Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Η άνοδος και η πτώση των λαϊκών σινεμά της Αθήνας


 
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του Δημητρη Ρηγοπουλου

Αν μιλάμε για κινηματογράφο και μόνο η αναφορά σε λαϊκά (και μη) σινεμά ακούγεται τουλάχιστον ως πλεονασμός. Η κατεξοχήν λαϊκή τέχνη του 20ού αιώνα εξυπακούεται ότι θα παίζεται σε «λαϊκά» σινεμά. Δεν είναι έτσι. Πολύ σύντομα στην ιστορία του κινηματογράφου, ήδη από την εποχή του βωβού, διαμορφώθηκαν τάσεις και σχολές που δεν απευθύνονταν στο ίδιο κοινό. Οπως συμβαίνει και σήμερα, ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής προοριζόταν να καταναλωθεί από τις μάζες των πόλεων, ενώ ταινίες καλλιτεχνικών απαιτήσεων ήταν καταδικασμένες να προβληθούν σε ένα περιορισμένο δίκτυο αιθουσών.
Αυτές τις ημέρες στο πλαίσιο του 13ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας, τις γνωστές μας «Νύχτες Πρεμιέρας» (19-30 Σεπτεμβρίου) βρίσκεται σε εξέλιξη ένα αφιέρωμα στο grindhouse. O όρος δεν περιγράφει κάποιο κινηματογραφικό είδος, αλλά μια συγκεκριμένη κατηγορία κινηματογραφικών αιθουσών που άνθησαν στις ΗΠΑ από τη δεκαετία του '60 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '80. Φωλιασμένα στις πιο κακόφημες γειτονιές των κέντρων των αμερικανικών μεγαλουπόλεων, τα Grindhouse theatres αποτελούσαν την ξεθωριασμένη, βρωμερή κατάληξη των πολυτελών κινηματογράφων του '30 και του '40. Στα αμερικανικά Grindhouse το ρεπερτόριο ήταν αναπάντεχα ευρύ: σοκαριστικά ψευδοντοκιμαντέρ και υποτιθέμενα snuff movies, γυμνόστηθες στάρλετ αλλά και hardcore πορνογραφία, εξωτικά τσιμπούσια ανθρωποφαγίας, ανάστατες γυναικείες φυλακές και S&M ναζιστικά πάρτι, ζόμπι και αιματορουφήχτρες καλλονές, σπαγγέτι γουέστερν και οργίλες καλόγριες, άγριες συμμορίες και ψυχεδελικά τριπάκια. Μέρα και νύχτα πόρνες, πρεζόνια, νταβατζήδες, άστεγοι, ηδονοβλεψίες ή μοναχικοί τύποι με περίεργα γούστα πλήρωναν το ποταπό εισιτήριο και διάλεγαν τις βδελυρές αυτές αίθουσες για ύποπτες επαγγελματικές συναλλαγές ή ως τόπο διαφυγής από απαιτητικές συζύγους και τα αδιάκριτα μάτια του κόσμου.
Στην Ελλάδα η θεματολογία των λαϊκών σινεμά υπήρξε λίγο πιο περιορισμένη: περιπέτειες (βλέπε γουέστερν), πολεμικά, θρίλερ, καράτε, αισθησιακές ταινίες. Η πελατεία ήταν ανάλογη, σύμφωνα με τον Γιώργο Λαζαρίδη στο βιβλίο του «Φλας Μπακ: Μία ζωή σινεμά» (εκδόσεις Λιβάνη): «Στέκια της περιθωριακής αλητείας, των φανατικών χασομέρηδων, πρόχειρη λύση των άστεγων περαστικών, φροντιστήρια μαγκιάς στα προαλειφόμενα «σκληρά αντράκια», προσφιλές καταφύγιο των κοπανατζήδων όλων των γυμνασίων της Αθήνας».
Αν θέλει κάποιος να εντοπίσει τις βασικές διαφορές ανάμεσα σε Ηνωμένες Πολιτείες και Ελλάδα, θα έλεγε ότι στις δικές μας αίθουσες οι «αισθησιακές ταινίες» απουσίαζαν εντελώς μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του '70. «Η τσόντα ως συνώνυμο του πορνό είναι μία έκφραση των αρχών του '70», γράφει ο Δημήτρης Φύσσας στο βιβλίο του «Αυστηρώς ακατάλληλον, προγράμματα αθηναϊκών κινηματογράφων Sex» (εκδόσεις «Δελφίνι»). Και συνεχίζει: «Αρχικά σήμαινε πράγματι συμπλήρωση/μάτισμα/εμβολή, αφού ο μηχανικός προβολής παρενέβαλε δύο ή τρία λεπτά πορνό ταινίας μέσα σ' ένα συμβατικό φιλμ, που προβάλλονταν όμως σε αίθουσα όπου αδημονούσε ένα μυημένο κοινό». Οι διαρκώς αυξανόμενες τιμές των οικοπέδων στα αστικά κέντρα, η διάδοση αρχικά της τηλεόρασης και στη συνέχεια του βίντεο οδήγησαν δεκάδες αιθουσάρχες σε απόγνωση. Στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν, άρχισαν να διανθίζουν τις προβολές τους με σκηνές από αισθησιακές σκηνές. Η πελατεία ζητούσε περισσότερο σεξ και πολύ γρήγορα σταμάτησε η mainstream παραγωγή για να επικρατήσει πανηγυρικά το σκληρό πορνό.
Σήμερα το είδος του λαϊκού κινηματογράφου δεν υπάρχει στην Αθήνα. Ο Δημήτρης Φύσσας διαφωνεί. «Για μένα τα μούλτιπλεξ είναι η σύγχρονη εκδοχή του λαϊκού σινεμά. Είναι το μέρος που θα βρεις ταινίες για να περάσεις την ώρα σου, ταινίες για όλη την οικογένεια. Προσωπικά μπορεί να μην είναι του γούστου μου, αλλά θα πρέπει να τους αναγνωρίσω την αναβίωση ενός αισθήματος που είχε χαθεί».
Καράτε - δύο έργα σεξ
Φυσικός διάδοχος των λαϊκών σινεμά είναι οι κινηματογράφοι που παίζουν αποκλειστικά ταινίες σεξ. Από τον αριθμό 35 της δεκαετίας του '80 σήμερα λειτουργούν μόλις πέντε. Οχι μικρός αριθμός αν σκεφθεί κανείς πόσο εύκολη είναι σήμερα η πρόσβαση στο συγκεκριμένο είδος παραγωγής. Ποιος μπορεί να έχει ανάγκη έναν κινηματογράφο σεξ; Τρεις κατηγορίες: οι μετανάστες, οι μεγαλύτερης ηλικίας άντρες και όσοι γκέι εξακολουθούν να έλκονται από την υπόσχεση μιας σύντομης σεξουαλικής συνεύρεσης σ' ένα γοητευτικά παρακμιακό περιβάλλον.
Το «Σταρ» της οδού Αγίου Κωνσταντίνου είναι ο «βασιλιάς» στο είδος του. Κι αν δεν έπαιζε ταινίες σεξ θα ήταν μία από τις δημοφιλέστερες (και πιο γοητευτικές) αίθουσες του κέντρου. Σχεδιασμένο από τον εβραϊκής καταγωγής Ζακ Μωσέ, ξεκίνησε ως οικογενειακός κινηματογράφος με μία ενδιαφέρουσα αρ ντεκό πρόσοψη, αλλά η ραγδαία υποβάθμιση της Ομόνοιας στη δεκαετία του '70 δεν άφηνε πολλά περιθώρια στους ιδιοκτήτες του. Η αρχή έγινε με καράτε, «καουμπόικα» και αισθησιακές ταινίες. Μαζί με το «Σταρ» επιβιώνουν άλλοι τέσσερις κινηματογράφοι του είδους. Το «Αβέρωφ» στην οδό Λυκούργου είναι μία ιστορική αίθουσα, κατασκευασμένη στα τέλη της δεκαετίας του '50. Δύσκολο να το φανταστεί κανείς σήμερα, αλλά το «Αβέρωφ» στις καλές εποχές ήταν ένα μικρό «Αττικόν» με κομψά θεωρεία και περιποιημένους εξώστες. Η πελατεία του ήταν αποκλειστικά οικογένειες που έσπευδαν γνωρίζοντας την προτίμηση των ιδιοκτητών του για την ελληνική παραγωγή. Με τη δύση του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου άρχισε και η παρακμή του «Αβέρωφ».
Το μεσοπολεμικό «Κοσμοπολίτ» στις παρυφές της Ομόνοιας έχει διατηρήσει τα γοητευτικά του αρχιτεκτονικά στοιχεία. Παραδόξως η κρίση της δεκαετίας του '80 «γέννησε» δύο καινούργιες αίθουσες. Το «Αθηναϊκόν», πίσω από το Δημαρχείο της πλατείας Κοτζιά, επί της οδού Κρατίνου 11, κατασκευάστηκε «επί τούτου», για να προβάλλει αποκλειστικά ταινίες σεξ. Είναι ο μοναδικός κινηματογράφος που διαθέτει ζώνη προβολής ταινιών γκέι θεματικής, ενώ χρωστάει το όνομά του στο γειτονικό, ομώνυμο σινεμά της οδού Κλεισθένους που έπαψε να λειτουργεί εδώ και πολλά χρόνια. Το «Ορφεο» στην πλατεία Αττικής άνοιξε μόλις το 2003, εκεί που μόλις πριν από λίγα χρόνια λειτουργούσε βιοτεχνία. Είναι ο μόνος συνοικιακός κινηματογράφος στην κατηγορία του.
Ενας αιώνας ιστορίας
- Το «Σιναμπάρ» της πλατείας Λαυρίου, ο πρώτος λαϊκός κινηματογράφος της Αθήνας, καταστράφηκε εξαιτίας πυρκαγιάς που ξέσπασε στην καμπίνα προβολής. Στη θέση του χτίστηκε το «Ματζέτστικ», από τα δημοφιλέστερα λαϊκά σινεμά της πιάτσας της Ομόνοιας.
- Το «Ροζικλαίρ» της οδού Πατησίων (απέναντι από το «Μινιόν») ήταν το «Αττικόν» των λαϊκών κινηματογράφων: είχε ακριβότερο εισιτήριο από τον «ανταγωνισμό» και απέφευγε την προβολή ελληνικών παραγωγών.
- Το «Ελλάς» (αργότερα «Νέον Ελλάς) στην αρχή της οδού Αθηνάς είχε αποκτήσει ιδιαίτερη φήμη καθώς ήταν δημοφιλές ανάμεσα στις πόρνες από τους γειτονικούς οίκους ανοχής της οδού Σωκράτους.
- Η επιτομή του λαϊκού σινεμά ήταν το «Αθηναϊκόν» στις πλάτες του Δημαρχιακού Μεγάρου στην οδό Σωκράτους. Εφιάλτης για τους νοικοκυραίους της εποχής και τους γονείς «ανήσυχων» νέων, συγκέντρωνε της αφρόκρεμα του αθηναϊκού περιθωρίου. Στη διάρκεια της μεγάλης του ιστορίας, σημειώθηκαν πέντε φόνοι για ξεκαθάρισμα λογαριασμών και επτά μαχαιρώματα, συνήθως ανάμεσα σε προστάτες ιερόδουλων.
- Η πελατεία των λαϊκών κινηματογράφων του κέντρου ήταν σχεδόν αποκλειστικά άντρες και εργαζόμενα παιδιά (κυρίως λουστράκια). Στις συνοικίες ο χαρακτήρας τους ήταν πιο οικογενειακός.
- Οι πρώτες εμβόλιμες σκηνές σεξ (γι' αυτό ονομάστηκαν και «τσόντες»), προβλήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του '70, στην «Εύα», ένα λαϊκό σινεμά στην περιοχή του Αγίου Αρτεμίου, στο Παγκράτι.
- Οσα λαϊκά σινεμά επιβιώνουν μέχρι σήμερα παίζουν αποκλειστικά ταινίες σεξ.
- Από τους 35 κινηματογράφους σεξ της δεκαετίας του '80 λειτουργούν σήμερα μόλις πέντε.
- Υπήρξε μία ειδική κατηγορία λαϊκών κινηματογράφων που στη μεταπολίτευση εξελίχθηκαν σε σινεφίλ αίθουσες και στη συνέχεια (όταν πέρασε η μόδα) σε κινηματογράφους σεξ. Το «Playboy» ακολούθησε αντίστροφη πορεία: μετονομάστηκε σε «Αλφαβίλ» και άλλαξε εντελώς προφίλ!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου