Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

Το «βαθύ πηγάδι» των Αγίων Θεοδώρων


ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Οι Αγιοι Θεόδωροι σε περιβάλλον αισθητικής βαρβαρότητας.
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Σ​​ε ένα δημοσιογραφικό σημείωμα του 1966 διαβάζω τη δυσφορία για τον χώρο γύρω από το βυζαντινό εκκλησάκι των Αγίων Θεοδώρων, στην κάτω πλευρά της Κλαυθμώνος. «Κούκλες, κάλτσες, ανδρικές και γυναικείες, μαντήλια, τάβλια και άλλα πολλά είδη. Δεν εξετάζω αν έχουν οι πωληταί άδεια ή όχι, αλλά το γιατί επιτρέπεται στο κεντρικό αυτό σημείο της πόλεως η εμφάνιση αυτή του ανατολίτικου παζαριού, μπροστά στο ιερό μνημείο της βυζαντινής τέχνης», έγραφε με απόγνωση ο Α. Λ. πριν από 50 έτη.
Τις προάλλες, που κατηφόρισα για να δω πάλι από κοντά αυτό το εκκλησάκι, που χτίστηκε το 1049 με κτήτορα τον Νικόλαο Καλόμαλο κρατικό αξιωματούχο, δεν είδα παρεμπόριο, αλλά θυμήθηκα την γκρίνια του 1966 όταν παρατήρησα τα περίπτερα της οδού Δραγατσανίου. Ηθελα να διαπιστώσω και πάλι την ανάγκη συντήρησης των Αγίων Θεοδώρων, μία από τις οκτώ εκκλησίες που σώζονται, σύμφωνα με τον Ιωάννη Τραυλό, «εις την αρχικήν αυτών μορφήν με μικράς μόνο επισκευάς ή προσθήκας» από την οικοδομική αναγέννηση της Αθήνας από τον 10ο ώς τα μέσα του 12ου αιώνα. Ο Χαράλαμπος Μπούρας, άλλωστε, λέει ότι η ανέγερση των Αγίων Θεοδώρων ήταν «σημαντική επένδυση για τη μεσαιωνική Αθήνα». Με άλλα λόγια, έδειχνε μια αλλαγή στην εξέλιξη της πόλης.
Αυτό που είδα ήταν ο χορταριασμένος τρούλος, τα πρόχειρα κρυμμένα κλιματιστικά, οι απολήξεις εξαερισμού στο παράθυρο που βλέπει τη Δραγατσανίου, άτσαλα στριμωγμένες με χαρτιά, ένα μπάλωμα από την «Ελεύθερη Ωρα» στο παράθυρο δεξιά της εισόδου... Στο εσωτερικό, ο νεότερος διάκοσμος παραμένει καψαλισμένος επί δεκαετίες, εκεί είχε ζωγραφίσει και ο περίφημος αγιογράφος του πρώτου μισού του 20ού αιώνα Αθανάσιος Κανδρής από τη Στεμνίτσα, αλλά αν δει κανείς το δάπεδο αντιλαμβάνεται το μέγεθος της εγκατάλειψης.
Δεν περίμενα κάτι καλύτερο, αλλά ο κύριος λόγος που ξαναπήγα να δω από κοντά τους Αγίους Θεοδώρους ήταν ένα άρθρο που είχε γράψει γύρω στο 1958-60 ο Μανόλης Χατζηδάκης, επίμονος μελετητής της βυζαντινής Αθήνας. Ηθελα να δω με τα δικά του μάτια όσα έλεγε και να αντιπαραθέσω το σήμερα. Καταλάβαινα την απελπισία του Μανόλη Χατζηδάκη όταν μιλούσε για το «βαθύ πηγάδι» μέσα στο οποίο κρύψαμε τους Αγίους Θεοδώρους, καθώς από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 ώς τις αρχές της δεκαετίας του 1960 ανοικοδομήθηκε το αστικό περιβάλλον της Δραγατσανίου, της Αριστείδου, της Ευριπίδου. Καθώς τα νέα, τότε, ψηλά κτίρια σκίαζαν το εκκλησάκι, ο Μανόλης Χατζηδάκης είχε γράψει πως «η εκκλησία η ελληνική είναι κτισμένη με προϋπόθεση τον ήλιο, και για τον εσωτερικό της φωτισμό και για την πλαστική λειτουργία των όγκων της εξωτερικά». Κοιτούσα ολόγυρα τα κτίρια, που επιπλέον είναι κακογερασμένα και αδιάφορα. Ακόμη και η μία γωνία της Σκουλενίου είναι κακοποιημένη και είναι αυτή η γωνία που διακόπτει κάθε προοπτική του ναού από τον απέναντι δρόμο. Βέβαια, δεν έγινε αυτό που φοβόταν ο Μανόλης Χατζηδάκης. Δεν έχασε με τα χρόνια το εκκλησάκι, δεν έμεινε «παλαιικό και ασήμαντο», «σφιγμένο από παντού» από «πανύψηλα εμπορικά οικοδομήματα, λαμπρά και στιλπνά». Απλώς, σήμερα, είναι ολοκάθαρη η αδυναμία να ορίσουμε ένα περιβάλλον για τα μνημεία μας. Αν δει κανείς τις πρώτες φωτογραφίες των Αγίων Θεοδώρων (1842) ή την αποτύπωση του 1890 θα μπορέσει να καταλάβει την ευγενή «ασυμμετρία» αυτού του βυζαντινού λείψανου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου