Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016

Τα παλιά κουρεία στην περιοχή του Πειραιά


     Όταν οι κουρείς ήταν πληροφοριοδότες
  οδοντίατροι  και  πρακτικοί  γιατροί
  
     Τελευταία  λέγεται  ότι ένας από τους υπουργούς που πήγε για κούρεμα, ήθελε ταυτόχρονα και ξύρισμα. Και αφού ο κουρέας του έκοψε πρώτα τα μαλλιά, ετοιμάστηκε να τον ξυρίσει. Μάλιστα ήταν από τα παραδοσιακά κουρεία. Αφού λοιπόν του έδεσε την πετσέτα κάτω από το λαιμό, τον ρώτησε:
- «Κύριε υπουργέ, θέλετε ξύρισμα πρώτης ή δεύτερης κατηγορίας»;
- «Μα φυσικά πρώτης κατηγορίας, άνθρωπέ μου. Τι ερώτηση είναι αυτή;
    Ο μπαρμπέρης συγκατένευσε και αμέσως άρχισε να ετοιμάζει τη σαπουνάδα. Εριξε μέσα στο δοχείο την κατάλληλη ποσότητα σαπουνιού σε σκόνη και μετά άρχισε να φτύνει και να ανακατεύει. Ο υπουργός έκπληκτος τον κοίταζε να φτύνει μέχρι που σχηματίστηκε αφρός. Και μετά άρχισε να τον ξυρίζει. Κατά τη διάρκεια του ξυρίσματος, ο υπουργός -αν και εμφανώς ενοχλημένος- δε θέλησε να παραπονεθεί, μην τυχόν και διαταράξει τον κουρέα και του κάνει καμιά ζημιά με τη λεπίδα.  Οταν  όμως το ξύρισμα τελείωσε και ο κουρέας σκούπισε το πρόσωπο του πελάτη του, εκείνος με αυστηρό ύφος του είπε:
-«Συγνώμη, κύριος, αυτό το ξύρισμα που μου κάνατε θεωρείται πρώτης κατηγορίας»;
-«Βεβαίως, κύριε»;
-«Κι αν ζητούσα, δηλαδή δεύτερης κατηγορίας, τι διαφορετικό θα κάνατε»;
-«Θα έφτυνα απευθείας στα μούτρα σας».
       
      Μετά από αυτή την πιθανή ή απίθανη ιστορία, θα πούμε ότι τα κουρεία, ήταν  ανέκαθεν  κέντρα  σχολιασμών και …..κοινωνικών  ενασχολήσεων.
     Τα κουρεία τα παλιά  τα χρόνια ήταν τα κέντρα πληροφοριών,  ήταν  τα εξομολογητήρια  διαφόρων. Ο κουρέας, ή οι κουρείς  άκουγαν, ρωτούσαν, μάθαιναν  και άκουγαν οι αναμένοντες και αυτοί πληροφορούσαν κι άλλους.
      Εκεί  γινόταν ο παραδοσιακός τρόπος συνάντησης και συναναστροφής, ήταν τόπος αναψυχής και κοινωνικής κριτικής, και  πολλά μπαρμπέρικα διατηρούν ακόμα την αίγλη τους από ανθρώπους που αγάπησαν τη μυρωδιά της  κολόνιας λεμονιού, την αίσθηση της ζεστής πετσέτας και τον ήχο του παλιού γραμμοφώνου.
      Όμως όσο κι αν ήταν  «κοινωνικοί τόποι» δεν διατηρήθηκαν στοιχεία  για  την ύπαρξή τους στην περιοχή του Πειραιά. Ελπίζουμε με την αναφορά αυτή να συγκεντρώσουμε  στοιχεία από όσους μπορεί να  ξέρουν.

                      Από την αρχαιότητα   το…. κουτσομπολιό

        Από την αρχαιότητα  στα κουρεία και στα αρωματοπωλεία της Αθήνας και του Πειραιά, σχολιάζονταν τα τελευταία νέα ή  γίνονταν……φιλοσοφικές συζητήσεις.  Ηταν μια συνήθεια τόσο διαδεδομένη, που ο Δημοσθένης σ' ένα λόγο του κατηγορεί έναν Αθηναίο για "ακοινώνητο", γιατί "δεν μπαίνει ποτέ σε κουρεία, αρωματοπωλεία και άλλα καταστήματα". Ο προτιμούμενος τόπος συναντήσεων ήταν, αναμφισβήτητα, τα κουρεία. Ο Αθηναίος  και ο Πειραιώτης κουρέας μπορούσε να περηφανευτεί για την πλατιά και πολύπλευρη πείρα του.
      Ο πρώτος άνθρωπος που έφερε στην Αθήνα την είδηση της καταστροφής των Αθηναίων στη Σικελία το 413 π.Χ,  ήταν ένας κουρέας από τον Πειραιά. Είχε μάθει τη θλιβερή είδηση από το δούλο ενός λιποτάκτη και χωρίς διόλου  να αργήσει, άφησε το κουρείο του  κι έτρεξε γρήγορα στην Αθήνα, από φόβο μην τον προλάβει κανένας άλλος. Στην πόλη, όπου δεν ήξεραν τίποτε, η είδηση προκάλεσε μεγάλη ανησυχία. Ο κόσμος περικύκλωσε τον κουρέα και άρχισε να τον ρωτάει, μα αυτός δεν ήξερε ούτε το όνομα εκείνου που του είχε ανακοινώσει το τραγικό νέο. Οι πολίτες αγανακτισμένοι άρχισαν να φωνάζουν: «Ο ψεύτης στην ανάκριση!», «στα Βασανιστήρια!». Ο φουκαράς ο κουρέας είχε δεθεί κιόλας στον τροχό, όταν κατά καλή του τύχη έφτασαν κάμποσοι οπλίτες που είχαν γλιτώσει από το μακελειό και επιβεβαίωσαν την τρομερή αλήθεια.
        Αναστατωμένοι οι Αθηναίοι από τη φοβερή είδηση, σκόρπισαν στα σπίτια τους για να κλάψουν τους χαμένους τους συγγενείς και ξέχασαν τον κουρέα. Κι άφησαν δεμένο τον αγγελιοφόρο των κακών ειδήσεων. Τον θυμήθηκαν αργά τη νύχτα. Αλλά όταν κάποιος ήρθε να τον λύσει, η πρώτη ερώτηση που του έκανε ο κουρέας ήταν αν υπήρχε, κάποια είδηση για τον Νικία, κι αν είναι γνωστό πως πέθανε.
         Τότε οι κουρείς ήταν ενήμεροι για όλα τα νέα και μιλούσαν για τα πάντα. «Πώς θέλετε να σας κουρέψω;», ρώτησε  ένας   κουρέας το Βασιλιά της Μακεδονίας Αρχέλαο. «χωρίς πολλές κουβέντες», απάντησε ο Βασιλιάς.
        Την ώρα  που ο κουρέας έφτιαχνε την κόμη ενός πελάτη, οι άλλοι περίμεναν τη σειρά τους φλυαρώντας για όλα. Χάρη σ' αυτό τον τρόπο ζωής, οι κουρείς έγιναν εξαιρετικά κοινωνικοί. Ήταν κατατοπισμένοι για όλα τα νέα και τα κουτσομπολιά, που τα διέδιδαν και τα ερμήνευαν όπως ήθελαν. Δεν είναι παράξενο που είχαν τη φήμη ότι ήταν φλύαροι και αθυρόστομοι.
        Αυτή η…κοινωνικότητα έχει  περάσει  μερικώς στα σημερινά κομμωτήρια.
        Ακόμη και τότε οι άντρες, όπως και οι γυναίκες, έβαφαν τα μαλλιά τους ή για να τα κάνουν πιο ανοιχτά ή για να κρύψουν τη λευκότητά τους.
        Οι Αθηναίοι για να βοηθούν το μεγάλωμα των μαλλιών τα άλειφαν με λάδι ανακατεμένο με αρωματικές ουσίες. Τον 6ο αιώνα οι άντρες είχαν μακριούς βοστρύχους, αλλά μετά τη μάχη του Μαραθώνα άρχισαν να τους κόβουν πιο κοντούς. Αργότερα, μετά τον Μέγα Αλέξανδρο, ξύριζαν τα μουστάκια και τα γένια. Οι Έλληνες δεν άφηναν ποτέ μουστάκι χωρίς γένια. Έπειτα ο κουρέας τούς περιποιόταν τα χέρια κι όταν τελείωνε έδινε στον πελάτη έναν καθρέφτη για να θαυμάσει τον εαυτό του, έτσι ακριβώς όπως κάνουν οι κουρείς στις μέρες μας.

                                 Χάνονται τα παραδοσιακά κουρεία

     Κάποτε στα  παλιά  παραδοσιακά κουρεία του Πειραιά  δούλευαν  δυο  ή και τρεις κουρείς. Τώρα μόλις και μετά βίας  βρίσκεις  έναν, από  τους λίγους στην Αττική. Και, σήμερα, κάποιοι κουρεύονται σ αυτόν ...βερεσέ, με πίστωση.
      Οι πιο πολλοί άνδρες  κουρεύονται σε γυναικεία κομμωτήρια.. Λείπουν πολλοί άνδρες κουρείς!
 Σήμερα οι περισσότεροι ξυρίζονται μόνοι τους  με πλαστικές ξυριστικές μηχανές  ή     ηλεκτρικές.
       Τα παλιά παραδοσιακά  κουρεία, λοιπόν,  εκλείπουν.
      Σπάνια  βρίσκεις κάποιο από αυτά. Ένα Χορμοβίτου και Λακωνίας  έκλεισε. Ένα άλλο Αιτωλικού και  Ραιδεστού του  Ανδρεα  Κουβαράκη  ετοιμάζεται να κλείσει και αυτό.
                     Ο Ανδρέας Κουβαράκης επί το  έργον    
                                                      
        Διατηρούνται  όμως πολλά  στην επαρχία.  Στην Καλαμάτα,  μπαρμπέρης από… κούνια, είναι  ο Κώστας Γάλλος  που έμαθε την τέχνη δίπλα στον πατέρα του, τον πολυβραβευμένο Παναγιώτη Γάλλο.
        Υπάρχουν όμως και ορισμένοι που  δημιουργούν σήμερα  παραδοσιακά κουρεία  όπως ο κ. Παναγιώτης Γρηγορίου στο Kολωνάκι.
        Παλιά  κουρεία στον Πειραιά ήταν του Αθανάσιου  Κραλιοβίτη, πατέρα του  ηθοποιού και  θεατρικού  επιχειρηματία Μπάμπη Κράλιοβιτσς  στην οδό Νοταρά, μεταξύ Γεωργίου και Σωτήρος( ως το 1975), του  Δημήτρη  Κουμπή  από τον Πόρο  στην Ακτή Τζελέπη, (σκοτώθηκε στο βομβαρδισμό του Πειραιά στις  11-1-1944),του  Ι. Δρακούλη  στην Κοκκινιά  και άλλων. Ελπίζουμε όσοι έχουν στοιχεία να μας πληροφορήσουν μαζί με ιστορίες.

              Αντικείμενα  που  κοσμούσαν  ένα  παλιό  κουρείο
                                                                         
       Διάφορα αντικείμενα  κοσμούσαν ένα παλιό, παραδοσιακό κουρείο.
       Τα σύνεργα του πρώτου κουρέα ήσαν ένα ψαλίδι, ευρωπαϊκό, ένα χτένι, μια κουρευτική μηχανή, ένα ξυράφι με ακόνι και φυλλαδώρο για ακόνισμα, μια πετσέτα, ένα κύπελλο με το πινέλο για σαπουνάδα και ένα δυο, μπουκαλάκια με κολόνια. Μερικοί είχαν και το λεγόμενο λεγένι, μια εμαγιέ λεκάνη με ημικυκλική εγκοπή στο μπροστινό μέρος, που προσαρμοζόταν στο λαιμό του πελάτη μετά το ξύρισμα - το κρατούσε ο πελάτης- και  ο μπαρμπέρης έπλενε με νερό το ξυρισμένο πρόσωπο μετά δυο του χέρια. Αργότερα όταν το μπαρμπέρικο έγινε πιο συστηματικό  προστέθηκε και η πολυθρόνα, που καθόταν ο πελάτης, καθώς και ο μεγάλος καθρέφτης απέναντι της.

                    Οι κουρείς  οδοντίατροι και πρακτικοί γιατροί
   
      Ακόμα και στην εποχή  του  1922  οι κουρείς ήταν και …..οδοντίατροι, έκαναν   εξαγωγές    δοντιών.  Επίσης έκαναν   αφαιμάξεις με βδέλλες, για να κατεβάσουν την πίεση των   ασθενών. Ηταν η εποχή που ο κουρέας φορούσε άσπρη ποδιά, απολύμαινε τη φαλτσέτα του, είχε  την  εικόνα του…….. γιατρού.
     Οσο ο  μπαρμπέρης αποκτούσε πείρα, παράλληλα με τη μπαρμπερική πρόσφερε και άλλες υπηρεσίες και προ πάντων ιατρικές, γιατί άνοιγε και απολύμαινε αποστήματα, έπαιρνε κούφιες ή και κοφτές βεντούζες, διατηρούσε σε μπουκάλι με νερό βδέλλες που χρησιμοποιούσε για να παίρνει αίμα (αφαιμάξεις) έβγαζε   με τανάλια τα χαλασμένα δόντια, γιάτρευε ανοιχτά τραύματα με την επίθεση κρασόψυχας (ψωμί ποτισμένο σε κρασί), επανέφερε με κατάλληλα τραντάγματα τα   στραμπουλιγμένα   μέλη του σώματος στη θέση τους, και σε πολλά σπασίματα ξαναταίριαζε τα σπασμένο κόκαλα και τα έδενε με καλάμια ώσπου να ξαναδέσουν.  Στην εποχή αυτή της βαθιάς αμάθειας που ο γιατρός ήταν απελπιστικά  δυσέβρετος, ο μπαρμπέρης  με τις  πρωτόγονες……   ιατρικές του  υπηρεσίες  του ανακούφιζε  τους συνανθρώπους του.
                                                                                    Βασίλης  Κουτουζής
                                                                                Δημοσιογράφος ερευνητής
                                                                                                                    27-2-12

Πηγές: Προσωπικές εμπειρίες,ιστοσελίδες ίντερνετ,  Βικιπαίδεια

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου