Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2016

Στο δροσερό και μαγευτικό Αμαρούσι… με το ωραίο του νερό




Οι ρεπόρτερ της «Βραδυνής» βάλθηκαν να ερευνήσουν σε βάθος τα του Αμαρουσίου. Μαζί τους και ‘μεις, μαθαίνουμε τόσα ενδιαφέροντα για το όμορφο αυτό χωριό εκείνης της παλιάς εποχής. 

«-Στο καλό παιδιά μου, κι’ ότι κι’ αν είσαστε εμείς μια φορά το φόρο τον έχομε πληρώσει στο δημόσιο.

Η απλοϊκή ταβερνιάρισσα του Μαρουσιού δεν ήθελε κατ’ ουδένα τρόπο να πιστεύση ότι είμεθα δημοσιογράφοι. Ούτε λίγο ούτε πολύ μας είχεν εκλάβει για φορατζήδες. Έτσι στη συζητησούλα που ανοίξαμε μέσα στο μαγαζάκι της γύρω από μια μισή μαρουσιώτικης ρετσίνας, η αγαθή γυναικούλα που μας σερβίριζε απαντούσε με μεγάλη επιφύλαξη στις ερωτήσεις μας.

Ο χαρτοφύλακας του σκιτσογράφου, ο συνοφρυωμένος συνάδελφος που μας έκανε παρέα, ο ξαφνικός ερχομός μας ντάλα μεσημέρι στο φτωχικό μαγαζάκι κάθε άλλο παρά ευνοϊκά μπορούσαν να διαθέσουν μια γυναικούλα του λαού με την απλοϊκή της μανταλιτέ και την έμφυτη δυσπιστία της προς τους ξένους που δέκα φορές έρχονται για να πάρουν και μία για να δώσουν.

Έτσι δεν μπορέσαμε να βγάλωμε και πολλά πράγματα από το πρωτότυπο ρεπορτάζ μιας ταβερνιάρισσας. Με το τσιγκέλι τα λόγια της. Μετρημένα. Όλα τάφερνε μαύρα και δύστυχα. Και σκεφθείτε πως εμείς πηγαίνοντας για ένα διασκεδαστικό ρεπορτάζ δεν πιστεύαμε να αναγκαστούμε να μιλήσωμε έτσι από την αρχή για την οικονομική κρίσι.

Αλλά το φαινόμενο είνε τόσο στυγνό τόσο πιεστικό πάνω στα στήθη των λαϊκών τάξεων, τόσο συνυφασμένο με όλες τις εκδηλώσεις της ζωής μας ώστε είμεθα υποχρεωμένοι να το αντικρύζωμε παντού. Για τους λόγους τούτους ακούσαμε την αγαθή κυρά-Θεμιστοκλήνα να μας λέη ότι είνε τρία χρόνια πώχει να νοικιάση το σπίτι της καλοκαίρι.

-Και δεν ζητάμε πολλά πράμματα παιδί μου, προσέθεσε.

-Καμμιά πεντακοσαριά δραχμές το μήνα τρία δωμάτια και κουζίνα. Αλλά πού; Κανείς δεν φαίνεται. Κι’ όμως τον φόρο τον πληρώνομε τακτικά στο Δημόσιο.

-Το μαγαζάκι όμως θα δουλεύη κυρά μου, έ;

-Τίποτα δεν κάνουμε. Άλλοτες όλος ο κόσμος ήξερε του Βοργιά την ταβέρνα. Τώρα ούτε γλεντζέδες έρχουνται ούτε κανείς.

Αυτά ήταν τα μόνα λόγια που αποσπάσαμε από την αμίλητη ταβερνιάρισσα. Απλά λόγια. Και αυτά καθ’ εαυτά και στον τρόπο που λεχθήκανε χαρακτηριστικά της φτώχειας που δέρνει τις λαϊκές τάξεις και που δεν μπορεί κανείς να δή ούτε στην Κηφισιά, ούτε στη Γλυφάδα, ούτε στον Πόρο, ούτε σε κανένα από τα κέντρα παραθερισμού της αριστοκρατίας μας. Απλούστατα γιατί το Μαρούσι κι’ ως προς τους ντόπιους κι’ ως προς τους παραθεριστάς δεν συγκεντρώνει παρά μικροαστική τάξι. Την τάξι δηλαδή που κυρίως υφίσταται τα αποτελέσματα της οικονομικής δυσχέρειας. Γι’ αυτό κι’ η νέκρα είνε γενική. Τα κέντρα καφενεία, ζυθεστιατόρια κλπ δεν έκαμαν ούτε πέρυσι, ούτε φέτος ελπίζουν να κάμουν σπουδαίες δουλειές.

-Αν πάη έτσι το πράμα, μας είπε ο διευθυντής ενός ζυθεστιατορίου της πλατείας Φιλελλήνων της ωραιότερης πλατείας του χωριού, αντίο Γλαρέντζα… Τώρα μάλιστα γίνεται κι’ ένα νέο κέντρο εδώ απέναντι στο αλσύλλιο της κοινότητος και που νοικιάστηκε 16000 σε κάτι ομογενείς από την Αμερική… Ας τους ευχηθούμε να κάμουν καλλίτερες δουλειές από μας. Αν τραβήξουν κόσμο ούτε μείς θάχουμε να χάσωμε.

-Τι θα είνε αυτό το κέντρο;

-Μα… δεν ξέρω. Πιο πολλές λεπτομέρειες θα μάθετε στα γραφεία της κοινότητος.

Αβάντι λοιπόν για τα γραφεία της κοινότητος. Αρχίζει όμως να σουρουπώνη και η κίνησις του χωριού να ζωντανεύη. Γραφική κίνησις επαρχιακής πόλεως με τα σουρουπώματα κάτω από τα πεύκα της οδού «Αρτέμιδος της Αμαρουσίας». Παρέες από κοριτσόπουλα και εφήβους βολτάρουν και ααληλοπειράζονται…

Η τελευταίες ηλιακές ακτίνες, η μυρωδιά των ανθέων των πορτοκαλιών, το πράσινο φόντο των απέραντων κήπων προσδίδουν κάποιαν ιδιαίτερην αγνήν ρωμαντικότητα στην ατμόσφαιρα του χωριού που μοιάζει τόσο λίγο με την ατμόσφαιρα των αριστοκρατικών κέντρων και που αποτελεί το άπαντον ενός ήσυχου ευτυχισμένου παραθερισμού μακρυά από κάθε θόρυβο και φασαρία.

Το γραφειάκι της κοινότητος εξ άλλου, χαριτωμένο κομψότατο, περιποιημένο εξωτερικώς και εσωτερικώς δίδει ένα συμπληρωματικό τόνο στη νοικοκυρευμένη ζωή του χωριού.

Μπαίνοντας ρωτάμε:

-Ο κ. Πρόεδρος;

-Είνε στα μελίσσια, μας απαντά ένας συμπαθέστατος κύριος. Μια απόδειξις του γεγονότος ότι ο πρόεδρος του χωριού δεν είνε κανένας αργόσχολος θεσιθήρας, επαγγελματίας «κ. Πρόεδρος».

Ο κύριος που μας υποδέχεται είνε ο γραμματεύς κ. Αλευρούσης. Πρόθυμος να υποβληθή σε δημοσιογραφική ανάκρισι.

-Λοιπόν για το κέντρον…

-Της πλατείας Φιλελλήνων;

-Μάλιστα.

-Θα γίνη ελπίζομε κάτι καλό. Να ένα μικρό μοντέρνο κέντρο που την ανοικοδόμησί του ανέλαβε μια εταιρεία από Αμερικανούς. Θα γίνη εκεί όπου το αλσύλλιον και ελπίζομε ότι θα καταστή δυνατόν να λειτουργήση κατά τα μέσα του καλοκαιριού. Οι Αμερικάνοι μας υπόσχονται πολλά. Μείς τους συστήσαμε να προσέξουν στο ζήτημα των τιμών. Να μη ανεβάσουν τας τιμάς των ποτών και των φαγητών στα επίπεδα που βρίσκονται σ’ άλλα προάστεια γιατί ο κόσμος έχει φτώχεια τώρα…

Κι’ εδώ λοιπόν η φτώχεια. Ας είνε.

-Κύριε Αλευρούση, δε μας λέτε μήπως έχετε κάμει καμμιά στατιστική των ξένων που έρχονται κάθε καλοκαίρι στο χωριό σας.

-Πλήρη στατιστική όχι. Τούτο δε γιατί δεν είνε εύκολο. Σε προχείρους όμως υπολογισμούς στηριζόμενος, μπορώ να σας πώ ότι χρονιά με τη χρονιά ο αριθμός ποικόλλει από 4-5000 άτομα. Είμεθα ευχαριστημένοι. Απ’ τους παραθεριστάς κερδίζει και η κοινότης γιατί αυξάνει η κατανάλωσις των τροφίμων, τα εισοδήματα των ιδιοκτητών οικιών που νοικιάζονται κ’ έτσι αι εκ των φόρων πρόσοδοί μας είνε αρκετά ικανοποιητικαί.

Έπειτα έχομε και το νερό. Εισπράττει η κοινότης απ’ αυτό 400.000 δρ το χρόνο.

-Τετρακόσιες χιλιάδες; Σαν πολλές…

-Είνε αρκετές. Ένα μεγάλο έσοδο. Προέρχεται από την τεσσαρακοντάλεπτο φορολογία κάθε στάμνας νερού που φεύγει για την Αθήνα ή τον Πειραιά.

-Πόσες δηλαδή στάμνες Αμαρουσιώτικου νερού καταναλίσκει η Αθήνα με τον Πειραιά;

-Κανένα εκατομμύριο… Κι’ όλο αυτό το νερό αντλείται από την «Αμαρυσία» πηγή, αυτήν ακριβώς που είνε στην κεντρική πλατεία.

-Τα ενοίκια πως πάνε κ. Αλευρούση;

-Η τιμές δεν είνε και πολύ ικανοποιητικές. Μπορείτε π.χ. να βρήτε σπίτι με 4-6 δωμάτια από 2-300 δρx το μήνα.

-Που αποδίδεται κυρίως την πτώσιν των ενοικίων;

-Αφ’ ενός μεν εις την κρίσιν, αφ’ ετέρου δε εις την δυσφήμισιν του Μαρουσιού ως διαμονής φυματικών. Δια την δυσφήμισιν αυτήν έχομεν λάβει όλα τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να παύση ο κόσμος να νομίζη ότι το Μαρούσι είνε διαμονή φυματικών. Γι’ αυτό ακριβώς κατεδαφίζομε τις παράγκες της Μαγκουφάνας που είνε μια μεγάλη εστία μολύνσεως. Εξ άλλου και οι κάτοικοι λαμβάνουν κάθε μέτρον δια την προστασίαν των τα δε ξενοδοχεία έπαυσαν να δέχωνται φυματικούς.

Θα κάμωμε το Μαρούσι ένα από τα υγιεινότερα προάστεια των Αθηνών…

Δεν μένει παρά να ευχηθώμεν την πραγματοποίησιν της υποσχέσεως αυτής. Αξίζει το Μαρούσι ένα καλλίτερον μέλλον».

(«ΒΡΑΔΥΝΗ» 1931. Τ. Δέλας )  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου