Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Το τρινάλ


Κι αναρωτιόμουνα μικρός γιατί μούτρωνε ο ταβερνιάρης όταν με έστελνε ο μπάρμπας μου να του πάρω κρασί.

-Πιάσε το μπουκάλι και τράβα μέχρι το Σπανό να σου το γεμίσει από το κοκκινέλι.
-Κύριε Σπανέ μου είπε θείος μου να…
-Πες του θείου σου ότι πολλά ξέρει.

Δεν είχε το όνομα. Μόνο τη χάρη.

Α, είχαμε κι ένα μπακάλικο στη πλατεία Τσιρακωπούλου στο Βύρωνα. Του Ψόφιου.
Τι ψόφιος; Ζωντανός ήταν ο άνθρωπος. Αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ με σιγουριά αν ήταν ζωντανοί κάτι πελάτες του που είχαν ψωνίσει ζάχαρη από το μαγαζί του. Ζάχαρη χύμα. Όπως ήταν όλα τα είδη τότε. Σε ανοιχτά τσουβαλάκια.
Μόνο που ένας πιτσιρικάς που έπαιζε όσο ψώνιζε η μάνα του πηγαινοέφερνε τη σέσουλα από τη ζάχαρη στο τρινάλ  και τούμπαλιν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου