεάτρου όπου και παρακολουθεί μαθήματα. Σε λίγους μήνες όμως, η σχολή θα κλείσει, και η Κυβέλη θα βρεθεί ανάμεσα στους «μύστες» της «Νέας Σκηνης» που είχε ιδρύσει ο δάσκαλός της Κωνσταντίνος Χρηστομάνος. Ο πρώτος της ρόλος ήταν η Ιουλιέττα στη σκηνή του μπαλκονιού - Ρωμαίος, ο Μήτσος Μυράτ. Η Κυβέλη πολύ γρήγορα ξεχώρισε ανάμεσα σε άλλες πρωταγωνίστριες, όπως η Ειμαρμένη Ξανθάκη, και ήταν εκείνη που έγινε η μούσα του μεγάλου δασκάλου της «Νέας Σκηνής», μέχρι το 1906, που ο θίασος σταμάτησε τη λειτουργία του. Ο Μυράτ έχει επιστρέψει από σπουδές στο Παρίσι κι είχε μυηθεί κι αυτός στη «Νέα Σκηνή» του Χρηστομάνου. Εντυπωσιάστηκε από την ομορφιά αλλά και από τα καλλιτεχνικά επιτεύγματα της Κυβέλης. Την πολιορκεί και την πείθει να παντρευτούν. Εκείνη είναι δεκαπέντε ετών.
Η Κυβέλη με τις δύο κόρες της, τη Μιράντα και την Αλίκη, το 1907. Είχε αποκτήσει την πρώτη με τον Μήτσο Μυράτ και τη δεύτερη με τον Κώστα Θεοδωρίδη. Εγιναν και οι δύο ηθοποιοί, ακολουθώντας τον δρόμο της μητέρας τους.
Ο γάμος κράτησε μόνο τρία χρόνια, από το 1903 έως το 1906. Η Κυβέλη παρά το γεγονός ότι δέχτηκε να τον παντρευτεί, ποτέ δεν αγάπησε πραγματικά τον Μυράτ: «Είστε τα παιδιά και τα εγγόνια του άντρα που μισούσα», έλεγε, αργότερα, στις εγγονές της. Συγκατένευσε στον γάμο περισσότερο για να καθησυχάσει τη μητέρα της, που βλέποντας την κόρη της να ακολουθεί καλλιτεχνική πορεία και μάλιστα στο σανίδι του θεάτρου, είχε αναστατωθεί. Παρ' όλα αυτά απέκτησε μαζί του δύο παιδιά, τον Αλέξανδρο και τη Μιράντα, που έγινε κι εκείνη ηθοποιός ακολουθώντας τα βήματα των γονέων της. Αμέσως μετά τη γέννηση της Μιράντας, τον Δεκέμβριο του 1905, η Κυβέλη προσβλήθηκε από επιλόχειο πυρετό και κινδύνευσε να πεθάνει. Το γεγονός ότι ο Χρηστομάνος είχε στερηθεί δύο βασικούε ηθοποιούς του και η περιοδεία που είχε ξεκινήσει τον καιρό της εγκυμοσύνης της Κυβέλης δεν πήγαινε καλά, σε συνδυασμό με την αγωνία του συζύγου και πατέρα Μήτσου Μυράτ Καθώς έβλεπε τη νεαρή γυναίκα του να κινδυνεύει, έφερε τους δύο άνδρες σε διάσταση.
Σε πρώτο πλάνο η Κυβέλη στον ρόλο της Μεγάλης Δούκισσας Αναστασίας, ένα ρόλο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της. Μαζί της, η πρόωρα χαμένη εκλεκτή ηθοποιός Μ. Γιαννακοπούλον. Ηταν μία από τις τελευταίες και τις σημαντικότερες εμφανίσεις της στο Κυβέλης ΚΘΒΕ (φωτ.: Θεατρικό Μουσείο).
Ο Μυράτ χρέωσε στον δάσκαλο του αδιαφορία για την κατάσταση της Κυβέλης, κάτι που δεν ίσχυε. Η παρεξήγηση λύθηκε μόλις έληξε η περιοδεία και συναντήθηκαν μεταξύ τους. Λίγους μήνες αργότερα η Κυβέλη εγκατέλειψε τον Μυράτ για έναν άλλο άντρα μ' ένα τρόπο που μάλλον θυμίζει κινηματογραφικό σενάριο. Ονομαζόταν Κώστας Θεοδωρίδης, ήταν εύπορος, νέος, και ανήκε στον φιλικό κύκλο του Μυράτ. Εκεί τον γνώρισε η Κυβέλη, η οποία σημειωτέον ήταν μια καλλονή της εποχής, «στον δρόμο οι πουριτανοί τότε Αθηναίοι, σταματούσαν και γυρίζανε να την ξαναδούν».
Η «απαγωγή» της Κυβέλης
Η Κυβέλη, όταν αποφάσισε ότι ο γάμος της με τον Μυράτ έχει λήξει οριστικά - τουλάχιστον από τη δική της πλευρά -, ενθάρρυνε το φλερτ με τον Θεοδωρίδη, το οποίο κατέληξε στην περίφημη «απαγωγή» της, γεγονός που έδωσε τροφή για σχόλια στην κοσμική Αθήνα και δεν άφησε αδιάφορο ούτε τον Τύπο. Εγκατέλειψε σύζυγο και παιδιά για να φύγει μαζί του στο Παρίσι, όπου και έμειναν για περίπου δέκα μήνες. Εκεί, ο Θεοδωρίδης παρακολουθούσε με ενδιαφέρον τη θεατρική κίνηση της πόλης - εμπειρία που μετέφερε στα ελληνικά πράγματα. Επιστρέφοντας, συστήνει τον θίασο Κυβέλης. Από το 1908 και για είκοσι χρόνια περίπου, ήταν ο άνθρωπος που κυριολεκτικά καθόρισε τη λαμπρή καριέρα της Κυβέλης. Η επιστροφή τους, όμως, από το Παρίσι ξεσηκώνει σχόλια... Ο Τύπος της εποχης αναφέρει: «Τω καιρώ εκείνω υπήρχε γυνή τις ονόματι Κυβέλη. (...) Και εγκαταλείψασα τον σύζυγο και τα τέκνα, μετέβη μετά του ερωμένου αυτής εις Παρισίους. Και επανακάμψασα εκείθεν μετά δέκα μήνες, καλεί σήμερον το φιλοθεάμον κοινόν ίνα και πάλιν θαυμάση αυτήν... (...) Αλλ' ω άνθρωποι, διατί αυτή η εκετρατεία προς διαπόμπευσιν, και η αντίπαλος εκετρατεία npos θαυμασμόν και συγγνώμην;» Ο Θεοδωρίδης ήταν ο άντρας που την αγάπησε βαθιά, μέχρι το τέλος της ζωής του. Ηταν ο θεατρικός επιχειρηματίας που στήριξς τόσο πολύ την καριέρα της (ξεκινώντας το καλοκαίρι του 1908 στο θέατρο «Πανελλήνιον») - στο μέρος που του αναλογούσε - ώστε, στα χρόνια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου λειτούργησε και δεύτερος θίασος Κυβέλης παράλληλα με τον πρώτο. Η επιτυχημένη επιχειρηματική του δραστηριότητα είχε ως αποτέλεσμα η μεγάλη πρωταγωνίστρια να αποκτήσει πολλά χρήματα. Είναι χαρακτηριστικό το σχόλιο που γράφτηκε το 1919 στην εφημερίδα το «Εθνος» από τον Τίμο Σταθόπουλο, σε σχέση με τις οικονομικές απολαβές της Κυβέλης: «Η Μαρίκα Κοτοπούλη έχει βίλες, έχει αυτοκίνητο. Η Κυβέλη έχει επαύλεις και μέγαρα». Μέχρι περίπου το 1920 θα ζήσουν μια ήρεμη και μάλλον ευτυχισμένη ζωή μαζί. Θα αποκτήσουν μια κόρη, την Αλίκη που θα γίνει κι εκείνη πρωταγωνίστρια του ελληνικού θεάτρου - εκείνος θα αγαπήσει και θα φροντίσει όλα της τα παιδιά. Αφού χωρίσουν θα συνεχίσουν να συνεργάζονται μέχρι περίπου το 1930. Η κόρη του Αλίκη, όταν ο πατέρας της πέθανε, διάλεξε τον εξης στίχο για να χαραχθεί στον τάφο του: «Για την αγάπη μου τα έδωσα όλα και ο Θεός χάρηκε».
Με τον Βενιζέλο
Μέσα στο διάστημα των πρώτων δεκαετιών του 20ού αι., η Ελλάδα συνταράσσεται από μια σειρά πολύ σημαντικών ιστορικών γεγονότων οι βαλκανικοί και ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο εσωτερικός διχασμός, η Μικρασιατική Καταστροφή, θα δώσουν το στίγμα τους σε όλη αυτή την περίοδο. Η ελληνική θεατρική ζωή της περιόδου χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία δύο βασικών θιάσων της Κυβέλης και της Μαρίκας Κοτοπούλη. Στοιχείο που χαρακτήρισε την προσωπικότητα της Κυβέλης στη συνείδηση του κόσμου ήταν και η ταύτιση της με την παράταξη των φιλελευθέρων. Το ευρύ κοινό δεν είχε διχαστεί μόνο καλλιτεχνικά, αλλά κατ' επέκτασιν και πολιτικά, αφού η Κυβέλη ήταν βενιζελική και η Μαρίκα Κοτοπούλη με την πλευρά των βασιλοφρόνων. Η Κυβέλη υπέστη διώξεις για τις ιδέες της στα Νοεμβριανά του 1917. Θα συλληφθεί και θα οδηγηθεί στο Φρουραρχείο κι ακόμη, οι κωνσταντινικοί θα της απαγορεύσουν να παίζει και θα κατεβάσουν το όνομα της από τη μαρκίζα του θεάτρου. Υστερα από αυτό ταξιδεύει και μένει συχνά στο Παρίσι - σπουδάζουν τα παιδιά της εκεί - ο Αλέξανδρος, γεωπόνος, καθ' υπόδειξιν του Βενιζέλου: «Τι να κάνω το παιδί μου κ. πρόεδρε;» τον ρώτησε η Κυβέλη. «Ο τόπος έχει ανάγκη από γεωπόνους», της απάντησε εκείνος. Η αλήθεια είναι ότι ο Αλέξανδρος Μυράτ συνέχισε αργότερα με σπουδές αρχιτεκτονικης και αυτό το επάγγελμα άσκησε τελικά. Η μικρή Αλίκη σπούδασε στο Κονσερβατουάρ. Μετά τα Νοεμβριανά η Κυβέλη έχει γνωριστεί και προσωπικά με τον Βενιζέλο. Μέχρι το 1924 θα συναντηθούν αρκετές φορές. Ο θαυμασμόs ήταν αμοιβαίος. Ο δεύτερος γάμος της διαλύθηκε, όταν εκείνη κατά τη διάρκεια μιας περιοδείας του θιάσου της γύρω στα 1920, γνωρίζει τον τότε γενικό διοικητή Χίου και κατοπινό πρωθυπουργό της Ελλάδας Γεώργιο Παπανδρέου. «Αν δεν είχα συναντήσει τον Γιώργη δεν θα είχα μάθει ποτέ τι πράγμα είναι ο έρωτας», θα ομολογήσει η ίδια. Μια σχέση, δύο ανθρώπων στην ωριμότητα τους. Οταν θα παντρευτούν, περίπου το 1928, είναι και οι δυο γύρω στα σαράντα. Απέκτησαν έναν γιο, τον Γιώργο - το τελευταίο παιδί της Κυβέλης, η αδυναμία της. Η Κυβέλη θα συνεχίσει να παίζει στο θέατρο για μερικά χρόνια ακόμη. Την περίοδο 1932-1934 συνεργάστηκε με την Μαρίκα Κοτοπούλη με σκοπό να αντιμετωπίσουν από κοινού το «αντίπαλον δέος», το νεοϊδρυθέν Εθνικό Θέατρο (1932). Από το 1934 και για περίπου δεκαπέντε χρόνια έμεινε μακριά από τη σκηνή του θεάτρου. Μοναδική εμφάνιση της, η συμμετοχή της στον θίασο της κόρης της Μιράντας και του Γιώργου Παππά, το 1942. Δύο χρόνια αργότερα θα ακολουθήσει τον Παπανδρέου στη Μέση Ανατολή. Λίγο μετά τον πόλεμο θα χωρίσουν, αλλά δεν θα πάρουν ποτέ διαζύγιο, οπότε από το 1950 επανεμφανίζεται στο θέατρο, σχεδόν ανελλιπώς. Τα παιδιά της τη λάτρεψαν, μεγάλωσαν χωρίς να τους λείψει τίποτα. Ο Μητρόπουλος ήταν ο δάσκαλός τους για τη μουσική, ενώ η Αλίκη έπαιρνε μαθήματα στο σπίτι με δάσκαλο τον Κώστα Παρορίτη. Εμειναν κοντά της
μέχρι την τελευταία της στιγμή, στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», όπου νοσηλεύθηκε για έναν περίπου χρόνο. Πέθανε το 1978, έχοντας ζήσει μια γεμάτη ζωή. Ο Δημήτρης Μυράτ, γιος του πρώτου συζύγου της είχε πει
για τη ζωή της: «Ο Θεός της χάρισε όλα τα αγαθά, ηθικά και υλικά. Tnς έδωσε πετυχημένα παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα, τρισέγγονα. Τι ωραία ζωή... Ο Πλούταρχος θα έβαζε αυτή τη ζωή στα «Ηθικά» του».
ΑΛΕΞΙΑ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
16.2.2003

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου