Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

Στην Πλατεία Αβησσυνίας κάπου το 1935

Ιστορίες από την παλιά Αθήνα
Στην Πλατεία Αβησσυνίας κάπου το 1935

Όπου ο αφελής αγοράζει τον φλώρο για καναρίνι οκαζιόν!

Σας είχα υποσχεθεί, σε πρόσφατο σημείωμά μου για το Μοναστηράκι, ότι θα σας πήγαινα και μια βόλτα στη καρδιά του Γιουσουρούμ … Είσαστε έτοιμοι; Πάμε! Προσέξτε ιδιαίτερα τους διαλόγους είναι αυθεντικοί:

«Κυριακή πρωί στην Πλατεία Αβησσυνίας

– Ορίστε, κύριοι... Διαλέγετε και παίρνετε!
Συνωστισμός που θα τον ζήλευε η Ερμού.  Ένας, κάποτε κομψευόμενος, γεροντάκος παζαρεύει ματογυάλια...
– Θέλετε για μύωψ; ρωτά ο πωλητής.
– Όχι, πρεσβυωπία έχω.
– Δεν έχουμε δυστυχώς. Αυτά είναι για τους μύωψ και γι’ αυτούς που δε βλέπουνε κοντά!!!
– Ε, απ’ αυτά θέλω! εξηγεί ο γεροντάκος. Δοκιμάζει διαβάζοντας ένα παλιό βιβλίο και ικανοποιείται! Ούτε νούμερο ούτε τίποτα! Πληρώνει και φεύγει ενθουσιασμένος...
Στο διπλανό μαγαζί με επιγραφή “Εν τούτω νίκα”, ο καταστηματάρχης έχει βάλει το γραμμόφωνο:

“Κελαηδήστε, ωραία μου πουλάκια κελαηδήστε”... Το γραμμόφωνο πωλείται.

– Είναι... ρομαντικό! φωνάζει ο πωλητής για να προσελκύσει την πελατεία.
– Είναι καλό; ρωτά ένας.
 – Αφού παίζει και συναυλίες, απαντά σοβαρότατα ο καταστηματάρχης.  Κι επειδή ο πελάτης δεν ενθουσιάζεται, συμπληρώνει:
– Άκου δω... αν δεν το θέλεις, έχω μέσα και βιολί!
Ένας πόλισμαν παίρνει να δει μια σφυρίχτρα.
– Αυτή που βλέπεις, μπορεί να είναι και του Μπαϊρακτάρη (σ.σ. ο διευθυντής της αστυνομίας που τόλμησε να τα βάλη με τους κουτσαβάκηδες του Ψυρρή) , παρατηρεί ο καταστηματάρχης.
– Μα, δε σφυρίζει! παρατηρεί ο πόλισμαν...
– Τι λες, καλέ; Αυτή δε σφυρίζει; Φέρ’ τη δω! Την παίρνει, τη βάζει στο στόμα και με ταχυδακτυλουργική δεξιοτεχνία αφήνει ένα παρατεταμένο και ηχηρό σφύριγμα... με τα δάχτυλα! Ο πόλισμαν τον αγριοκοιτάζει και φεύγει...
– Πάρτην κι άμα θέλεις να σφυρίξεις εδώ είμαι εγώ! επιμένει ο έμπορος...
Πιο κάτω, ένας πλανόδιος “καθηγητής του Πανεπιστημίου” φωνάζει αξιοπρεπώς: “Εδώ τα ανθρωποσωτήρια έμπλαστρα!”.
– Τι κάνουν αυτά;
– Όλες τας παθήσεις των νοσημάτων, κύριε, τας νοσηλεύουν στιγμιαίως!
– Δηλαδή;
– Γρίπη, συνάχι, βήχα, καρκίνο, φυματίωση, βαρυστομαχιά! Βάζετε ένα έμπλαστρο και είσθε εν τάξει. Όλοι οι καθηγηταί του Πανεπιστημίου τα χρησιμοποιούν...
– Τι λες; Και γιατί δε σε υποστηρίζουν;
– Ένεκα η αντιζηλία βλέπετε!
Παραδίπλα κρέμονται καμιά δεκαριά κιθάρες...
– Θέλεις μια κανταδορίστικη, αφεντικό; Είναι μερακλού!
– Μα, δεν ξέρω να παίζω...
– Άμα την πάρεις αυτή, θα μάθεις. Να, κοίτα... και της τραβάει μια στις χορδές που ηχούν ασυνάρτητα.
– Είδες! λέει σοβαρότατα...  Αλλά ο πελάτης φεύγει.



Η σκηνή λίγο πιο κάτω

– Ορίστε, κυρία... περάστε, κύριοι...
– Μα πού να περάσουμε; Μήπως έχεις μαγαζί;
– Τι να το κάνω; Εδώ δε σταυρώνουμε φράγκο στο δρόμο! Φαντάσου νάχαμε και μαγαζί!
– Πόσο έχει το καναρίνι;
– Ένα χιλιάρικο, εγώ το πουλάω διακόσες...
– Και γιατί το πουλάς διακόσιες;
– Γιατί τόχω κλεμμένο, κύριος! Και ο κύριος που είναι λιγάκι αφελής, την παθαίνει και παίρνει τον φλώρο για καναρίνι οκαζιόν!
– Μα, κελαηδεί; διατυπώνει την τελευταία του αμφιβολία...
– Αν κελαηδεί! Μήπως παύει μέρα-νύχτα; Μην κοιτάς τώρα που σε είδε και φοβήθηκε...
Λίγο παραδίπλα
– Σαλόνια ωραία, μοντέρνα, Λουδοβίκου τετάρτου! Τι κοιτάτε, κυρία μου; Το κάντρο; Αυτό είναι του Μιχαήλ Άγγελου!



Η κυρία όμως φαίνεται να μην καταπλήσσεται...

– Ποίος είναι ο Μιχαήλ Άγγελος; ρωτάει...
– Ο Μιχαλάκης ο Άγγελος –αλλάζει αμέσως το τροπάρι ο έμπορος–, παιδί δικό μας, ελαιοχρωματιστής. Να, εδώ κάθεται. Θέλεις να τον φωνάξω; Και η κυρία αγοράζει αντί 45 δραχμών τον πίνακα και παρακαλεί να περάσει από το σπίτι της ο Μιχαήλ Άγγελος για να βάψει κάτι!

Ορίστε, κύριοι... δόξες, χαρές, δάκρυα, αισθήματα, αναμνήσεις... Όλα στη φτήνια!»
(Βασισμένο σε ρεπορτάζ του Δ. Ευαγγελίδη για την εφημερίδα «Έθνος»)






Θωμάς Σιταράς (Αθηναιογράφος)
http://www.protothema.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου