Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

Οι νοικάρηδες



Τα κεφτεδάκια που τηγανίζονταν στο καυτό λάδι είχαν ξεσηκώσει όλη τη γειτονιά. Το πιλάφι που θα τα συνόδευε είχε περιχυθεί με καυτό φρέσκο βούτυρο.
Μικροί και μεγάλοι ανάσαιναν ηδονικά τη θεσπέσια μυρωδιά τους κι οι νοικοκυρές έσκαγαν από τη ζήλια τους που αν και προσπαθούσαν δε μπορούσε καμιά τους να τις φτάσει στο μαγείρεμα.
Μάνα και κόρη είχαν εγκατασταθεί στις δυο καμαρούλες της αυλής με το κουζινάκι, που ήταν από καιρό ξενοίκιαστο. Η σπιτονοικοκυρά είχε απογοητευτεί γιατί κόντευε χρόνος που καμιά φαμίλια δεν αποφάσιζε να μείνει. Είχαν ενδιαφερθεί κάποιοι αλλά ήταν σε τόσο κακή κατάσταση που δεν καταδέχονταν να ρίξουν δεύτερη ματιά.
Τα λιγοστά ντουλάπια ετοιμόρροπα, οι κάμαρες φουσκωμένες από την υγρασία, οι σοβάδες έπεφταν συνέχεια κι οι σακατεμένες πόρτες έτριζαν ακόμα και κλειστές. 
<<Μήτε για σταύλος δεν κάνει, όχι που ζητάει και νοικάρηδες>>έλεγαν όλοι στη φτωχογειτονιά.
Ανύπαντρη και σε προχωρημένη ηλικία η ιδιοκτήτρια, ζούσε από τις συντάξεις που έπαιρνε. Ως ελεύθερη κόρη έπαιρνε του πατέρα της όταν συχωρέθηκε αλλά είχε και τη δική της. Από μικρό κορίτσι δούλευε στο εργοστάσιο κι όπως ήταν τσιγκούνα είχε κάνει γερό κομπόδεμα. Έστηνε τσουκάλι με ο,τι φτηνότερο έβρισκε στην αγορά. Βολευόταν με τα ρούχα που φορούσε η μάνα της από νέα κι είχε αγοράσει ελάχιστα καινούργια από τα παζάρια. 
<<Για να τη θυμάμαι... Τόσα χρόνια πάνε που την έχασα και δεν περνάει μέρα που να μη την σκεφτώ... Αχ η ζακετούλα της...>>
Είχε σπίτι προικώων από τους γονείς της, απέκτησε και το γειτονικό από μια γιαγιά που φρόντιζε πριν πέντε περίπου χρόνια, μια και δεν είχε κανένα συγγενή κοντά να της παρασταθεί. Απεβίωσε κι αφού την ανάπαυσε δηλώνοντας ότι είναι άπορη για να μην ξοδέψει λεφτά, το συγύρισε και βρέθηκε μια οικογένεια να μείνει. Όταν ο πατέρας βρήκε και δεύτερη δουλειά, το επιπλέον μεροκάματο τους επέτρεψε να μείνουν κάπου καλύτερα. Από τότε σάπιζε, χωρίς φροντίδα.
Το εισόδημα από το χαμόσπιτο ασφαλώς και το ήθελε, όμως δεν ήταν διατεθειμένη να πληρώσει για να επισκευαστεί.
<<Για τέτοια τώρα δεν είμαι... Να πλερώσω τόσες χιλιάδες για να μπούνε οι άλλοι σαν κύριοι; Ας βρεθούνε νοικάρηδες και θα το αφήσω φτηνά παρά να πέσει με τα χρόνια... Όσα και να πάρω, κάτι είναι κι αυτά, δύσκολη η ζωή...>>
Όταν η οικογένεια της Ευρύκλειας έφθασε στην Ελλάδα, είχε ήδη αποφασίσει να βολευτεί κάπου, ώστε να μη δίνουν υψηλό ενοίκιο. Ο άντρας της ψάχνοντας και ρωτώντας είδε το σπίτι αλλά κι εκείνος δικαίως απογοητεύτηκε.
- Για τσι παράδες μας τι περίμενες; Μια κάμαρη ούλη κι ούλη με το κουτσινάκι μέσα, αυτό δίνουνε στο παραπάνω σοκάκι... 
- Αυτό με τσι δυο κάμαρες πολύ θα με άρεσε! Έχει και την αυλή για τσι ζέστες να ραχατίζουμε...
- Ούλα του καλά και μοναχικό, αλλά...
- Μπρε πασά μου, μήπως να το ειδώ κι εγώ και να σ' ειπώ την ιδέα μου; 
- Ο,τι νομίζεις... Αλλά εγώ σ' είπα που έχει τα χάλια του! 

Η αυλόπορτα ήταν πάντα ανοιχτή και μπαινόβγαιναν τα παιδιά της γειτονιάς παίζοντας κρυφτό.
Η Ευρύκλεια άνοιξε το ρημαγμένο παντζούρι κι όταν ο ήλιος πέρασε προσκεκλημένος μετά από τόσο καιρό, είδε την άθλια κατάσταση που επικρατούσε. Αντί όμως να το βάλει στα πόδια, άφησε τη φαντασία της να ταξιδέψει... Είδε εκεί στημένο το νοικοκυριό τους. 
- Έτσι κι ηφύγουνε τα φουσκώματα απ' τσι τοίχοι και το ταβάνι κι ασπριστεί... Κι άμα ητριφτούνε καλά οι πόρτες και τα παραθύρια... 
- Δουγειά πολύ έχει γυναίκα, άστο...
- Ας έχει! Η αδερφή σου δε μας ήδιωξε, τόπο να μείνουμε έχουμε! Θα τσ' ημαζώξουμε ούλοι για τα μερεμέτια και στο μήνα θα σισταριστεί! Να ιδούμε πριχού την απόφαση πόσοι παράδες θέλει η νοικοκιουρά. Άστο απάνω μου.
Οι γείτονες κοιτούσαν με απορία το ζευγάρι που χάζευε το παλιόσπιτο.
Η πιο θαρρετή έτρεξε στην ιδιοκτήτρια και της τα πρόλαβε.
- Πήγαινε γρήγορα να δεις, μπορεί να είναι το τυχερό και να το νοικιάσεις! Πολύ καλοί φαίνονται!
Μπροστά εκείνη και πίσω η γειτόνισσα που απορούσε για το πώς οι τόσο καθαροί και νοικοκυρεμένοι άνθρωποι πέρασαν τόση ώρα εκεί μέσα, τους πρόλαβαν στην πόρτα.
- Η αλήθεια είναι ότι ο άντρας μου δε θέλει... Του είπαν ότι είναι κι άδειο τόσο καιρό, είναι στα χάλια του βέβαια. Έχομε και δυο παιδιά ηξεύρετε... Θα σας ειπώ την ιδέα μου κι εσείς όπως νομίζετε... 
Μείον τα πέντε αρχικά ενοίκια για τα έξοδα της επισκευής και το μηνιαίο ποσό συμφωνήθηκε.
Η γειτόνισσα τη σκούνταγε με τον αγκώνα της γιατί "μίλησε με την τύχη της" όπως της είπε αργότερα πίνοντας καφέ.

Κι άρχισαν οι χοντροδουλειές χάρη στα άξια χέρια τους.
Κουνιάδοι, ανίψια και ξαδέρφια βοηθούσαν μ' αβαρεσιά καθημερινά σκαρφαλωμένοι στις αυτοσχέδιες σκάλες που έφτιαξαν μαζεύοντας ξύλα και μαδέρια. Η Ευρύκλεια έτριβε με τις ώρες τα παντζούρια για να φύγει η μεγάλη φθορά πάνω από το παμπάλαιο γκρι χρώμα τους κι ο άντρας της τα μερεμέτισε για να μανταλώνουν. Σειρά είχαν οι πόρτες, όσο έφτανε το χέρι της. Ο γεροδεμένος ανιψιός τους ο μεγάλος κατάφερε να τις βγάλει και λάδωσε καλά τους μεντεσέδες. Θα τα έβαφαν με λαδομπογιά, όπως και την κουζίνα. Σε λιγότερο από δυο μήνες κατάφεραν να του δώσουν άλλη όψη. Η ιδιοκτήτρια έτριβε τα μάτια της βλέποντας την τεράστια αλλαγή.
<<Μωρέ μπράβο θέληση! Αγνώριστο έγινε! Ποιος να μου το 'λεγε;>>
Με το τσεμπέρι προσεκτικά δεμένο στο κεφάλι, κατάφερε να διατηρεί τα μαλλιά της καθαρά η Ευρύκλεια. Κάθε βράδυ αποκαμωμένη από την κούραση το έπλενε χωρίς να παραπονιέται.
Τελευταία άφησαν την αυλή και το αποχωρητήριο. Μια βρομερή τρύπα για τις φυσικές ανάγκες  αφού εξυπηρετούσε κι όλα τα παιδιά που μαζεύονταν από την περιοχή για να παίξουν μπάλα με τα γειτονόπουλα. Τα πιο δυνατά καθαριστικά της εποχής στάθηκε αδύνατο να της αλλάξουν χρώμα, αλλά βοήθησαν στο να διαπιστώσουν ότι ήταν σπασμένη. Αναγκάστηκαν να την αντικαταστήσουν αφού έτριψαν κι εκεί καλά τους τοίχους που έζεχναν κι έβαλαν καινούργιο ελενίτ πετώντας το σπασμένο.
Η αυλή άστραψε από το ασβέστωμα. Την ώρα που η Ευρύκλεια βγήκε με τον κουβά στο πεζοδρόμιο, άκουσε φωνές από το απέναντι σπίτι. Ο μικρός γιος της γειτόνισσας παραμιλούσε κι έκανε σπασμούς από τον υψηλό πυρετό όπως άκουσε κι η μητέρα του σε άθλια κατάσταση νόμιζε πως το χάνει. 
- Ο γιατρός λείπει! Χτυπούσα και δεν ήταν κανείς μέσα!
- Άχου! Πάει το παιδί! 
Η Ευρύκλεια έτρεξε πετώντας στην πόρτα το τσεμπέρι και την ποδιά. Παρηγόρησε τη μάνα και προσπάθησε να την ηρεμήσει.
- Ησύχασε κόρη μου και θα σ' ειπώ τι θέλω, ηξεύρω απ' αυτά!
Ζήτησε λεκάνη με νερό και πετσέτες. Έγδυσε το παιδί που σπάραζε και το έβαλε μέσα στο δροσερό νερό. Η μάνα κι όσες είχαν μαζευτεί εκεί, έβαλαν τις φωνές.
- Τι κάνεις κυρά μου; Πνευμονία θες να πάθει;
- Σους! Ηξεύρω τι κάμω σας είπα! Ένα κανάτι φέρτε με!
Το βάφτισε μέσα στη λεκάνη. Το νερό έπεφτε στο ζεματιστό κεφαλάκι κι άρχισε να τρέμει το κορμάκι του. Έκλαιγε με λυγμούς αλλά δεν παραμιλούσε πλέον. Ζήτησε φρέσκο νερό και το τύλιξε με τις πετσέτες.
- Το θερμόμετρο δώσε με!
Η θερμοκρασία του είχε πέσει προσωρινά κι οι σπασμοί άρχισαν να υποχωρούν στο δεύτερο μπάνιο. Έβρεξε καλά τις πιο χοντρές πετσέτες και τύλιξε τα πόδια και το κεφάλι. Κόλλησε το αυτί της στο στήθος του και χαμογέλασε.
- Θαρρώ που δεν έχει πάρει κρύο. Φέρε μου κουταλάκι να ιδώ τα λαιμά του, άμε κόρη μου.
Κατακόκκινος ο λαιμός του μικρού, έδειξε στην πεπειραμένη γυναίκα ότι εκεί ήταν το πρόβλημα. 
- Το νεράκι ρίχνει κομμάτι τη θέρμη για ολίγην ώρα κι ηγλυτώνει το χειρότερο. Ίσα με να βρεθεί ο γιατρός και να έρτει, θα υπάγω στη σπετσαρία γλήγορα για τα πρεπούμενα. 
Οι γυναίκες αλληλοκοιτάχτηκαν. 
- Ποια είναι αυτή καλέ;
Όταν την είδαν να καταφθάνει με σύριγγα και σκονάκια, κατάλαβαν ότι εννοούσε το φαρμακείο. 

- Ο Θεός να την έχει καλά που έσωσε το παιδάκι μου!
- Με το που είδα να το βάζει στο νερό, τρελάθηκα!
- Εγώ να δεις! Μου ήρθε να τη δείρω μέσα στον πόνο μου άμα είδα τέτοιο πράμα!
- Και την ένεση που του έκανε, κιχ δεν έβγαλε!
- Και να ξημερωθεί εδώ η γυναίκα, μ' όλη την κούραση που είχε; Με το πρώτο λεωφορείο πήγε σπίτι της, αξημέρωτα! Σε δυο ώρες ήρθε πάλι εδώ με τα μαντζούνια για τα λαιμά του, πόσες καραμέλες για να τον καλοπιάσει που είναι πικρό το φάρμακο και την αλοιφή. Μόνη της τη φτιάχνει κι αυτή κι από χρόνια γιατροπορεύει κόσμο! 
- Χρυσά τα χέρια της! Δεν είδες πώς έφτιαξε το σπίτι; Έριξε δουλειά σαν δυο άντρες! 
- Τυχερή η γεροντοκόρη που της φτιάξανε το αχούρι, μη το συζητάς! Την άλλη βδομάδα που ξεμπαρκάρει ο άντρας μου κι όλο και κάτι μου φέρνει, θα της κάνω ένα δώρο αφού δεν πήρε φράγκο για ο,τι έκανε στο παιδί. Αλλά κι αυτή η συμπαράσταση, δεν ξεπληρώνεται! 
Με τις ενέσεις, το αντιπυρετικό σκονάκι και τα βότανα με το μέλι, ο μικρός έγινε περδίκι! Η φήμη της άρχισε ν' απλώνεται και στις πέρα γειτονιές. Όταν εγκαταστάθηκαν πια στο σπίτι, είχε ήδη αποκτήσει αρκετή πελατεία.
Όσα έβγαζε τα έριχνε σ' ένα πουγκί που έκρυβε στο μπαούλο. Όπου έβλεπε φτωχούς ανθρώπους που υπέφεραν, αγόραζε τα φάρμακα και το καθημερινό τους γάλα, κρυφά απ' τη φαμίλια της. Τα ψυχικά που κάνουμε, μόνο εμείς πρέπει να τα ξέρουμε. Όλος ο κόσμος είχε τον καλό λόγο για την εξαιρετική γυναίκα. Ο άντρας της δούλευε στη φάμπρικα από τις έξι το πρωί ως το απόγευμα. Αφού έμπαινε στη φωτιά ο τέντζερης καθημερινά κι είχαν να φάνε, δόξαζαν το Μεγαλοδύναμο. 
Το φτωχικό σπιτάκι τους έλαμπε από την πάστρα. Φιλόξενοι άνθρωποι, δέχονταν τους συγγενείς στην "καλή κάμαρη" το χειμώνα και στην αυλή το καλοκαίρι. Φορτωμένη λουλούδια και βότανα στους πολύχρωμα βαμμένους τενεκέδες, μοσχοβολούσε. Όλη σχεδόν η γειτονιά είχε απολαύσει τον παχύ καφέ και τα ρετσέλια της.
Στα τέσσερα χρόνια ο πατέρας αρρώστησε βαριά. Υπέφερε χρόνια από τα πνευμόνια του κι η σκληρή δουλειά επιβάρυνε την κατάστασή του. Αδυνάτισε πολύ και η καρδιά του όπως είπαν οι γιατροί που τον εξέταζαν και του έδιναν τα κατάλληλα φάρμακα για να συντηρείται. Η Ευρύκλεια κλεινόταν στο κουζινάκι κι έκλαιγε με μαύρο δάκρυ. Είχε εμπειρία από τόσους ασθενείς που έβλεπε όταν τον έπιαναν κρίσεις και μπαινόβγαιναν στο νοσοκομείο και καταλάβαινε ότι το "φευγιό του" ζύγωνε κι ο,τι κι αν έκανε δε μπορούσε ν' αλλάξει τη μοίρα...

Μάνα και κόρη ντύθηκαν στα μαύρα. Ο γιος φορούσε το πένθος στο μανίκι και δεν έβγαινε να παίξει με τα παιδιά της γειτονιάς.
Στην αυλόπορτα είχαν κρεμάσει μοβ πανιά και στην αυλή έβγαιναν μόνο για να καθαρίσουν. 
Η ιδιοκτήτρια που φοβήθηκε μη χάσει τα νοίκια αφού ο πατέρας πέθανε κι έμεινε η μάνα με τα ορφανά, άρχισε να τρώγεται.
- Πάλι νερά με τους κουβάδες ρίχνουν αυτές; Θα σαπίσει το σπίτι! Να τους δώσεις σαπουνάδες και να τους πάρεις την ψυχή! Τώρα θα βγει η κόρη και στην πόρτα, το φάγανε το σκαλί! 
- Αν πεις πια αυτός ο καμπινές, έχει στενάξει! Κουβαλάνε συνέχεια τις κατσαρόλες με τα ζεστά και τα κρύα νερά κι οι ατμοί βγαίνουν από το παραθυράκι μες στο χειμώνα! Η μια πλένεται κι η άλλη απ' έξω πόση ώρα περιμένει με τις πετσέτες! Όσο να σκουπιστεί καλά, φέρνει και δυο κουβέρτες να τυλιχτεί απ' το κεφάλι! Κείνα τα σκοινιά θα πέσουνε κάτω από τις μπουγάδες κάθε μέρα! 
- Αμ δεν τα βλέπω; 
- Και τα κουρτινάκια κάθε τόσο μη και χάσουνε την ασπρίλα τους...
- Αμ τα πλεχτά; Χάζι τα έκανα στο ράφι άμα ανάβανε το φως!
- Τώρα που έχουνε κλειστά τα παντζούρια της σάλας δε φαίνεται τίποτα... Και τη μέρα το φως ανάβουνε για να μπούνε. 
- Από τα σαράντα και μετά θα τα ανοίξουνε πια...
- Κρίμα τον άνθρωπο που έφυγε κι άφησε πίσω του χήρα κι ορφανά...
- Πώς θα τα βγάλουνε πέρα... 
- Άξια γυναίκα η Ευρύκλεια, αγωνίζεται η καημένη...
- Να μη πεινάσει κι αυτή και τα παιδιά, αυτό να λέμε!
- Δε μου λες, σου μυρίζει άμα μαγειρεύουνε;
- Ε κι εσύ, μια πόρτα είμαστε!
- Σήμερα τι είχανε; 
- Πατάτες και κουνουπίδι. Χτες αυγά και προχτές μπιζέλια. 
- Κι εγώ μπιζέλια έχω σήμερα.
- Τα κολοκύθια γιαχνί με κρεμμύδι έχει καιρό να μαγειρέψει...
- Πώς θα φτιάχνει; ρώτησε η πιο λαίμαργη.
- Κόβει τα κρεμμύδια όπως στη σαλάτα και τα ρίχνει στο λάδι με λίγη ζάχαρη. Τα κολοκυθάκια στα δυο και μετά κομματάκια μικρά, τα ρίχνει να τσιγαριστούνε κι αυτά. 
Μετά ντομάτα και λίγο πελτέ, αλάτι, πιπέρι, μια στάλα κανέλα και νερό ίσα να τα σκεπάζει.
Πολύ ωραίο γίνεται, μένει με τη σαλτσούλα του, βουτάς και ψωμάκι!
- Πάλι καλά που έχουνε να φάνε... Για να δούμε, θα μου δώσει η Ευρύκλεια το νοίκι στην ώρα του; 
Η άλλη γειτόνισσα που δεν την πολυχώνευε, πήρε το μέρος τους.
- Κάνε κι εσύ υπομονή, αμαρτία είναι χήρα γυναίκα με δυο παιδιά... 
- Ε, καλά, δε λέω, αλλά...
- Και να πεις ότι τα έχεις ανάγκη; Μόνη σου είσαι, ούτε παιδιά ούτε σκυλιά δεν έχεις, τα λεφτουδάκια σου σε φτάνουν μια χαρά! Έτσι που το φτιάξανε και χρόνο παρά χρόνο ασπρίζουνε τις κάμαρες κι όλη την ώρα την αυλή, μεγάλο καλό σου κάνανε! Εγώ στη θέση σου τίποτα δε θα τους έπαιρνα, έτσι κι αλλιώς ρήμαζε το σπίτι... 
- Άμα το είχες εσύ, ας το χάριζες κιόλας!
Τυπική η μάνα, έστειλε το γιο της με τα λεφτά στο χέρι, χωρίς να καθυστερήσει ούτε μια μέρα.
Οι γειτόνισσες τις είχαν από κοντά. Η μητέρα του παιδιού που είχε σώσει τότε η Ευρύκλεια, δεν ήθελε να τις αφήσει να στήσουν τσουκάλι τις πρώτες μέρες.
- Έχεις τον πόνο σου, άσε με να σου σταθώ κι εγώ κυρά Ευρύκλεια. Πού όρεξη για μαγειρέματα, βλέπω και το κορίτσι σου με τα ματάκια κλαμένα συνέχεια, άστο κι αυτό... Μη με παρεξηγήσεις, αλλά σε νιώθω πολύ δικό μου άνθρωπο.
Η Ευρύκλεια της έδωσε χίλιες ευχές αλλά δεν δέχτηκε.
- Φοβούμαι για τα παιδιά και τον κόσμο, μη κι ηνομίσουνε πως επειδής ηπέθανε ο πατέρας τους δεν έχομε να φάμε κι η γειτονιά μας ζει... 
- Αυτά να μη τα βάζει ο νους σου! Τέτοιο πράμα δεν σκέφτηκα κι άμα θέλω κάτι να σου φέρω έχω τον τρόπο! Εσύ έχεις θρέψει τα παιδιά μας με τις μπουγάτσες, τους χαλβάδες και τις πίτες σου! Όλο στο δρόμο έβγαινες και τα φίλευες μαζί με τα δικά σου που παίζανε! Ξεχνάς την τσανάκα με το ρυζόγαλο που έβαλες στην αυλή με οχτώ κουτάλια για να φάνε; Η γκαζιέρα σου όλη μέρα αναμμένη και ποια από όλες μας δεν έφαγε στην αυλή σου;
Με το έτσι θέλω τους πήγε τα πιάτα, κρυμμένα καλά κάτω από τη ζακέτα που κρατούσε στο δεξί της χέρι.
- Θα κάνω και λουκουμάδες να φάνε τα παιδιά! Να τους πεις να έρθουν στο σπίτι αφού λόγω του πένθους δε μπορώ να τα φέρω εδώ. 
- Να 'σαι καλά κόρη μου και να έχεις πάντα ούλα τα καλά! Ζωή και χρόνια ηβλοημένα με τσι χαρές στο σπίτι σου! 

Τα χρόνια περνούσαν με τις δυο γυναίκες μόνες.
Ο γιος είχε βρει δουλειά στις επισκευές και σε λίγους μήνες μπαρκάρισε για να μαζέψει πιο πολλά λεφτά.
- Μάνα μου, εσένα και την αδερφή μου μ' άφηκε ο πατέρας! Άμα ήτουνε στη ζωή, τόση ανάγκη δε θα είχαμε... Αφού ήφυε κείνος, δικιά μου δουγειά είναι να σας ζήσω όσο πιο καλά ημπορώ... Το ψωμί δε μας ήλειψε, όμως ούλη τη μέρα κάμεις αγώνα για μερικοί παράδες κι η αδερφή μου πίσω στο σπίτι σισταρίζει και στήνει τον τέντζερη. Προικιά θέλει στο γιούκο για να βγει νύφη άμα έρτει η ώρα τση... 
- Ναι μπρε γιόκα μου, αμά είσαι ακόμα μια στάλα άθρωπος για να σ' ηφάνε οι θάλασσες... Κομμάτι να μεγαλώσεις, τα μυαλά σου να πήξουνε κι ηβλέπεις τι θα κάμεις... 
- Άντρεψα αφ' την ώρα που ο μπαμπάς μου ήφυε! Κι ηβαρέθηκα να τσι ακούω να με λένε τ' ορφανό και να μετράνε τσι λίγοι παράδες που με δίνουνε, άμα φτάνουνε για να ζήσουμε! Μην ειπώ και για τη νοικοκυρά που στέκει στο παραθύρι τση ωσότου να τση πάμε το μηνιάτικο!  
- Αχ παιδάκι μου, έτσι είναι ο κόσμος... 
- Μη γνοιάζεσαι για τίποτις μάνα, ούλα καλά θα πάνε!
 Θρήνος κι οδυρμός στο σπίτι αλλά δε γινόταν αλλιώς. Η απόφαση είχε παρθεί. Με τον καιρό συνήθισαν την απουσία του...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου