Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2016

Το παρόν μιας αθηναϊκής τριπλοκατοικίας, ετών 80


ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ


Πρατίνου και Αλκιμάχου, Παγκράτι. Μνήμη Μεσοπολέμου.
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Ε​​ίχα προσπεράσει μερικές πολυκατοικίες 50-60 ετών, από την εποχή της αθηναϊκής άνοιξης, όταν το βλέμμα μου σκάλωσε στη μεσοπολεμική κατοικία που βρήκα στη γωνία Πρατίνου και Αλκιμάχου. Πίσω μου, υπέρκομψες, παρά την ηλικία τους, οι πολυκατοικίες της Σπύρου Μερκούρη. Με τον φακό στο τζάμι των εισόδων τους, φωτογράφισα τα εσωτερικά τους, μοντερνιστικές φαντασίες, με μάρμαρα, μωσαϊκά, ξύλο, πλαστικό. Μαύρο, πράσινο, φωτεινό καστανό, γκρίζο με νερά, μπορντό και γαλάζιο, τα χρώματά τους. Μια αθηναϊκή λατρεία σε ένα βραχύβιο μέλλον.
Γεμάτος από το αστικό γούστο του 1960, που χρόνο με τον χρόνο βαθαίνει με μια θελκτική πατίνα, η μεσοπολεμική κατοικία στη γωνία Πρατίνου και Αλκιμάχου μού φάνηκε αρχικά παράταιρη, ξένη και ενδεχομένως ενοχλητική. Ηταν, ίσως, και η φθορά που έμοιαζε με δεύτερη επιδερμίδα, και που έδινε σε αυτήν τη διπλοκατοικία ή τριπλοκατοικία μιαν αύρα Εγγύς Ανατολής. Μπροστά μου είχα ένα κτίριο κατοικιών, χτισμένο μάλλον πριν από 80 χρόνια, από εκείνο τον απλό τύπο μιας μικροαστικής καθημερινότητας, που βλέπει κανείς και στο Κάιρο ή στην Αλεξάνδρεια, στη Βηρυτό ή στη Δαμασκό. Αν και η μήτρα του ήταν κεντροευρωπαϊκή, η εκδοχή του είχε φιλτραριστεί με την αύρα της Ανατολικής Μεσογείου. Ετσι, φάνταζε στα μάτια μου.
Και καθώς το παρατηρούσα, με το βλέμμα μου να περιεργάζεται, την ακανόνιστη και μάλλον άτεχνη μορφολογία, με τα δύο διαφορετικά έρκερ, τις προεξοχές δηλαδή με τα προτεταμένα παράθυρα και τους σκεπαστούς μασίφ εξώστες, άρχισα να μαλακώνω απέναντι σε αυτό το γηρασμένο σπίτι. Περισσότερο με συγκίνησε το παρόν του παρά το όποιο παρελθόν του, το οποίο άλλωστε περισσότερο μάντευα παρά γνώριζα. Το σπίτι είχε ζωή, σε απόσυρση, πίσω από κουρτίνες και πολύφυλλα παντζούρια. Σε ένα παράθυρο, επί της Αλκιμάχου, η τρίφυλλη μπαλκονόπορτα με το λευκό ξύλο ήταν στο κέντρο του εξώστη, με τον αρ ντεκό κυματισμό στο χρώμα ενός μεσοπολεμικού πράσινου, σαν τα κάγκελα στα παρτέρια του Ζαππείου. Φυτά, παλιομοδίτικα, σχημάτιζαν φουντωτές απολήξεις. Μια φραγκοσυκιά υπήρχε στην αριστερή άκρη.
Στην πρόσοψη της οδού Πρατίνου, οι επτά γλάστρες στο μπαλκόνι ήταν σαν μια κεραμική γιρλάντα, μπροστά από τα κλειστά παντζούρια, σε έξι πτυχώσεις, βαμμένα σε έντονο ραφ χρώμα, σαν τιρκουάζ με λίγο πράσινο. Ηταν τόσο έντονη η ανάγκη προσωπικής σφραγίδας, σε αυτά τα παράθυρα, που κατέληγε σε μια χειρονομία προς τον δρόμο σχεδόν συγκινητική. Εβλεπα, ήδη, το κτίριο αυτό με άλλα μάτια.
Και τότε πρόσεξα και τις στυλιστικές πινελιές του. Η εξώπορτα στην Πρατίνου, σε πλήρη αρ ντεκό οργάνωση, με το σφυρήλατο σίδερο στο πράσινο του Μεσοπολέμου, ήταν σαν από μονοχρωματική εκδοχή πίνακα του Μοντριάν. Και μετά είδα τα καμπυλωτά μπαλκόνια, εκείνης της αισθητικής υπερωκεανίου, και μου φάνηκε περίεργο να τα δω σε αυτό το κατά τα άλλα ταπεινό κτίσμα. Τα μπαλκόνια με τις καμπυλωτές απολήξεις είχαν τοποθετηθεί στην Αλκιμάχου σε μια τυφλή, σήμερα, όψη. Αλλά κάποτε, όταν χτίστηκε το σπίτι, τα μπαλκόνια αυτά θα είχαν απεριόριστη θέα προς τον Ιλισσό, την Ακρόπολη, την απλωσιά της Αθήνας. Εν τω μεταξύ, όμως, το διπλανό οικόπεδο χτίστηκε, και τα μπαλκόνια έμειναν δίχως ρόλο. Στάθηκα ξανά απέναντι σε αυτό το σπίτι. Δεν ξέρω αν ποτέ θα ανακαινιστεί. Είχε όμως ήδη επιτελέσει τον ρόλο του και μόνο με την παρουσία του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου