Διηγήσεις προσφύγων της Θερμής
Της Βασιλικής Ράλλη 
Τον Δεκέμβριο του 1922, ξαφνικά διαδίδεται στη Θερμή της Λέσβου πως ο Ερυθρός Σταυρός έφερε στη Μυτιλήνη μερικές Μοσχονησιώτισσες αιχμάλωτες και τις έχουν στο Προσφυγικό Νοσοκομείο…
Ανάμεσά τους η Κατερίνα Γουδάκη, ένα ολόδροσο μπουμπούκι είκοσι χρονών, που τώρα ήταν αγνώριστη, η σκιά του εαυτού της…
Την Κατερίνη, την πανέμορφη παιδούλα, τώρα χλωμή σαν το κερί με πρόσωπο μαραμένο, θαρρείς πρόωρα γερασμένο… οι άλλες προσφυγοπούλες πού βρίσκονται εκεί, βρέχουν το πρόσωπό της με τα δάκρυα τους καί περιμένουν με αγωνία να μάθουν νέα απ’ το στόμα της…
…Η Κατερίνη φαίνεται πως δεν έχει την ψυχική διάθεση να μιλήσει. Νοιώθει όμως τη λαχτάρα των συγγενών της πού την κοιτάζουν ικετευτικά στα μάτια κι αρχίζει με μισοσβησμένη φωνή, πού διακόπτεται κάθε τόσο από αναφιλητά, την τραγική αφήγηση:
«Όταν το τούρκικο ιππικό μπήκε στο Μοσχονήσι, κανείς πια δεν μπόρεσε να ξεφύγει. Ο Δεσπότης μας, οι παπάδες, οι προύχοντες καί πολλοί Μσοχονησιώτες βγήκαν με την τουρκική σημαία καί λουλούδια στα χέρια καί τους υποδέχτηκαν. Μερικοί μάλιστα ζητωκραύγασαν καί υπέρ του Κεμάλ καί της Τουρκίας «Γιασασίν Κεμάλ!… Γιασασίν Τουρκία!…»
Μα από το βλοσυρό τους βλέμμα καί τις βρισιές πού ξεστόμιζαν κατάλαβαν πώς οι Τούρκοι δεν είχαν έλθει με καλές διαθέσεις απέναντί μας.Το ίδιο καθώς είχαμε μάθει είχε γίνει καί στ’ Αϊβαλί.
Έτσι είχαν συνεννοηθεί οι δυο Δεσποτάδες, να καλοπιάσουν με τιμητική υποδοχή τους εξαγριωμένους Τούρκους, γιά να σώσουν τον άμαχο πληθυσμό.
Μάλιστα ο δικός μας, ο Αμβρόσιος, μας είπε: «Τί να κάνουμε παιδιά; Χέρι πού δεν μπορείς να το δαγκώσεις φίλησέ το• ήταν γραφτό μας φαίνεται να υποστούμε αυτή την δοκιμασία, αυτόν τον εξευτελισμό, αφού οι Ισχυροί μας Σύμμαχοί μας πήραν στο λαιμό τους».
Σταμάτησε για λίγο η κοπέλα κι αναστέναξε βαθειά. «Για σκεφθείτε δοκιμασία», είπε, «να υποδέχεσαι τους εχθρούς με τιμές καί δόξες κι αυτοί να σου φωνάζουν κατάμουτρα «Σιχτήρ κεραταλάρ γκιαούρ, Σιχτήρ κιοπέκ» καί να σε κοιτάζουν με βλέμμα τόσο άγριο γεμάτο μίσος, έτοιμοι να ορμήσουν επάνω σου σαν τους λύκους.
Τρομοκρατημένοι, κλειστήκαμε όλοι στα σπίτια μας καί περιμέναμε το μοιραίο. Μόνον ο τουρκικός στρατός κυκλοφορούσε στους δρόμους…
Κλειστήκαμε λοιπόν στα σπίτια μας καί δυο μέρες δεν ξεμυτίσαμε απ’ αυτά. Την τρίτη μέρα το απόγευμα, φοβερός θόρυβος από βαρειά βήματα, κτυπήματα στις πόρτες καί φωνές άγριες, πού δεν καταλαβαίναμε τι έλεγαν, μας αναστάτωσαν, έσπειραν τον πανικό ανάμεσά μας.
Όποιες πόρτες δεν άνοιγαν τις έσπαζαν με τις κλωτσιές. Με τη μεγαλύτερη βαρβαρότητα πού μπορεί να φανταστεί ανθρώπινος νους, μας κατέβασαν όλους στην παραλία. Ήταν μαζί μας κι ο Δεσπότης μας ο Αμβρόσιος, οι παπάδες, ο ηγούμενος του μοναστηριού των Ταξιαρχών, ο πάτερ-Προβέτζας κι ο ανεψιός του, ο αρχιμανδρίτης Ιωαννίκιος.
Ήταν αξιολύπητοι, γιατί τους έσπρωχναν βάναυσα, τους τραβούσαν τα γένια, τους χαστούκιζαν καί γελούσαν σαρκαστικά, φωναχτά, λες κι ήταν ωραία αστεία αυτά πού έκαναν.
Σάς βεβαιώνω, δεν έμοιαζαν με τους συνηθισμένους Τούρκους πού γνωρίζαμε τόσα χρόνια καί ζούσαμε ειρηνικά μαζί τους.Αυτοί δεν είχαν τίποτα το ανθρώπινο επάνω τους. Ποιος ξέρει από πού στην οργή τους είχαν φέρει κι ήταν χειρότεροι κι από κτήνη.
Εκεί, λοιπόν, με σπρωξιές βίαιες μας ξεχώρισαν καί μας έβαλαν στην γραμμή, σαν τα πρόβατα πού πηγαίνουν για σφαγή. Χωριστά τους ηλικιωμένους, χωριστά τους πιο νέους, τις κοπέλες και τα παιδιά.
Όσοι φορούσαν καινούργια ρούχα, τους ξέντυσαν καί πήραν τα ρούχα τους• τους άφησαν με τα εσώρουχα. Επίσης πήραν κι ό,τι χρυσαφικό είχε ο καθένας επάνω του. Προχωρήσαμε όλοι προς την Πέρα-Μανταριά. Εκεί διέταξαν οι ηλικιωμένοι να σταθούν στη θέση τους καί οι άλλοι να προχωρήσουν μπροστά.
Μαζί με τους ηλικιωμένους ήταν κι η μανούλα μου με τον πατέρα μου.
Μόλις απομακρυνθήκαμε μερικά μέτρα, ακούστηκαν πίσω μας οι ριπές του πολυβόλου. Θυμάμαι, -ω, στιγμές φρικτές αξέχαστες-, γύρισα το κεφάλι μου να δω για τελευταία φορά τη μανούλα μου, μα πρόλαβα κι είδα μόνο τον θείο σου, τον Θοδόση, Αγγελική, πού κρατούσε με το χέρι του την κοιλιά του καί ξαφνικά έπεσε μπρούμυτα ανάμεσα στ’ άλλα πτώματα.
Όλους τους είχαν θερίσει οι κακούργοι! …η Αγγελικώ, μόλις άκουσε τους Τουρκαλάδες να χτυπούν την πόρτα της, αγκάλιασε την κόρη της κι έπεσαν μαζί μέσα στο πηγάδι της αυλής τους».
Σταματά για λίγη ώρα η κοπέλα καί ξεσπά σε λυγμούς… Μένει για λίγο πάλι αμίλητη η Κατερίνη. Προσπαθεί να συνέλθει κάπως από την τραγική ανάμνηση, κι εξακολουθεί με ραγισμένη φωνή.
«Τα γόνατα μας είχαν λυγίσει, δεν είχαμε κουράγιο να περπατήσουμε, τα παιδιά έκλαιγαν με ξεφωνητά. Μα ποιος λογάριαζε τον ανθρώπινο πόνο, αφού αυτοί πού μας οδηγούσαν ήταν θηρία ανήμερα;
Σαν φθάσαμε στην Πέρα-Μανταριά, με τις σπρωξιές μας βάλανε μέσα στη μαούνα καί περάσαμε στην απέναντι στεριά. Κι εκεί συνέβη μια σκηνή, πού φοβερότερη δεν είναι δυνατόν να φανταστεί ανθρώπινος νους.
Ο Μητροπολίτης μας, ο Αμβρόσιος, μαζί με τους παπάδες, καθώς σας είπα. ήταν μαζί μας. Αυτούς τους είχαν στην πρώτη γραμμή, δεν τους σκότωσαν μαζί με τους ηλικιωμένους, γιατί τους επιφύλασσαν φοβερά μαρτύρια.
Ο ηγούμενος των Ταξιαρχών, ο πάτερ-Προβέτζας, κοντοστάθηκε, δεν είχε το κουράγιο να εξακολουθήσει την πορεία. Τότε τον άρπαξαν δυο αγριότουρκοι καί τον έδεσαν από τα πόδια πίσω από ένα άλογο. Κι ενώ ο καημένος είχε στυλωμένα τα μάτια του στον ουρανό καί κάτι σιγοψιθύριζε, αυτοί ξεκαρδιζόταν από τα γέλια.
Μετά έδωσαν δυο γερές καμιτσιές στο άλογο καί χάθηκε από μπροστά μας. Οπωσδήποτε θα κομματιάστηκε τ’ αγιασμένο του κορμί.
Σαν φθάσαμε έξω από τ’ Αϊβαλί, έγινε άλλη διαλογή. Έβαλαν χωριστά τα γεροδεμένα αγοράκια, μαζί μ’ αυτά καί τα τρία παιδιά της αδελφής σου Κωστή κι άρχισαν να τους γλυκομιλούν για να τα καθησυχάσουν.
Μα εκείνα ξεφώνιζαν σαν τρελά καί ζητούσαν τους γονείς τους. Γι’ αυτό τ’ απομάκρυναν από μας, τα χάσαμε από τα μάτια μας. Αυτά, καθώς έμαθα, δεν τα σκότωσαν. Τα πήραν για να τα τουρκέψουν, να γίνουν καινούργιοι Γενίτσαροι.
Εμείς εξακολουθήσαμε την πορεία μας. Μας οδήγησαν στο Αγιάσματι. Περάσαμε το χωριό καί φθάσαμε στην εξοχή.
Ξαφνικά μας διέταξαν να σταματήσουμε. Κι άρχισε μπροστά από τα γουρλωμένα από τον τρόμο μάτια μας το φοβερό δράμα, το ανήκουστο σε βαρβαρότητα καί θηριωδία! Σκεφθείτε ότι μακαρίσαμε χίλιες φορές τους ηλικιωμένους πού σκότωσαν με το πολυβόλο έξω από το Μοσχονήσι.
Δυο αγριότουρκοι όρμησαν σαν θεριά επάνω στον Δεσπότη μας κι άρχισαν να τον βασανίζουν. Καί τι δεν του ‘καναν! Χειρότερα μαρτύρια κι από τον Χριστό. Στο τέλος, αφού τον είχαν ξαπλώσει παράλυτο στο χώμα από τις κοντακιές, τον έσφαξαν σαν τ’ αρνί!..
Μ’ αυτόν τον τρόπο έσφαξαν καί τον αρχιμανδρίτη Ιωαννίκιο καί τους παπάδες. Δεν άντεξα άλλο. Ένοιωθα την καρδιά μου να κομματιάζεται από τον πόνο. Έκλεισα τα μάτια μου με φρίκη καί σωριάστηκα στο χώμα, λιπόθυμη.
Ξαφνικά ένοιωσα δυο ατσαλένια χέρια να με σηκώνουν. Ήμουν αδύναμη, καταλάβαινα πώς δεν μπορούσα να περπατήσω, έτρεμα ολόκληρη. Το ίδιο είχε συμβεί καί σ’ άλλες, πολλές κοπέλες πού ήταν μαζί μου στη γραμμή. Μα αυτό δυστυχώς πού φοβόμαστε από την πρώτη στιγμή, το είχαμε πάθει.
Είχαν μπει ανάμεσα μας οι Τουρκαλάδες κι έπαιρνε ο καθένας από μια όμορφη κοπέλα. Αυτός πού πήρε εμένα ήταν ένας αγριάνθρωπος, φοβερός στην όψη, ένας αράπης…
Ήταν τόσος ο τρόμος μου, πού όλος ο κόσμος λες κι είχε σκοτεινιάσει μπροστά στα μάτια μου. Αφού δεν έβλεπα ούτε να περπατήσω. Κρατώντας με σφιχτά από τα μπράτσο ο αράπης μ’ έσερνε σχεδόν. Με τράβηξε μακριά, έχασα όλους τους συμπατριώτες μου. Είχα μείνει μόνη μ’ αυτό το θηρίο.
Πίσω μου γινόταν χαλασμός, γιατί άκουγα φωνές σπαραχτικές, γυναικείες ανδρικές καί παιδικές. Ο αράπης με κοιτούσε χαμογελαστός σαν να μου ‘λεγε πώς ήμουν τυχερή πού έπεσα στα χέρια του καί γλίτωσα από τη σφαγή.
Μα εγώ θα προτιμούσα χίλιες φορές να είχα πεθάνει παρά στην θέση πού βρισκόμουν. Με κρατούσε γερά από το μπράτσο για να μην του ξεφύγω. Με οδήγησε στο Αγιάσματι.
Μ’ έβαλε μέσα σε μια εκκλησιά κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Με τράβηξε βίαια μέσα στο ιερό, μ’ άρπαξε στα χέρια του το κτήνος γελώντας και μ’ απόθεσε πάνω στην Άγια Τράπεζα…»
Σταμάτησε απότομα η κοπέλα κι άρχισε να τρέμει. Τα μάτια της γούρλωσαν, λες κι έβλεπε μπροστά της τη φρικτή εκείνη εικόνα καί ξεφώνισε σαν τρελή: «Ο αράπης!… Ο αράπης!..»
Νεκρική σιγή είχε απλωθεί στο δωμάτιο. Όλοι βουβοί, σαστισμένοι, με τον πόνο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο, κοίταζαν το βασανισμένο αυτό πλάσμα κι ακράτητα τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια τους. Δεν της είπαν να συνεχίσει, μα μόνη της σαν να ‘θελε να ξαλαφρώσει, ανοίγοντας την πονεμένη της καρδιά, εξακολούθησε να διηγείται το δράμα της.
– «Μ’ έκανε ο βάρβαρος ένα πραγματικό κουρέλι… καί λιποθύμησα. Πόση ώρα έμεινα λιποθυμισμένη ούτε κι εγώ δεν ξέρω.
Όταν συνήλθα ήμουν πεσμένη μπρούμυτα στα δάπεδο του ιερού κι ένοιωθα πόνους φοβερούς στο κορμί μου. Γύρω μου πηχτό σκοτάδι, δεν έβλεπα τίποτα. Κατάλαβα πώς ήταν νύχτα.
Έμεινα ζαρωμένη σε μια γωνιά καί πέρασε αρκετή ώρα, ώσπου να συνειδητοποιήσω την απελπιστική μου κατάσταση. Μετά ανασηκώθηκα προσεκτικά, χωρίς να κάνω θόρυβο κρατώντας καί την αναπνοή μου ακόμα καί κοίταξα γύρω μου.
Ζητούσα λίγο φως, για να μπορέσω να προσανατολιστώ. Ευτυχώς διέκρινα απέναντι μου ένα αμυδρό φως καί κατευθύνθηκα προς αυτό. Ήταν η πόρτα της εκκλησιάς πού είχε μείνει μισάνοιχτη κι έμπαινε μέσα το φως της αστροφεγγιάς. «Παναγία μου», είπα μέσα μου, «λυπήσου με, σκέπασέ με σαν μανούλα καί σώσε με».
Άνοιξα αθόρυβα την πόρτα καί βγήκα στο δρόμο. Σύρθηκα στον τοίχο σαν το φάντασμα μέσα στη νύχτα. Ψυχή δεν φαινόταν πουθενά. Προχώρησα λίγο κι άρχισα να τρέμω. Πού θα πήγαινα; Έπρεπε κάπου να κρυφτώ.
Ξαφνικά είδα απέναντί μου ένα χαμηλό σπίτι με μια κουφωτή πόρτα. Ένα χλωμό φως μου φάνηκε πώς έβγαινε από το παράθυρο. Έκανα τον σταυρό μου καί πήρα την απόφαση. Ανέβηκα τα τρία πέτρινα σκαλιά πού οδηγούσαν στην είσοδο καί χτύπησα σιγανά την πόρτα.
Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε καί φάνηκε στο κατώφλι μια ηλικιωμένη γυναίκα. Με κοίταξε έκπληκτη καί μου μίλησε Τούρκικα. Κατάλαβα πώς ήταν χανούμισσα.
– «Λυπήσου με», της είπα, «για τ’ όνομα του Αλλάχ, σώσε με». Με τράβηξε από το χέρι μέσα κι έκλεισε πίσω μου γρήγορα την πόρτα.
Έπεσα αμέσως στα πόδια της, τα ’βρεξα με τα δάκρυά μου καί με τα λίγα τούρκικα πού ξέρω της έδωσα να καταλάβει την τραγική μου θέση. Η Παναγιά είχε κάνει το θαύμα της.
Η χανούμισσα ήταν γυναίκα πονετική, με λυπήθηκε, μ’ αγκάλιασε, έκλαψε μαζί μου. Ξύπνησε κι ο άνδρας της. Μόλις τον είδα πάγωσα από τον φόβο μου. Εκείνος όμως με κοίταξε με καλοσυνάτο χαμόγελο καί μου είπε να μην φοβάμαι, θα ‘καναν αυτό το χαΐρ για τον Αλλάχ.
Δεν ήξερα με τι λόγια να τους ευχαριστήσω. Δεν ξεστόμισα καμιά κακιά κουβέντα για τους Τούρκους. Αυτά, τους είπα, έχει ο πόλεμος. Εμείς οι απλοί άνθρωποι, κι από τις δυο πλευρές, είμαστε τα θύματα.
Μ’ έκρυψαν στο σπίτι τους αρκετό καιρό. Με περιποιήθηκαν σαν δικό τους άνθρωπο. Καί μια μέρα, ντυμένη σαν Τουρκάλα με πήγαν καί με παρέδωσαν στο Ιταλικό Προξενείο. Απ’ εκεί με πήρε ο Ερυθρός Σταυρός…» 
Της Βασιλικής Ράλλη (Από το βιβλίο: «Πατρίδα αξέχαστη Μικρά Ασία» – εκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ)