Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2017

Ένας μάγκας του Ψυρρή εκμυστηρεύεται τον πόνο του


Ένας μάγκας του Ψυρρή εκμυστηρεύεται τον πόνο του

Έλα το λοιπό να σ’ ανοίξω τα μάτια ρε άμωμη, γιατί είσαι μικρή ακόμα και δεν τον έμαθες τον κόσμο.

Κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου (1920-1930) ήταν πολύ συνηθισμένο οι εφημερίδες και τα περιοδικά να διατηρούν μόνιμες στήλες με υποτιθέμενο συντάκτη ένα αυθεντικό τύπο της αθηναϊκής κοινωνίας: τον μπεκρή, τον μάγκα, την νεόπλουτη κοκ. Το αναγνωστικό κοινό διασκέδαζε αφάνταστα με τα κείμενα αυτά που σχολίαζαν συνήθως την καθημερινή επικαιρότητα.



Πάρτε γεύση από τη στήλη του «Βλάμη» στο «Θησαυρό» :

«Άρπαξα το κορίτσι, που είχε έξοδο χθες, από το μπράτσο.
-Έλα κοντά μου και μη σε γνοιάζει ρούπι
-Μα που θα με πας;
-Στο περιβολάκι ρε περβολαριά μου
-Του Θεσείου;
-Όχι της οδός Πατεσίου. Δεν το ξέρεις; (σ.σ. εννοεί την Πλατεία Αγάμων, σήμερα Πλατεία Αμερικής)
-Όχι
-Έλα το λοιπό να σ’ ανοίξω τα μάτια ρε άμωμη, γιατί είσαι μικρή ακόμα και δεν τον έμαθες τον κόσμο
Και την περιλαβαίνω βραχιονηδόν και πάμε.
Έ ρε Χριστέ μου κάτι καπνοί που με φλομώσανε όντας είδα τα χάλια του! Τον είχανε ξωραϊσει οι λεχρίτες τον κήπο. Βγάλανε τα μπαγκάκια, και κάθε ένα βήμα και λεχτρικό.
Ακούς ρε μυστήρια πράμματα; Να, πως χαλάη η Αθήνα. Τι διάολο τα θέλουνε τα φώτα και της πολυτέλειες; Να μη μπορεί κανείς να πή τα μυστικά του, δίχως ναν τόνε βνέπουνε τα κακά μάτια!
-Λάσπη η δουλειά μας, της κάνω. Πάμε πίσω.
Και γυρίζουμε άπραχτοι από κεί που ήρθαμε και το κορίτσι έμεινε απότιστο. Δεν είνε κρίμα κι’ άδικο ρε οικουμένη δολοφόνα, δεν είνε κι’ αμαρτία να ρέβη ένα δουλικό από την ξερασία!
Θα μου πης γιατί δεν πάγαινες στον κήπο του Μουσείου ή στο Ζάππειο; Τι λες ρε ανήλεη! Τι δουλειά έχω γω σε τέτοια κέντρα και τι σχέσιν έχω με τους σαχλαμαράκηδες που πάνε κει για να σαλιαριστούνε με τα μιξιάρικα;



Εγώ θέλω να ξηγηθώ ακόνι με την καβαλλιέρα μου, κι’ αν είνε περί για ν’ ανοίξη η όρεξη και να μείνης νηστικός, άστα μαντάμ, άστα κι’ ωρεβουάρ. Μπήκες;»
Αν τώρα σκεφθήκατε, αγαπητοί αναγνώστες, ότι όλα αυτά είναι κάπως υπερβολικά σας έχω για «δεύτερο πιάτο» τη μαρτυρία αυτήκοου χρονογράφου της εφημερίδας «Αθηναϊκά Νέα» από πραγματικό συμβάν στην ίδια πλατεία:



«…Μέσα στις άψογες βοστρυχωτές κομμώσεις και τα παρφουμαρισμένα εμπριμέ, εμφανίζεται άξαφνα ένας ιδιόρρυθμος δανδής με κασκέτο, κόκκινο πουκάμισο και λαδωμένη αφέλεια. Συνοδεύει το “κορίτσι”: Πλούσιες στρογγυλότητες... αδέξιο μπογιάτισμα με φτηνά καλλυντικά, ίχνη αποτυχημένου μπιγκουντί στο κεφάλι, ντόπιο άρωμα που θυμίζει κουρείο, πρόστυχο βερνίκι στα νύχια, το “κορίτσι” προσωποποιεί τον ονειρώδη έρωτα του νταήδικου δανδισμού. Ο καβαλλιέρος κρατάει διαρκώς τα χέρια του μετέωρα, κοντά της. Είν’ εύθραυστη και φοβάται μην πέση και σπάση!... Το βλέμμα του καρφώνει μαχαίρια τριγύρω της!



Κάθονται, παραγγέλλουν. Κι’ έρχεται ο ντιζέρ (σ.σ. Έτσι αποκαλούσαν τότε τους παρουσιαστές-τραγουδιστές, κάτι σαν τον Γιώργο Οικονομίδη του Green Park). Αβρός, μελισταγής, γλυκανάλατος, σκύβει κατά τη συνήθεια κοντά σ’ εκείνην και της ψιθυρίζει λιγωμένος στ’ αυτί το ρεφραίν:
«Κάποιο μυστικό έχω να σου πω
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ...»
– Τι λες, ρε; εκρήγνυται άξαφνα ο καβαλλιέρος τραβώντας μια μαχαίρα σαν γιαταγάνι.
»Τα παρφουμαρισμένα εμπριμέ τσιρίζουνε απεγνωσμένα. Ο ατσαλάκωτος καθωσπρεπισμός το βάζει στα πόδια. Κερώνει ο ντιζέρ. Παγώνει ο μαιτρ. Μαρμαρώνει το γκαρσόνι. Έρχεται ο διευθυντής:
– Παρεξήγησις, κύριε...
– Τι παρεξήγησις; Αφού της έσκασε το παραμύθι μπρος στα μάτια μας! 
Για μπακλαβάδες μας περνάς; Άντρες με μουστάκια είμαστε!
»Ζητεί τότε συγγνώμην ο διευθυντής, υβρίζεται ο ντιζέρ, έρχεται μια μπουκάλα κρασί, “δίνει τόπο της οργής” ο θιγείς θαμών και το επεισόδιον λήγει».

Θωμάς Σιταράς (Αθηναιογράφος)
http://paliaathina.com/gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου