Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Κάποια παλιά πρωτοχρονιά (ανάμνηση από τη Γερμανική κατοχή που τα ελληνόπουλα πέθαιναν από την πείνα)


.
Ξημέρωμα Πρωτοχρονιάς ήτανε. Κι’ είναι άληθινή ή ιστορία. 1942! Μαύρο σκοτάδι! Παγερό! Πικρό! Κί άβάσταγο τό κρύο!…
Έτσι άρχιζε κάθε παραμονή «Αι-Βασιλιοϋ» ή γιαγιά νά διηγιέται, σά νά τό ζοϋσε τώρα:
-Έβγήκα, τυλιγμένη στό χοντρό παλτό, στό μάλλινο μου σάλι, νά πάω προσκύνημα στην έκκλησιά!… Στόν «Αι-Βασίλη», λάδι!… Λάδι, πού τό ξεχώρισα γιά τό καντήλι του τήν περασμένη τή βραδιά!… Μοΰ τό στείλε μέ θάμα!
”Αχ, γιά τά πεινασμένα μου παιδιά! Έκίνησα, λοιπόν, καί πήγαινα.
Ή ’Αθήνα, κάτασπρη, σαβανωμένη! Σάν φέρετρο, πού μέσα του χιλιάδες πεθαμένοι! Κι’ όσοι άπομέναν νά Βογγουν, κουφάρια, σκελετοί, έδώ καί κεϊ σουρμένοι, ήσαν… οί ζωντανοί!…
Γκράπ-γκρούπ! σπάζει τό χιόνι, «ή μπόττα» ή φοβερή! «Σκλαβιά» τή λέγαν; «Κατοχή»!;…
Μολύβι όθε περνούσε καί καρφιά!… Καημένη μου Πατρίδα! “Ως πότε πιά;… Στέναζα!… προχωρούσα άργά, σκυφτά!
Καί κάθε τόσο σταματούσα, νά ζεστάνω την άνάσα μου πού τήν πάγωνε τό χιόνι!
Κοίταξε έδώ! Κοίταξε κεϊ! ριγμένοι στίς γωνιές, στίς θύρες μπρος κουλουριασμένοι, μισόγυμνοι, άστεγοι, ράκη τής πείνας τής φρικτής, ξεπαγιασμένοι, οί άδελφοί!… Τί νά ‘ναι, ζωντανοί ή πεθαμένοι;
Νά σκύψω; Νά τούς άνάψω μέ τό δάκρυ μου κερί;  Νά κάψω γιά θυμίαμα τήν προσευχή μου;…
Στά κρύα μέτωπα νά δώσω τό στερνό άδελφικό φιλί;… Καημένη μου Πατρίδα! Μαρτυρική!…
Φθάνω στήν έκκλησιά, χαράματα! ‘Ακόμα δέν έσήμανε ή καμπάνα. Μπαίνω, άνάβω τό κερί!… Σβησμένα τά καντήλια! Σκοτεινά!…
-“Αγιε Βασίλη, ένα δαχτυλάκι λάδι γιά τή χάρη σου! Γιά τή σημερινή τή Λειτουργία!…
‘Άναψα τό καντήλι! Σπίθισε! Έλαμψε ή ώραία Πύλη! Ζεστάθηκε ή γαλήνη τής έκκλησιάς κι’ απλώθηκε καί χύθηκε βαθιά μου!
-«Αγιε Βασίλη! ’Άρχοντα Χριστέ! Παρθένα Δέσποινά μου!…
Κλαϊνε τά μάτια, γονατίζουνε τά γόνατα πού τρέμουν! -Δέν σοϋ ζητάμε λάδι καί ψωμί, Χριστέ, τούτη τήν ώρα… Μέ τόν καινούργιο χρόνο στείλε μας… τής Λευτεριάς τά δώρα!…
Μά,… σά ν’ άκούω μιά φωνή λεπτή, μισοσβησμένη!… Ακούω καλά;… Σωπαίνω… ποϋθε νά ’ρχεται;
Άκου! Μιλάει άκόμα:
-Ά-γιε Βα-σίλη… μου, Πε-θαίνω!… Έ-σύ… όπου… χα-ρίζεις δώρα… στά… παι-διά… μήν… τό… ξε-χάσεις…νά… φέρεις… στά… έλληνόπουλα… τή… ΛΕΥΤΕΡΙΑ!…
Σώπασε! Δεν άκούστη πιά!… Πετάχτηκα! Κοιτώ δεξιά-ζερβά… Νάτο!… Έκεΐ στό πλάι! (Στ Άγιο Βήμα!) στά σκαλιά, κορίτσι δωδεκάχρονο – ίσως καί πιά πολύ!
Κέρινος άγγελος θαρρείς, πού στ’ άνοιγμένα του φτερά, τά δυό του χέρια, κρατεί ένα άγόρι πιό μικρό καί τό ζεσταίνει λές, μέ τά φιλιά του, τόν πεθαμένο του άδελφό!…
Χτυπά ή καμπάνα! Φθάνουν οί πιστοί!
-Τί είναι κεϊ;… τί τρέχει; -Δυό μάρτυρες μικροί! Γιορτάζουν τήν Πρωτοχρονιά, στόν Ούρανό!…
Κί έδώ σταμάταγε ή γιαγιά τήν ιστορία καί σκούπιζε τό τελευταίο δάκρυ!…
-Ναί, παιδιά! Μάρτυρες προσευχήθηκαν γιά τή δική σας Λευτεριά!… Καί θέλουνε «μνημόσυνο» άπό σάς κι’ εύγνωμοσύνη!… Καί, σιωπούσε!…
Ντάν-ντάν! Μεσάνυχτα! Άκου καμπάνες! Κανονιές ήχοϋν!
Ελεύθερη ή Αθήνα πιά, μέ πλούσια κάλλη, γιορτάζει τήν Πρωτοχρονιά!
Τάχα, μέσ’ στίς καρδιές μας, ‘Ελληνόπουλα, σάν τί καρδιές χτυπούν;…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου