Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

«Γκασταρμπάϊτερ» (Gastarbeiter) ή ξένοι εργάτες στη Δυτική Γερμανία





https://omsisite.wordpress.com/
Στα γερμανικά «γκασταρμπάϊτερ» θα πει φιλοξενούμενος εργάτης. Έτσι αποκαλούσαν, στα μέσα του περασμένου αιώνα, τους μετανάστες που έφταναν κατά χιλιάδες και οργανωμένα στη τότε Δυτική Γερμανία από τον ευρωπαϊκό νότο, οι οποίοι συνεισέφεραν με την εργασία τους στην ανασυγκρότηση της διαλυμένης μεταπολεμικά γερμανικής οικονομίας
Κατά την διάρκεια  των δεκαετιών 1950-60 η Δυτική Γερμανία υπέγραψε διμερείς συμφωνίες για την εξασφάλιση και την εισαγωγή στη χώρα ξένου εργατικού δυναμικού (με την Ιταλία στις 22 Νοεμβρίου 1955, την Ισπανία στις 29 Μαρτίου 1960,  με την Ελλάδα το Μάρτιο του 1960, το Μαρόκο, στις 21 Ιουνίου 1960, με την Τουρκία στις 30 Οκτωβρίου 1961, την Πορτογαλία στις 17 Μαρτίου 1964, την Τυνησία στις 18 Οκτωβρίου 1965, με τη Γιουγκοσλαβία στις 12 Οκτωβρίου 1968).
Οι λόγοι ήταν ότι η Γερμανία από τα μέσα της δεκαετία του 1950 και μετά βίωσε ένα «οικονομικό θαύμα», λόγω των ενισχύσεων από τις ΗΠΑ και χρειαζόταν εργάτες. Το θαύμα αυτό συντελέστηκε στα πλαίσια της λογικής των ΗΠΑ που προωθούσαν διεθνώς τη στρατηγική του burden-sharing, της πρόθεσης, δηλαδή, να προωθήσουν τα συμφέροντα της Δυτικής Γερμανίας στην Ευρώπη για να μοιράσουν τα έξοδα της ανάσχεσης του κομμουνιστικού κινδύνου. Πράγματι, οι Αμερικανοί στο Κογκρέσο αποφασίζουν, στο λεγόμενο “Great Debate”, να επανενσωματωθεί η Γερμανία στο δυτικό κόσμο, στο πλαίσιο του δόγματος  «ανασυγκροτώντας τη Γερμανία-ανασυγκροτείται η Ευρώπη». Έτσι, με τη λογική ότι η Γερμανία έπρεπε να ανοιχτεί στις δυτικές αγορές, αλλιώς δεν θα επιβίωνε και η ίδια, εγκαινιάζεται το γερμανικό «θαύμα» και η παραγωγή στη Γερμανία σχεδόν τετραπλασιάζεται μεταξύ του 1947 και του 1952 και πενταπλασιάζεται τα επόμενα χρόνια. Η Γαλλία πείθεται να αποδεχθεί την εξέλιξη αυτή, με ανταπόδοση τη χρηματοδότηση από τις ΗΠΑ στον  πόλεμο της εναντίον του Χο Τσί Μινχ στο Βιετνάμ (1950-1953), και έτσι το σχέδιο Σούμαν και η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (18 Απριλίου 1951) ήρε τους περιορισμούς στην παραγωγή τους στην περιοχή του Ρουρ, σηματοδοτώντας το τέλος της γερμανικής πολιτικής και οικονομικής απομόνωσης.
Η Ελλάδα απέκτησε «γκασταρμπάϊτερ» τον Μάρτιο του 1960 με τη συμφωνία που υπέγραψε η κυβέρνηση Καραμανλή με τους Γερμανούς.  Ήταν τότε που η Αθήνα στράφηκε συνολικά για χρηματοδότηση στους Γερμανούς, γιατί η Ελλάδα αντιμετώπιζε οξυμμένα οικονομικά προβλήματα. Με περιστολές και στο εξωτερικό της εμπόριο με την ΕΣΣΔ και με αρνητικό το διεθνές οικονομικό κλίμα, αλλά και τους Αμερικανούς να χρηματοδοτούν μόνο ότι είχε σχέση με τον ελληνικό στρατό, στην  Ελλάδα η παραγωγικότητα έπεσε κάθετα ( από 172 στο 135 τον Αύγουστο του 1959) όπως και οι εξαγωγές που υποχωρούν κατά 12% μέσα σε μια χρονιά. Οι Αμερικανοί ομολογιούχοι απαιτούν την αποπληρωμή των γερμανικών ομολόγων που είχαν λήξει, ενώ η κρίση συνδυάζεται με αύξηση του όγκου παραγωγής στα καπνά, και το γεγονός οι Ανατολικές χώρες, που μέχρι τότε συντηρούσαν τους Έλληνες αγρότες, αρνούνται να αφομοιώσουν την αύξηση αυτή στις εισαγωγές τους και έτσι 28.000 τόνοι απούλητοι. Οι άνεργοι αγγίζουν το 1.500.000 εκατομμύριο, ενώ εκδηλώνονται μορφές κινηματικού ριζοσπαστισμού, ιδίως στη Μακεδονία. Η άρνηση  απορρόφησης της παραγωγής του καπνού και από τη Γερμανία δημιουργούν πανικό στην ελληνική κυβέρνηση.
Ήταν τότε που η Ελλάδα παίζει το χαρτί των οικονομικών και πολιτικών ενισχύσεων από τη Βόννη. Για αυτό και προτείνει σειρά επαφών με τη Γερμανία στα 1960 (επίσκεψη Κανελλόπουλου). Αυτές αφορούν σε βοήθεια ώστε να απορροφηθούν άνεργοι με μετανάστευση, να «προστατεύσουν» οι γερμανικές επενδύσεις στην Ελλάδα, αλλά και να διευθετηθούν θέματα με τις ελληνικές αξιώσεις για πολεμικές αποζημιώσεις της Γερμανίας προς την Ελλάδα. Ο Καραμανλής επικαλείται το πολιτικό πρόβλημα της κυβέρνησης του (Μάρτιος 1960), όταν η ΕΔΑ ανεβαίνει ραγδαία,  και εκλιπαρεί τους Γερμανούς, οι οποίοι χρησιμοποιούν την χώρα για να μπλοκαριστεί η σοβιετική διείσδυση στην Αίγυπτο. Έτσι, συμφωνείται συνεργασία Ελλάδας-Γερμανίας, ενώ εγκρίνεται και το δάνειο των 200 εκ. μάρκων προς την Ελλάδα και προσφέρεται  τεχνική βοήθεια από Γερμανία στο ελληνικό κεφάλαιο.  Τελικά, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Strauss  επισκέπτεται την Αθήνα (Μάρτιος 1960), υπόσχεται επενδύσεις στο Σκαραμαγκά, χωρίς όμως ουσιώδεις παραγγελίες, και ο Έλληνας υπουργός των Εξωτερικών Ευ. Αβέρωφ εκφράζει την ικανοποίηση του για τη «ρύθμιση» των πολεμικών αποζημιώσεων.
Είναι εξίσου αξιοσημείωτο ότι οι ρυθμίσεις για τους Έλληνες μετανάστες σχετίζονται με τις «αποζημιώσεις» αυτές. Οι δικαιούμενοι αποζημιώσεων με βάση τη συμφωνία υπολογίστηκαν από τις κυβερνητικές υπηρεσίες σε 16.500 χιλιάδες και οι εκτοπισθέντες και οι φυλακισμένοι που δικαιούνταν κάποια αποζημίωση ανέρχονται σε 33.000, (άλλοι 65.000 ήταν οι Εβραίοι θύματα του ναζισμού που δεν υπάγονταν στη ρύθμιση). Το ποσό της αποζημίωσης ορίστηκε σε 35.000 δραχμές για τους θανόντες, δηλαδή 124 χρυσές λίρες (η τιμή της λίρας τότε ήταν στο χρηματιστήριο 283.45 δραχμές), για αναπηρίες από 12.000 έως 25.000 και για τη φυλάκιση 500 δραχμές για κάθε μήνα φυλάκισης. 1000 δραχμές θα έπαιρναν όσοι φυλακίστηκαν στο εξωτερικό (στα γερμανικά στρατόπεδα).  Οι περισσότεροι, όμως, από τις τελευταίες δύο κατηγορίες,  δεν θα λάβαιναν πάνω από 1.000 δραχμές κατά άτομο. Στην πράξη, στους περισσότερους που θεωρήθηκαν δικαιούχοι-και ήταν πολλοί λίγοι- επιδικάστηκε ένα ποσό από τα 200.000.000 μάρκα που συνολικά έδωσαν οι Γερμανοί  που δεν εξασφάλιζε την αγορά παρά 3 κιλών κρέατος με τις τιμές της εποχής.
Είναι αξιοσημείωτο, επίσης, να ειπωθεί ότι οι διευθετήσεις για τους Έλληνες «γκασταρμπάιτερ» έγιναν την εποχή ανασύστασης του αντικομμουνιστικού κράτους στη Ελλάδα. Γιατί τα οξυμμένα οικονομικά προβλήματα είχαν στρέψει τον κόσμο προς την Αριστερά, όπως έδειξαν και οι εκλογές του 1958, όπου η ΕΔΑ απέσπασε το 24,4% των ψήφων. Η τεράστια ανεργία έπρεπε να αποσυμφορηθεί γιατί αρχίσανε και εργατικές αναταραχές, ακόμα και στην ελληνική ύπαιθρο.
Είναι ακριβώς η ίδια εποχή των μυστικών σχεδίων του στρατού για την αντιμετώπιση του «εσωτερικού κινδύνου» που αργότερα κατέληξε στη Χούντα. Κορυφαίο το σχέδιο «Περικλής», το οποίο θα γεννήσει και τη «Δευτεροβάθμια Συντονιστική Επιτροπή» του ΓΕΕΘΑ, που θα προετοιμάσει το εκλογικό πραξικόπημα του Οκτωβρίου του 1961. Είναι οι επιλογές του ίδιου του Καραμανλή στο πρόσωπο των στρατηγών Β. Καρδαμάκη και Α. Φροντιστή ως επικεφαλής του ΓΕΣ που ενίσχυσαν τον ρόλο του στρατού και την ανωμαλία που συνεπαγόταν στην Ελλάδα.  Είναι ενδεικτικό ότι τότε ο Καραμανλής δεχόταν εισηγήσεις από υπουργούς του και μέλη του ΓΕΣ να υιοθετήσει ένα ενδεχόμενο πραξικόπημα, λύση με την οποία συμφωνούσαν και οι Αμερικανοί. Εξίσου ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι την ίδια περίοδο παρατηρείται και η μεγάλη επέκταση των πωλήσεων με δόσεις, προϊόν της καθίζησης της ενεργούς ζήτησης, καθώς και μεγάλη αύξηση των ποσοστών κέρδους παντός είδους «προμηθευτών» του κράτους.
Οι Έλληνες «γκασταρμπάϊτερ» έρχονται να προστεθούν στους 129.000 που έχουν ήδη μεταναστεύσει σε άλλες χώρες την περίοδο 1956-1960. Είναι οι περισσότεροι από τους 249.741 που μεταναστεύουν στα 1961-1965 και τους 185.259 που μεταναστεύουν στα 1966-1970. Σε αυτούς προστίθενται άλλοι 58.151 στα 1971-1973. Πρόκειται για ένα συνολικό αριθμό από 622.151 μετανάστες σε μια 20ετία. Είναι οι αριθμοί που εξηγούν το «θαύμα» της Χούντας με την υποτιθέμενη χαμηλή ανεργία.
Η τάση διοχέτευσης ανειδίκευτου και φτηνού εργατικού πληθυσμού στη Γερμανία ενισχύθηκε μετά τη δημιουργία του τοίχους του Βερολίνου, τον Αύγουστο του 1961, το οποίο σταμάτησε πλήρως το ρεύμα εργατών από την Ανατολική στη Δυτική Γερμανία. Επιπλέον, οι «γκασταρμπάιτερ», αποτέλεσαν την έξωθεν καλή μαρτυρία για τη Δυτική Γερμανία ότι προσέφερε υπηρεσίες στη διεθνή κοινότητα και έπρεπε να ενταχθεί οργανικά στο ευρωπαϊκό πολιτικό στερέωμα. Στην περίπτωση της Ελλάδας οι συμφωνίες με την κυβέρνηση Καραμανλή βοήθησαν τους Γερμανούς να αποκτήσουν πρόσβαση στη Μέση Ανατολή και το Σουέζ (χρησιμοποιώντας τις καλές σχέσεις της Ελλάδας με τους Άραβες).
Οι «γκασταρμπάιτερ» δεν έγιναν ποτέ κανονικοί πολίτες στη Γερμανία, παρότι οι Τούρκοι ήταν εκείνοι που πέτυχαν να χαρακτηριστούν όλοι οι ξένοι εργάτες στη Γερμανία «φιλοξενούμενοι». Ωστόσο, παρέμεινε η γερμανική επιφύλαξη, όπως εκφράστηκε από τον τότε Γερμανό υπουργό Απασχόλησης Th. Blank, ότι δεν ήταν εύκολο να συμβιβαστεί  το πολιτιστικό χάσμα μεταξύ ξένων εργατών και Γερμανών.  Όμως λόγω της πίεσης των Αμερικανών, τελικά οι Γερμανοί υπέγραψαν μια συμφωνία που αναγνώριζε το καθεστώς φιλοξενούμενου στους ξένους εργάτες.  Η συμφωνία που τελικά υπεγράφη στα 1961 αναγνώριζε, όμως,  καθεστώς προσωρινότητας στους ξένους εργάτες και τους άφηνε να μείνουν στη χώρα για δύο χρόνια. Όσοι εκδιώκονταν συνήθως επανέρχονταν με δικά τους έξοδα, αλλά μετά την κρίση του 1971 οι Γερμανοί τους εξανάγκαζαν σε επαναπατρισμό ή τους παρείχαν οικονομικά κίνητρα να φύγουν
Είναι αξιοσημείωτο ότι η Γερμανία ποτέ δεν θεώρησε τον εαυτό τους χώρα μετανάστευσης και κρατούσε αυτό το εργατικό δυναμικό υπό καθεστώς ημι-αναγνώρισης, χωρίς τα κανονικά δικαιώματα και απολαβές ενός Γερμανού εργάτη.
Οι Έλληνες εργάτες που βρέθηκαν στη Γερμανία ήταν ένα πληθυσμιακό σύνολο δεύτερης κατηγορίας, όπως και οι «γκασταρμπάιτερ» των άλλων κρατών. Οι συνθήκες στέγασης τους ήταν άθλιες, στοιβαγμένοι σε λυόμενα συνήθως καταλύματα, αντιμετώπιζαν την εχθρότητα και τον ρατσισμό των Γερμανών. Ήταν υποχρεωμένοι να κινούνται με περιορισμούς στις πόλεις, διασκέδαζαν μόνο στις καντίνες των σιδηροδρομικών σταθμών και υποβάλλονταν σε συνεχείς εξευτελιστικές ιατρικές εξετάσεις. Ήδη για την επιλογή τους ως εργατών στην ίδια την Ελλάδα περνούσαν συνεχείς εξετάσεις «καταλληλότητας» από το υπουργείο Εργασίας και τις ελληνικές επιθεωρήσεις εργασίας.
Ωστόσο, πολλοί κατόρθωσαν να ενταχθούν στη γερμανική κοινωνία και έτσι εξηγείται η μεγάλη ελληνική κοινότητα εκεί.
                                                                      Μ.Λ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου