Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

Ο Μπουρδούσης



Απέθανε o κύριος Μπουρδούσης,
απέθανε κι αυτός o πατριώτης,
η δόξα κι η στολή της πρωτευούσης,
των δρόμων ο ξυπόλυτος ιππότης.

Ό Χάρος ο αχόρταγος τον βρήκε
από πιοτά διάφορα στουπί,
και ρήτορας κανένας δεν εβγήκε
τα τόσα θαύματά του να μας πει.

Εις τη γωνιά μιας μάντρας χαλασμένης,
χωρίς εξοχωτάτων γιατρικά
ο μάρτυς της Αθήνας Δημοσθένης
ξεψύχησε μονάχος του γλυκά.

Δεν είχε κι ο Μπουρδούσης μας φροντίδα
να κάμει για το έθνος διαθήκη,
δεν έβγαλε ποτέ εφημερίδα,
δεν γύρεψε ποτέ βουλευτιλίκι.

Δεν τον κεντούσε όρεξις καμιά,
του ’φθανε μια δεκάρα για να πίνει,
και μόνο στους γιατρούς κληρονομιά
τα ντιλικάτα πόδια του αφήνει.

Απέθανες και σύ, αγαπητέ,
στου έθνους τας κρισίμους περιστάσεις,
αυτό δεν το ελπίζαμε ποτέ,
μα πήγαινε και συ να ησυχάσεις.

Δημοσιεύτηκε στο 3ο τεύχος του Ρωμηού, της έμμετρης εφημερίδας που έβγαζε ο Σουρής (16.4.1883). Ο Μπουρδούσης ήταν άστεγος ζητιάνος, χαρακτηριστικός τύπος της Αθήνας της εποχής εκείνης και αρκετά διάσημος αφού έχει συμπεριληφθεί και στο πρόσφατο βιβλίο του Χαρίλαου Πατέρα «100 και γραφικοί τύποι της παλιάς Αθήνας». Στο πρώτο τεύχος του Ρωμηού ο Σουρής αναφέρεται σ’ αυτόν λέγοντας «και μία πέννα να βαστάς κι ας είσαι και Μπουρδούσης». Κατά χαρακτηριστική σύμπτωση, την προηγούμενη μέρα, στο Μη χάνεσαι, δημοσιεύεται εξάστιχο ποίημα για τον Μπουρδούση: «Σαν να μην ήσουνε κι εσύ, μέγας ανήρ Μπουρδούση … δεν βρέθηκ’ ένας ποιητής την λύρα του να κρούσει» το οποίο ήρθε να διαψεύσει ο Σουρής με το ποίημά του.

Το σκίτσο είναι από τον Ρωμηό και συνόδευε το ποίημα. Εκσυγχρόνισα την ορθογραφία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου