Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

Το ΕΑΜ οργανώνει απεργία στην Αστυνομία

Από την κατοχική Αθήνα. Το ΕΑΜ διέθετε ισχυρή οργάνωση στους αστυνομικούς της Τροχαίας, που πρωτοστάτησαν στην απεργία του 1943 (Φωτ. Β. Μαθιόπουλου, από τα Γερμ. Αρχεία).
23 Ιούνη 1943. Εντολή του γραφείου του ΕΑΜ Αστυνομίας. «Από της 6ης πρωινής της 23 Ιουνίου 1943 οι κατώτεροι αστυνομικοί υπάλληλοι των αστυνομικών διευθύνσεων Αθηνών και Πειραιώς κατέρχονται σε απεργία διαρκείας για τη λύση των προβλημάτων τους» Έχουν περάσει 40 χρόνια από αυτή την πρωτάκουστη απεργία. Έμεινε άγνωστη και ξεχασμένη παρά την εξαιρετική ιδιαιτερότητα της και ίσως ακριβώς γι' αυτή. Οργανωμένη από το ΕΑΜ μεσ' τα χρόνια της κατοχής και με συμμετοχή 100% είναι σίγουρα ένα γεγονός μοναδικό στις πολλαπλές διαστάσεις του. Τα γεγονότα, σφραγισμένα από το κλίμα της εποχής, εξελίχτηκαν ραγδαία. Δεκαπέντε μέρες πριν από την απεργία εκπρόσωποι της οργάνωσης του ΕΑΜ, σε εβδομαδιαίες συγκεντρώσεις βαθμοφόρων, είπαν στους διοικητές τους: «Ενδιαφερθήτε για τους αστυφύλακες. Πεινάνε. Προχωρήστε στη λύση του βασικού αυτού προβλήματος, αφήσατε τις διώξεις και καταπιέσεις γιατί δεν είναι μακριά ο καιρός που θα βρεθούμε αντιμέτωποι στο πεζοδρόμιο μ' αυτούς». Για τις ειδικές συνθήκες που δικαιολογούσαν αυτή την εκτίμηση του ΕΑΜ για τους αστυνομικούς, ο Χ. Παπαναστασίου γράφει: «Λόγω της πλήρους εγκαταλείψεως των κατωτέρων από τους ανωτέρους οι οποίοι κώφευαν στις διαμαρτυρίες των, στις ανάγκες, στη δυστυχία των οικογενειών των, γιατί οι προϊστάμενοι είχαν βρει τον τρόπο ν' αντιμετωπίζουν το δικό των πρόβλημα, και μάλιστα λίγοι απ' αυτούς είχαν μετατραπεί σε τυράννους, μπροστά στην πείνα και την εξαθλίωση, στις καθημερινές λιποθυμίες, μπροστά στην εξουθένωση και από το αίσθημα καθαρώς της αυτοσυντηρήσεως, εξεδηλώθησαν τάσεις επικίνδυνες. Έλαβον χώραν πράξεις ποινικώς κολάσιμες, ιδιαίτερα εκβιασμοί, σ' όσους μετέφεραν λίγα τρόφιμα ή όσπρια από την επαρχία, πουλώντας τον ρουχισμό και την επίπλωση του σπιτιού των, για να σώσουν τα παιδιά των. Ή μου δίνεις και μένα ή σου τα κατάσχω. Ο εκβιασμός πέρναγε γιατί τα τρόφιμα ήταν δεσμευμένα από τις αρχές κατοχής. Η οργάνωση του ΕΑΜ μπήκε φραγμός και αμείλικτος διώκτης αυτών των εκδηλώσεων και έδειξε το σωστό δρόμο, το δρόμο του έντονου αγώνα προς την ηγεσία του Σώματος για τη λύση των προβλημάτων και ιδιαίτερα του προβλήματος της επιβίωσης. Όμως οι αλλεπάλληλες διαμαρτυρίες, τα έντονα διαβήματα και υπομνήματα έμειναν αναπάντητα».
Αναβρασμός στα αστυνομικά τμήματα
Στις 22 Ιουνίου εξαγγέλλεται η πανελλαδική απεργία των Δημοσίων υπαλλήλων και πυροδοτεί την ήδη εκδηλωμένη διάθεση των αστυνομικών για διεκδίκηση. Στις 6 το απόγευμα, η οργάνωση του ΕΑΜ της τροχαίας κάνει διάβημα στο Διοικητή του τμήματος. Η συζήτηση οξύνεται. Μαζεύονται όλοι οι αστυνομικοί του τμήματος και δηλώνουν ότι κατεβαίνουν σε απεργία. Αμέσως φεύγουν στελέχη της οργάνωσης για το Δ' αστυνομικό τμήμα όπου πληροφορούν την εκεί οργάνωση και τους άλλους αστυφύλακες για τα γεγονότα. Η είδηση γίνεται δεκτή με ενθουσιασμό και οι αστυφύλακες δηλώνουν συμμετοχή. Τα στελέχη της τροχαίας γυρίζουν και ανακοινώνουν ότι το Δ' τμήμα συμμετέχει. Ύστερα πηγαίνουν στη Γενική Ασφάλεια όπου η απόφαση για απεργία αντιμετωπίζεται ευνοϊκά. Αστραπιαία διαδίδεται η είδηση για την απεργία σ' όλα τα τμήματα και τις υπηρεσίες. Στις 8 το βράδυ δίνεται η εντολή του Γραφείου του ΕΑΜ Αστυνομίας για την κήρυξη της απεργίας.
1700 αστυνομικοί οργανωμένοι στο ΕΑΜ
Αυτή η όχι και τόσο συνηθισμένη σύζευξη των σωμάτων ασφαλείας με... το ΕΑΜ, κάνει απαραίτητη κάποια σύντομη αναφορά στο ιστορικό της συγκρότησης του σώματος της Αστυνομίας Πόλεων. Ο λόγος πάλι στο Χ. Παπαναστασίου. «Το Σώμα της Αστυνομίας Πόλεων ιδρύθηκε το 1921. Εις την αρχή το νέον Σώμα το έβλεπε με συμπάθεια ο λαός. Στα πρώτα χρόνια οι αστυνομικοί υπάλληλοι, όπως ονομάζοντο από τον κανονισμό του Σώματος, ήταν προστάται το κοινού στα μεγάλα κέντρα, είχαν πολιτισμένη συμπεριφορά. Γρήγορα όμως άρχισαν να σημειώνονται αλλαγές στη σύνθεση στο χαρακτήρα και στην αποστολή του ΣΑΠ. Το 1929 η κυβέρνησις Βενιζέλου με τη μετάταξη σ' αυτό από τη Χωροφυλακή αξιωματικών, ηθέλησε από Σώμα Πολιτικών υπαλλήλων, να του δώσει χαρακτήρα στρατιωτικό με τροποποίηση του κανονισμού και εισαγωγή διατάξεων της Χωροφυλακής. Αυτό προκάλεσε την άμεση αντίδραση των κατωτέρων αστυνομικών υπαλλήλων που απεφάσισαν την κήρυξη απεργίας και τη συγκέντρωση τους στην Πλατεία Κάνιγγος. Η κίνηση αυτή προδόθηκε και χτυπήθηκε. Πρωτεργάτης στην πάλη κατά των προοδευτικών αστυνομικών ήταν ο τότε Αστυνομικός Διευθυντής Αθηνών Σαμπάνης. Απολύθηκαν δέκα περίπου αστυνομικοί πρωταίτιοι. Ο τροποποιημένος κανονισμός στέρησε τους αστυνομικούς του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι και ο σύλλογος διελύθη. Στην αστυνομία προσέφευγαν κυρίως μορφωμένα άτομα με σκοπό να ολοκληρώσουν τις σπουδές των, να πάρουν πτυχίο και σταδιοδρομήσουν στο Σώμα ή κάπου αλλού. Η επιλογή όμως που εγίνετο για το Σώμα ιδίως μετά το 1929 απέβλεπε στο να προσλαμβάνονται άτομα κατώτερης μόρφωσης. Η εξήγησις βρίσκεται στην απάντηση που έδιναν οι εκάστοτε υπεύθυνοι των προσλήψεων και που εξέφραζε το επικρατούν πνεύμα: «Τι να τους κάνουμε τους εγγράματους; Αυτοί έρχονται στο Σώμα να κάμουν τη δουλειά τους και να φύγουν, επί πλέον είναι απείθαρχοι. Εμείς θέλουμε να κάνουμε τη δουλειά μας και θέλουμε πειθαρχικούς αστυφύλακες». Οι επεμβάσεις όμως των πολιτικών παραγόντων ανέτρεπαν αυτή την αρχή και μεγάλος αριθμός εγγραμμάτων εισέρρεε στο Σώμα. Προσέτι αρκετοί με γνώσεις δημοτικού και Ελληνικού σχολείου με σκληρές προσπάθειες κατόρθωναν ν' αποκτήσουν ανωτέρα μόρφωση. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ν' αναπτύσσεται η σκέψη και η κρίση και να δημιουργεί το άτομο δική του προσωπικότητα. Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου βρήκε το Αστυνομικό Σώμα να έχει έντονο Δημοκρατικό και αντιδικτατορικό πνεύμα. Η αντίδραση υπήρξε άμεση από την ηγεσία του Σώματος. Υπό το πρόσχημα των μετασχηματισμών και των αλλαγών στο Σώμα που ν' ανταποκρίνονται στις δημιουργηθείσες ανάγκες μετέθεσαν την πλειοψηφία των στελεχών και αστυφυλάκων στο νεοϊδρυθέν λεγόμενο τμήμα επιφυλακής. Η υπηρεσία ήτο 8ωρος επιφυλακή εντός του τμήματος για την αντιμετώπιση εκτάκτου ανάγκης. Εδώ ανεπτύχθη, εκαλλιεργήθη και με μια μορφή κάπως οργανωμένη, διοχετεύετο το αντιδικτατορικό πνεύμα σ' όλο το Αστυνομικό Σώμα. Γι' αυτό και κατά τα έτη 1938-1939 έχουμε τις πρώτες περιορισμένες απολύσεις, ή απαγγελίες κατηγοριών για αριστερισμό αστυνομικών υπαλλήλων. Η κλίκα του τότε υφυπουργού Δημοσίας Ασφαλείας Μανιαδάκη κατόρθωσε να προσδιορίση τον πυρήνα της όλης αυτής δουλειάς και δύο ημέρες προτού οι Γερμανοί μπουν στην Αθήνα, απελύοντο του Αστυνομικού Σώματος «ως μη εμπνέοντες εμπιστοσύνην και ως ακατάλληλοι» δώδεκα περίπου κατώτεροι αστυνομικοί. Αυτό επροκάλεσε αναταραχή, γιατί επρόκειτο για αστυνομικούς με κύρος μέσα στο Σώμα, ικανότατους, πατριώτες, εξαιρετικούς χαρακτήρες. Όμως η απόλυση των μέσα σ' αυτές τις συνθήκες, δεν τους ξέκοψε με το Σώμα. Σύντομα οι περισσότεροι απ' αυτούς με εντολή της καθοδήγησης του ΕΑΜ ανέλαβον την οργάνωση των αστυνομικών στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο. ...Από τους 3500 άνδρες που είχε τότε το αστυνομικό Σώμα οργανώθηκαν στον ΕΑΜ Αθήνας-Πειραιά, χίλιοι επτακόσιοι (1700). Ήταν ό,τι εκλεκτό και τίμιο υπήρχε στο Σώμα. Αυτό αποτελεί διαπίστωση και ομολογία των ιδίων των ιθυνόντων στο Σώμα που έλεγαν: Ότι καλύτερο είχαμε μας το πήραν».
«Είναι ώρα να ταχθούμε με το μέρος του λαού»
Μια πληρέστερη εικόνα των γεγονότων και του κλίματος της απεργίας δίνει ο Χ. Τσούλας μέλος της τότε απεργιακής επιτροπής των αστυνομικών. Για τη δημοκρατικότητα που διέκρινε τους περισσότερους αστυνομικούς μας είπε: «Από τη φύση της δουλειάς τους, γίνονταν άμεσα ενήμεροι για την αδικία που υπήρχε ανάμεσα στις μάζες. Από την ίδια τη δουλειά τους. Έτσι άρχισαν να προβληματίζονται από το άδικο που έβλεπαν. Πολλοί φεύγανε από τα χωριά τους και βλέπανε μετά στην πόλη τους μεγαλοκαρχαρίες και προβληματίζονταν. Έπειτα, με την κατοχή που ήρθαν οι Γερμανοί και κατέλαβαν τα αστυνομικά τμήματα, ήταν ζόρικο το πράγμα. Δεν μπορούσε να το ανεχτεί ο κάθε τίμιος πατριώτης. Θυμάμαι κάποιο Χριστοδουλάκη, υπαστυνόμο Α', που με φώναξε χωρίς να ξέρει ότι είμαι οργανωμένος και μου είπε: «Είναι ώρα να ταχθούμε με το μέρος του λαού και όχι με τους Γερμανούς». Να δεις, έτσι τώρα που το λέμε, το Χριστοδουλάκη τον σκότωσε ο Καθρέφτης. Ο Καθρέφτης ήταν συνεργάτης των Γερμανών. Εκεί γύρω στο τέλος του '44, στην Ομόνοια, τον είδε ο Χριστοδουλάκης να φεύγει με αυτοκίνητο. Τον είχαν διευκολύνει να φύγει. Πήγε να τον πιάσει και ο Καθρέφτης τον πυροβόλησε -οπλισμένος κιόλας- και τον σκότωσε. Οι άλλοι αστυνομικοί που ήταν μαζί με τον Χριστοδουλάκη, σκότωσαν τον Καθρέφτη εκείνη τη στιγμή. Αλλά και άλλοι δημοκράτες αξιωματικοί υπήρχαν στο σώμα. Να, θυμάμαι, ο Διονύσης Δήμου, Αστυνόμος Α'. Τώρα έχει δικηγορικό γραφείο στον Πειραιά. Τότε, όταν έγινε η απεργία ήταν κιόλας στο βουνό, νομίζω διοικητής Πολιτοφυλακής Ηπείρου, στον ΕΛΑΣ. Και ο Γιάννης Παλαβός, Αστυνόμος Α', κι άλλοι».
Και το μηχανοκίνητο του Μπουραντά στην απεργία!
Η απεργία άρχισε πραγματικά στις 6 το πρωί και επεκτάθηκε ο' όλες τις υπηρεσίες. Συμμετείχε ακόμα και το μηχανοκίνητο τμήμα του Μπουραντά, που από τους 126 άντρες που περιλάμβανε, απέργησαν οι 115. Η αστυνομική διεύθυνση του Πειραιά δεν έλαβε μέρος από αδυναμίες της οργάνωσης, συμπαραστάθηκε όμως δυναμικά σε όλη τη διάρκεια της απεργίας. Το πρωί της 23ης Ιουνίου, καθήκοντα σκοπών στις πύλες και τηλεφωνητών, εκτελούσαν οι αξιωματικοί σ' όλα τα τμήματα και τις υπηρεσίες. Οι αστυφύλακες της τροχαίας πραγματοποιούν συγκέντρωση όπου κάνουν απόπειρα να μιλήσουν ο Αρχηγός του σώματος Κίνιας και ο αστυνομικός Διευθυντής Νέρης. Συναντούν την αποδοκιμασία των αστυφυλάκων και αποχωρούν. Η κατοχική κυβέρνηση Ράλλη μπροστά σ' αυτή την κατάσταση, προχωρά α' ένα ελιγμό. Αντικαθιστά την ίδια μέρα τον Κίνια με τον τέως Αστυνομικό Διευθυντή Α' Σαμπάνη και το Νέρη με τον Αστυνομικό Διευθυντή Βρανόπουλο. Και οι δυο αυτοί αξιωματικοί είχαν φήμη αντιμοναρχικών και η τοποθέτηση τους εντασσόταν σε μια προσπάθεια ιδεολογικής παγίδευσης των απεργών. Στο μεταξύ γίνονται συγκεντρώσεις στα αστυνομικά τμήματα όπου μιλούν εκπρόσωποι της οργάνωσης για τους λόγους της απεργίας και την τραχύτητα του αγώνα. Συνδέουν την απεργία με τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και τηρούν ενός λεπτού σιγή στη μνήμη των εκτελεσμένων πατριωτών. Σ' αυτές τις συγκεντρώσεις εκλέγουν επιτροπές αγώνα, αντιπροσώπους για την Κεντρική Επιτροπή Αγώνα και συντάσσουν πρωτόκολλο τιμής. Την ίδια μέρα, οι αντιπρόσωποι των τμημάτων συνεδριάζουν σε ένα καφενείο στη Λ. Αλεξάνδρας και εκλέγουν κεντρική Επιτροπή Αγώνα και τον πρόεδρο της. Ύστερα καταστρώνουν πρόγραμμα δράσης, ορίζουν συνδέσμους και συντάσσουν υπόμνημα. Τα μέλη εκείνης της απεργιακής επιτροπής όπως μας τα έδωσε ο Χ. Τσούλας ήταν: Ο Χ. Παπαναστασίου, πρόεδρος της επιτροπής, Μιχάλης Κωστόπουλος, Στράτος Λαμπρινάκος, Χρήστος Τσούλας, Λεωνίδας Εξαρχάκος κ.α. Ήταν περίπου 10-12 άτομα. Το βράδυ η επιτροπή επέδωσε το υπόμνημα στο νέο αρχηγό του σώματος Σαμπάνη και ζήτησε να τους παρουσιάσει στον Υπουργό.
Οι απεργοί στον «υπουργό»
Αυτός, αφού τους προειδοποίησε ότι ο υπουργός «πνέει μένεα εναντίον τους» τους υποσχέθηκε ότι θα προσπαθήσει. Όντως η συνάντηση της επιτροπής με τον κουΐσλινγκ υπουργό Ταβουλάρη, πραγματοποιήθηκε στις 6 μ.μ. της 24ης Ιουνίου, δηλαδή την άλλη μέρα. Στο μεταξύ, παρασκηνιακά, είχε προκληθεί μεγάλος σάλος. Στο πολιτικό Γραφείο του Ράλλη είχαν συγκεντρωθεί ανώτατοι αξιωματικοί της Αστυνομίας, της Χωροφυλακής και του Πυροσβεστικού σώματος με τους αρχηγούς τους. Μίλησαν ο Ράλλης και ο Ταβουλάρης, και ο τελευταίος επιτέθηκε με υβριστικούς χαρακτηρισμούς εναντίον της διοίκησης του Αστυνομικού Σώματος, γιατί έχασε τον έλεγχο της κατάστασης και τώρα βρισκόταν η διοίκηση στα χέρια της Κεντρικής Επιτροπής Αγώνα.
Ο Ράλλης και η... κλειδαρότρυπα
Παραθέτουμε αυτούσιο το διάλογο που έγινε μεταξύ του υπουργού και της επιτροπής, όπως τον καταγράφει ο Χ. Παπαναστασίου: «Ο εξουσιοδοτημένος από την επιτροπή είπε στον Ταβουλάρη:- Σας ευχαριστούμε γιατί δεχτήκατε να μας ακούσετε. Τα αιτήματα μας είναι διατυπωμένα σε υπόμνημα. Ζητάμε να προβείτε στην λύση τους για να επιστρέψουμε στις υπηρεσίες μας. Φθάσαμε στην απεργία ως το εναπομείναν μέσο, μπροστά στην παντελή αδιαφορία των προϊσταμένων μας. Οι διαμαρτυρίες μας, οι αναφορές μας και τα υπομνήματα μας, μπήκαν στο αρχείο και είμεθα βέβαιοι ότι κανένα δεν έφθασε σε σας.
Ιωάννης Ράλλης (1878-1946), «πρωθυπουργός» κατά την εποχή της απεργίας των αστυνομικών. Μετά την Απελευθέρωση καταδικάστηκε σε θάνατο για δοσιλογισμό. Πέθανε από καρκίνο στις φυλακές.
Οι Προϊστάμενοι μας μόνο για τις ατομικές προαγωγές των συνωθούνται στον προθάλαμο του Γραφείου σας. Πιστεύουμε ότι θα προβείτε στη λύση των προβλημάτων μας αφού τώρα μαθαίνετε ποια είναι η κατάσταση μας.- Γιατί δεν ερχόσαστε σε μένα; ερώτησε ο Ταβουλάρης.- Γιατί απαγορεύεται εκ του κανονισμού η αυθαίρετη παρουσίασις.Παρεμβαίνων ο Διευθυντής του Υφυπουργείου Ασφαλείας Αστυνομικός Διευθυντής Λεονταρίδης επιβεβαιώνει αυτό. Ο Ταβουλάρης του λέγει «φύγε από εμπρός μου μη σε βλέπω». Απευθυνόμενος στην επιτροπή της λέγει:- Κατεβήκατε σε απεργία και εκσυγχρονίσατε αυτή με την Πανελλαδική των δημοσίων υπαλλήλων. Είσαστε κομμουνιστές».Ένα μέλος της επιτροπής διαμαρτύρεται εντόνως και ζητεί από τον υπουργό να ανακαλέσει. Σ' αυτή τη στιγμή ο πρωθυπουργός Ράλλης που παρηκολούθη από την κλειδαρότρυπα του εγγύς ευρισκομένου δωματείου, ανοίγει την πόρτα αδιάφορος, και κάνοντας δήθεν ότι δεν γνωρίζει τίποτε, με ένα τσιγάρο στο στόμα απευθύνεται στον Ταβουλάρη και του λέγει:- Δώσε μου φωτιά Τάσο. Τι συμβαίνει; τι είναι αυτοί;- Είναι αστυνομικοί, απαντά ο υπουργός.- Μήπως είναι από τους απεργούς; ερωτά ο Ράλλης.- Όχι κύριε Πρόεδρε, είναι καλά παιδιά, είναι από εκείνους που δεν απήργησαν, απαντά ο Ταβουλάρης.- Είπα και εγώ... λέγει ο
Ράλλης.Ο Πρόεδρος της Επιτροπής προχωρεί ένα βήμα εμπρός από την επιτροπή και σε υψηλό τόνο λέγει στον Ράλλη.- Δια την αποκατάσταση της αλήθειας είμεθα υποχρεωμένοι, κύριε Πρόεδρε, να σας αναφέρομε, ότι είμεθα απεργοί, εκπρόσωποι όλων των τμημάτων και υπηρεσιών της αστυνομικής διευθύνσεως και ότι η απεργία είναι καθολική. Φαίνεται ότι σας υποβάλλουν ψευδείς εκθέσεις και σας αποκρύπτουν την αλήθεια.Επειδή το ύφος της ομιλίας ήτο έντονο και με χειρονομίες, το δε περιεχόμενο θαρραλέο, ο Ράλλης, αλλόφρων πλησιάζει τον ομιλήσαντα και του λέγει:- Σκασμός αυθαδέστατε θα διατάξω την σύλληψίν σου.- Τιμή μου κύριε Πρόεδρε,
 απαντά ο ομιλητής.Με άναρθρες κραυγές φεύγει ο Ράλλης και κλείνει την πόρτα μετά πάταγου.Ο Ταβουλάρης λέγει στον πρόεδρο της επιτροπής:- Εγώ πήγαινα να τα μπαλώ
σω και συ μου τα χάλασες.Άρχισε οξύτατη στοιχομυθία μεταξύ Ταβουλάρη και Επιτροπής. Απεκάλεσε τα μέλη της και πάλι κομμουνιστές και είπε:- Διέταξα την απόλυση τριακοσίων και θα απολύσω και άλλους.Μετά από όλα αυτά, η επιτροπή αποχώρησε αφού δήλωσε ότι ο αγώνας θα συνεχιστεί με μεγαλύτερη οξύτητα, μέχρι που να ικανοποιηθούν όλα τα αιτήματα.
Η «κυβέρνηση» απειλεί με παραίτηση
Μόλις αποχώρησε η επιτροπή όλοι οι ανώτατοι αξιωματικοί, απροσπέλαστοι και στυγνοί μέχρι στιγμής, την περικύκλωσαν και άρχισαν να επικαλούνται... το μέλλον του σώματος και το δικό τους: ότι θα πάρουν το σώμα οι χωροφύλακες, ότι θα το πάρουν οι Ιταλοί, ότι οι απεργοί ήταν νέοι αλλά εκείνοι πως θα ζούσαν κ.λπ. Παράλληλα προσπάθησαν να διασπάσουν την επιτροπή χαρακτηρίζοντας τον Πρόεδρο αδιάλλακτο και τους υπόλοιπους... καλά παιδιά. Στο τέλος περνούν έντεχνα την επιτροπή σ' ένα δωμάτιο προς την έξοδο του Πολιτικού Γραφείου όπου περίμενε ο Ταβουλάρης. Γίνεται μια νέα συζήτηση που δεν καταλήγει πουθενά και η επιτροπή αποχωρεί. Την τέταρτη μέρα, 26 Ιουνίου, ο αγώνας έχει φτάσει στο αποκορύφωμα του. Απειλήθηκε παραίτηση της κυβέρνησης των κουΐσλινγκς. Κάθε προσπάθεια των ανώτερων και ανώτατων αξιωματικών να διευθετηθεί η κατάσταση απέτυχε.
Παραδίνονται τα πιστόλια
Την ίδια εκείνη μέρα παίρνεται απόφαση να παραδώσουν οι απεργοί τα πιστόλια τους στις υπηρεσίες. Η αιτιολογία ήταν ότι αφού το Αρχηγείο είχε θέσει σε διαθεσιμότητα όλη την αστυνομική δύναμη και της στερούσε έτσι την αστυνομική ιδιότητα, η οπλοφορία ήταν παράνομη και σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 13 προκήρυξη των Γερμανών, οι απεργοί χαρακτηρίζονταν σαν ένοπλοι αντάρτες. Η παράδοση των πιστολιών έγινε ταυτόχρονα στις 6 μ.μ. σ' όλα τα τμήματα. Η πειθαρχία των απεργών κλόνισε τους προϊσταμένους από τη μια μεριά, από την άλλη όμως τους χαροποίησε γιατί έτσι γίνονταν ακίνδυνοι. Αυτή η απόφαση που υιοθετήθηκε από παρεξήγηση, αποτέλεσε ένα σοβαρό λάθος όπως εντόπισε και το γραφείο του ΕΑΜ μόλις το έμαθε: «κάνατε σοβαρό λάθος, από αύριο θα έχουμε διώξεις».
Δαμασκηνός: οι αστυνομικοί δεν πρέπει να απεργούν
Στο μεταξύ συνεχίζονταν οι παραστάσεις στον Αστυνομικό Διευθυντή, στον Αρχηγό, σε πολιτικούς, κοινωνικούς και εκκλησιαστικούς παράγοντες. Γ' αυτό το θέμα ο Χ. Τσούλας θυμάται: «Πρώτ' απ' όλα πήγαμε στο Δαμασκηνό που μας είπε: «Οι αστυνομικοί δεν πρέπει να απεργούνε γιατί είναι άνθρωποι του κρατικού μηχανισμού». Γενικά η στάση του ήταν παθητική. Μετά ήλθαμε σ' επαφή με το σωματείο των Δημοσίων Υπαλλήλων και το σωματείο Αναπήρων που είχε μεγάλη δραστηριότητα στην Κατοχή- Οι αστυνομικοί δεν πρέπει να απεργούνε γιατί είναι άνθρωποι του κρατικού μηχανισμού.Γενικά η στάση του ήταν παθητική. Μετά ήλθαμε σ' επαφή με το σωματείο των Δημοσίων Υπαλλήλων και το σωματείο Αναπήρων που είχε μεγάλη δραστηριότητα στην Κατοχή».
Ο αρχιεπίσκοπος, και αργότερα αντιβασιλιάς, Δαμασκηνός.
Στις 27 του μήνα, την άλλη μέρα ακριβώς, άρχισαν οι συλλήψεις. Οι Ιταλοί μπλοκάρισαν μερικά τμήματα. Στο Α' αστυνομικό τμήμα ο υποδιοικητής οδήγησε τους Ιταλούς στο εστιατόριο του τμήματος, τους έδειξε τους απεργούς και οι Ιταλοί τους συνέλαβαν. Το ίδιο έγινε και στο Γ' αστυνομικό τμήμα από τον υποδιοικητή και στο ΙΓ' από το Διοικητή. Συνελήφθησαν 40 περίπου αστυνομικοί και παραπέμφθηκαν στο Ιταλικό στρατοδικείο όπου καταδικάστηκαν σε 20-50 χρόνια φυλακή και κλείστηκαν στις φυλακές της Καλλιθέας. Όλοι οι συλληφθέντες απεργοί κράτησαν λεβέντικη στάση και στο Στρατοδικείο και στις φυλακές μέχρι την απελευθέρωση τους.
Διαπραγματεύσεις επί διαπραγματεύσεων
Στις 28 Ιουνίου, 6η μέρα της απεργίας, φάνηκαν συμβιβαστικές διαθέσεις από την πλευρά του Αρχηγείου και της κυβέρνησης. Η επιτροπή προσκλήθηκε στο Αρχηγείο στις 7 το βράδυ. Άρχισε ένας μαραθώνιος διαπραγματεύσεων με αλλεπάλληλες παραστάσεις και ιδιαίτερες συνεδριάσεις της επιτροπής σε διπλανό δωμάτιο. Το κεντρικό θέμα ήταν η διατύπωση της συμφωνίας. Η επιτροπή ζητούσε να σταλθεί διαταγή από τον Αρχηγό στη Διεύθυνση και από κει στα τμήματα και στις υπηρεσίες με το εξής περιεχόμενο: «Έπειτα από συμφωνία με την Επιτροπή η απεργία λύεται. Τα αιτήματα ετέθησαν προς μελέτην δια την λύσιν των και διώξεις δεν θα γίνουν, ειμή μόνον έπειτα από ανακρίσεις διενεργούμενος υπό ανωτάτου Δικαστού». Ο αρχηγός υποστήριζε ότι δε χρειάζεται έγγραφη διατύπωση. Η ώρα περνούσε και οι απεργοί συγκεντρωμένοι κατά τμήματα στην περιοχή τους περίμεναν πληροφορίες.
Το μόνο ρήγμα
Παράλληλα στις γραμμές των απεργών, συνέβησαν ορισμένα γεγονότα που δημιούργησαν στον Αρχηγό του σώματος την εντύπωση ότι η απεργία εκφυλίζεται. Οι σύνδεσμοι δηλαδή τριών τμημάτων δεν πήγαν στην Κεντρική Επιτροπή Αγώνα για να πληροφορηθούν την πορεία των διαπραγματεύσεων. Οι υπεύθυνοι των παραπόνων τμημάτων δεν μπόρεσαν ν' αντιμετωπίσουν τη λιποψυχία ορισμένων, υπαναχώρησαν και γύρω στις 11 το βράδυ παρουσιάστηκαν με όλη τη δύναμη των απεργών στα τμήματα τους για υπηρεσία. Κάτω από την εντύπωση αυτών των γεγονότων ο Αρχηγός του Σώματος έδιωξε τους απεργούς, λέγοντας τους ότι δεν κάνει καμιά συμφωνία μαζί τους. Αυτό το συμβάν, ήταν το μόνο ρήγμα που παρουσιάστηκε στη μονολιθικότητα του απεργιακού αγώνα.
Κλείνεται συμφωνία αλλά...
Την 7η και 8η μέρα, οι παραστάσεις συνεχίστηκαν στους πολιτικούς παράγοντες. Τέλος το μεσημέρι της 8ης μέρας, 30 Ιουνίου κλείστηκε συμφωνία μεταξύ της Κεντρικής Επιτροπής Αγώνα και του τότε πολιτικού παράγοντα του κόμματος των Φιλελευθέρων Μαρή, που ενεργούσε ως εντολοδόχος της κυβέρνησης. Στις 6 το απόγευμα, γίνανε συγκεντρώσεις σ' όλα τα τμήματα. Οι ομιλητές τόνισαν τη συνοχή και τη μαχητικότητα των απεργών καθώς και τη συμπαράσταση τους στην Επιτροπή και κατέληξαν ότι αυτοί οι δύο παράγοντες ήταν καθοριστικοί για τη νίκη που κέρδισαν. Μετά παρουσιάστηκαν όλοι για ανάληψη υπηρεσίας.
...απολύονται 450 αστυνομικοί
Η κυβέρνηση των κουΐνσλινγκς όμως αθέτησε τη συμφωνία και απόλυσε 450 κατώτερους αστυνομικούς. Μετά από αυτές τις εξελίξεις, η Κεντρική Επιτροπή Αγώνα, μετατράπηκε σε Κεντρική Επιτροπή Επαναφοράς των απολυμένων. Οι ανώτεροι είχαν πιστέψει ότι με τις απειλές οι Γερμανοί-Ιταλοί σαν αρχές κατοχής, θα ενημερώνονταν για τους καταλόγους των απολυμένων και θα τους έπιαναν όλους, θα διασπούσαν τους απεργούς και θα άρχιζαν οι διαρροές. Τίποτα τέτοιο δε συνέβη. Η συνοχή υπήρξε απόλυτη. Γίνονταν συνέχεια παραστάσεις σ' όλους τους αρμόδιους κοινωνικούς και πολιτικούς παράγοντες και ταυτόχρονα σ' όλα τα αστυνομικά τμήματα οι εν ενέργεια αστυφύλακες ζητούσαν με ομαδικές παραστάσεις την επαναπρόσληψη των απολυμένων.
Η συνεργασία αστυνομικών-ΕΛΑΣ
Η παράνομη εφημερίδα ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΒΗΜΑ που έβγαινε συνέχεια, μια φορά τη βδομάδα, από την απεργία μέχρι την απελευθέρωση τα τρικ και οι προκηρύξεις κυκλοφορούσαν στα αστυνομικά τμήματα στους διαδρόμους, στα υπνοδωμάτια, παντού. Οι αστυφύλακες που ήταν εν ενέργεια και φυσικά οπλοφορούσαν, πλαισίωναν για περιφρούρηση τις δυναμικές συγκεντρώσεις των απολυμένων και τότε έγινε και ένα σοβαρό επεισόδιο σε βάρος του τότε Διοικητή του Μηχανοκίνητου. Για το ζήτημα της περιφρούρησης ο Χ. Τσούλας θυμάται:
«Τότε ήταν στην Αθήνα ο εφεδρικός ΕΛΑΣ. Βοηθούσαμε τον ΕΛΑΣ γιατί κι εμείς οι αστυνομικοί ένοπλοι είμαστε. Είχαμε συνεργασία για την περιφρούρηση, από τότε που μας πήραν τα πιστόλια και μετά. Βρισκόμαστε σε συνεννόηση με την καθοδήγηση του ΕΛΑΣ. Η οργάνωση της αστυνομίας σε συνεργασία με τον εφεδρικό του ΕΛΑΣ είχε κάνει δουλειά. Βλέπεις τους αστυνομικούς δεν τους υποπτεύονταν και είχαν κάνει καλή δουλειά με τις προκηρύξεις. Και κάτι άλλο σημαντικό. Η οργάνωση των σωμάτων ασφαλείας έβγαζε 2 φορές το 24ωρο δελτίο πληροφοριών. Ένα το πρωί για τα γεγονότα της νύχτας, και ένα το βράδυ για τα γεγονότα της μέρας. Έτσι η ηγεσία του ΕΑΜ και η ηγεσία του ΕΛΑΣ στην Αθήνα, ήξεραν τι συνέβαινε μέσ' την πόλη όλο το 24ωρο!»
Δυο μήνες αγώνας!
Ο αγώνας της επαναφοράς ενισχύθηκε οικονομικά από τους ευ ενέργεια αστυφύλακες της Αθήνας και του Πειραιά, τους πυροσβέστες και τους χωροφύλακες του τάγματος Μακρυγιάννη. Ακόμα, η επιτροπή πέτυχε σαν βοήθημα, τη χορήγηση ενός μισθού από την αρχιεπισκοπή και ενός άλλου, από το ταμείο Πολιτικών υπαλλήλων.
Ο σκληρός αυτός αγώνας κράτησε δυο μήνες και τέλειωσε με επιτυχία. 450 στελέχη, μέλη, οπαδοί και συμπαθούντες επανήλθαν στην Αστυνομία και αυτό αποτέλεσε μια σοβαρή επιτυχία του ΕΑΜ που καθοδήγησε αυτό τον αγώνα. Τα γεγονότα αυτά συντέλεσαν καθοριστικά στην ένταξη του μεγαλύτερου αριθμού των κατωτέρων αστυνομικών στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Οι προσπάθειες που έγιναν για να τοποθετηθούν αξιωματικοί των Σωμάτων Ασφαλείας σε μικτή υπηρεσία με τσολιάδες απέτυχαν. Ακόμα συλλήψεις και δολοφονικές απόπειρες εναντίον στελεχών της οργάνωσης του ΕΑΜ Αστυνομίας από την Ειδική Ασφάλεια καταπνίγηκαν στη γέννηση τους με άμεσες δυναμικές κινητοποιήσεις.
Η συνεισφορά του ΕΑΜ Αστυνομίας
Η συνεισφορά της οργάνωσης ΕΑΜ Αστυνομίας υπήρξε σοβαρή και πολύπλευρη σε όλη τη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα. Ενδεικτικό γεγονός είναι η απελευθέρωση 56 αρρώστων αγωνιστών από την Ακροναυπλία. Να πως έγινε αυτή η περίφημη απόδραση όπως την περιγράφει ο Χ. Τσούλας που έλαβε μέρος σ' αυτή. «Την επιχείρηση σχεδίασε ο ΕΛΑΣ Αθήνας σε συνεργασία με την οργάνωση των Σωμάτων Ασφαλείας. Επικεφαλής της οργάνωσης των αστυνομικών ήταν ο Μιχάλης Κωστόπουλος. Συμμετείχαμε περίπου εφτά άνθρωποι: ο Παπαναστασίου , εγώ, ο Στράτος Λαμπρινάκος, ο Λεωνίδας Εξαρχάκος κ.ό. Από τον ΕΛΑΣ, επικεφαλής ήταν ο καπετάνιος του Α' σώματος Κωτσάκης. Φόρεσε λοιπόν ο Κωστόπουλος στολή συνταγματάρχη για να φαίνεται σπουδαίος, φοράγαμε κι εμείς τις στολές μας, κόψαμε τα σύρματα, κι αυτό ήταν: τους πήραμε και πάνε. Εξαφανίστηκαν κι ούτε που πήρε κανείς χαμπάρι ποιοι το κάναμε για να μας διώξουν».
Απολύσεις, φυλακές, εξο
ρίες
Μετά το χτύπημα των αναπήρων, με δύο διατάγματα της 19.12.43 καί της 31.12.43, απολύθηκαν 450 αστυνομικοί. Τα πειθαρχικά συμβούλια λειτουργούσαν συνεχώς και οι απολύσεις πλήθαιναν. Το 1946, με μια Συντονιστική Πράξη, οι απολύσεις έφτασαν στις 1400 περίπου. Από αυτούς, 200, στάλθηκαν εξορία στην Ικαρία, 90 στη Μακρόνησο και 30 στον Άη-Στράτη. Κρατήθηκαν εκεί από 4 έως 14 χρόνια και όπως γράφει ο Χ. Παπαναστασίου: «όσοι δεν στάλησαν σε εξορία ή φυλακή υπέστησαν ένα συνεχή εξοντωτικό διωγμό. Παρά ταύτα κρατήθηκαν ηθικά και στέκονται πιστοί στις επάλξεις της Δημοκρατίας».
Για να γραφτεί τούτο το άρθρο πολύτιμες στάθηκαν: 1) η γραπτή μαρτυρία του πρόεδρου της απεργιακής Επιτροπής Χ. Παπαναστασίου (περιοδικό «Εθνική Αντίσταση», που εκδιδόταν στις σοσιαλιστικές χώρες στις αρχές της δεκαετίας του 1960). 2) η προφορική μαρτυρία του Χ. Τσούλα (μέλους της απεργιακής επιτροπής) προς τη συντάκτρια του άρθρου. Τους ευχαριστούμε και τους δύο θερμά.
ΑΡΤΕΜΗ ΤΖΙΤΖΗ
ΤΟΤΕ...
1983

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου