Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

Η ΜΑΥΡΗ ΑΓΟΡΑ


Η ΖΩΗ στην Αθήνα της Κατοχής είναι συνυφασμένη, στις αναμνήσεις, τις μαρτυρίες αλλά και στις επιστημονικές εργασίες, με τη μαύρη αγορά. Μια αγορά ανεπίσημη, περίπου υπόγεια, που λειτουργούσε έξω από τους κρατικούς ― μερικές φορές και τους κοινωνικούς ― κανόνες, δεν ελεγχόταν από καμιά αρχή και δεν ακολουθούσε άλλη πολιτική κοστολόγησης πέρα από το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης. Πίσω όμως από αυτόν τον αφαιρετικό ορισμό, κρύβονται πολλές διαφορετικές καταστάσεις και λειτουργίες. Εκείνο που ιδιαίτερα μας ενοχλεί δε, είναι ότι κρύβονται τελείως διαφορετικά μεγέθη και αξιολογικά κριτήρια. Καθώς, η μαύρη αγορά, άφησε πίσω της κακές ως χείριστες αναμνήσεις σε όσους την έζησαν. Και ο όρος μαυραγορίτης έχει και στις μέρες μας ακόμη μάλλον κακή σημασία. Μέσα από αυτή τη «δικαστική» οδό βιαζόμαστε να χαρακτηρίσουμε και να καταδικάσουμε πράγματα που λίγο καταλαβαίνουμε. Γιατί η μαύρη αγορά στις πόλεις της κατεχόμενης Ελλάδας δεν είχε ένα και μόνο πρόσωπο, μια και μόνη λειτουργία. Ας δούμε τα πράγματα από κοντά.
Κατοχική Αθήνα. Στην οδό Αθηνάς ένα καμιόνι ξεφορτώνει κάτι πολύτιμο, ίσως ένα φορτίο ρύζι. Γύρω καραδοκούν... αδιάφορα οι μικροί σαλταδόροι, σχεδιάζοντας τις κινήσεις του αιφνιδιασμού που ίσως τους αποφέρει κάποια πενιχρή λεία. Στην ισορροπία τρόμου της κατοχικής επιβίωσης, οι σαλταδόροι, τα μικρά παιδιά που πηδούσαν στα φορτηγά εν κινήσει για μια γρήγορη και επικίνδυνη λαφυραγωγία, ήταν ο πιο αδύναμος «εταίρος» στο παιχνίδι της ανάγκης ― ο μαυραγορίτης, χορτασμένος και αδίστακτος, βρισκόταν στο απολύτως αντίθετο άκρο. Φωτογραφία του Κώστα Παράσχου από το λεύκωμα «Η Κατοχή», εκδ. «Ερμής», Αθήνα 1997. Ο παλαίμαχος δημοσιογράφος Κώστας Παράσχος, δουλεύοντας στη διάρκεια της Κατοχής στην εφημερίδα «Πρωία» και έχοντας ταυτόχρονα το «χόμπυ» της φωτογραφίας, τράβηξε από την κατοχική ζωή, ιδίως της Αθήνας (1941 ― 1944), γύρω στις 850 φωτογραφίες. Σήμερα αποτελούν ένα ντοκουμέντο από τα θλιβερό εκείνα χρόνια.

Από το καλοκαίρι του 1941, λίγο μετά την κατάρρευση, οι ελλείψεις βασικών ειδών διατροφής και πρώτης ανάγκης έγιναν αισθητές στην Αθήνα. Οι λόγοι της πενίας αυτής ήταν πολλοί: η διακοπή των θαλάσσιων μεταφορών και των εισαγωγών από το εξωτερικό, η κακή σοδειά του 1941 αλλά κυρίως, η κατάρρευση του δικτύου μεταφορών της χώρας, σιδηροδρομικού και οδικού που έκανε αδύνατη τη μεταφορά γεωργικών προϊόντων στην πρωτεύουσα. Στις συνθήκες αυτές το νομικό και διοικητικό πλέγμα μέσα από το οποίο η κατοχική κυβέρνηση του Τσολάκογλου και οι αρχές κατοχής ήλπιζαν ότι θα βρουν λύσεις στο επισιτιστικό αδιέξοδο που διαφαινόταν, κατέρρευσε πλήρως. Ακόμα και όταν οι παραγωγοί παρέδιδαν τη συγκομιδή τους στις τοπικές αρχές, αυτή δεν μπορούσε να μεταφερθεί στην πρωτεύουσα και να διανεμηθεί με οργανωμένο τρόπο.

Προϋπόθεση επιβίωσης

Στην θέση της επίσημης πολιτικής και των ρητορικών, στις συνθήκες της εποχής, κυβερνητικών μέτρων, ξεκίνησε προοδευτικά μια διαδικασία απευθείας ανταλλαγών ανάμεσα στους Αθηναίους και στους κατοίκους της υπαίθρου. Οι πρώτοι, όλο και συχνότερα άρχισαν να ταξιδεύουν στην επαρχία, ατομικά ή σε ομάδες, για να αγοράσουν με χρήμα ή να ανταλλάξουν σε είδος όταν το τελευταίο έπαψε να είναι επιθυμητό στους αγρότες που δεν ήξεραν τι να το κάνουν στις επαρχιακές συνθήκες, τρόφιμα, λάδι, καλαμπόκι, στάρι, όσπρια. Από την άλλη μεριά οι αγρότες των κοντινών προς την Αθήνα περιοχών μετέφεραν τα προϊόντα τους στην πόλη και τα διέθεταν σε τιμές και σε είδος που η ανάγκη των Αθηναίων καθόριζε. Από την μια πλευρά δημιουργήθηκε ένα απίστευτο ρεύμα ανθρώπινης κίνησης που οδηγούσε τους Αθηναίους ως τον Μοριά, την Θεσσαλία ή και την Μακεδονία και από την άλλη, στις περιφερειακές ― προσφυγικές κυρίως ― συνοικίες της Αθήνας δημιουργήθηκαν ζώνες ανταλλαγών και ευκαιριών. Για να αξιοποιήσουν τις τελευταίες οι Αθηναίοι και οι Αθηναίες κυκλοφορούσαν πάντα στους δύσκολους αυτούς καιρούς με βασικά εφόδια: σακίδιο στην πλάτη ή δίχτυ για ψώνια πάντα έτοιμο στο χέρι. Καθώς προχωρούσαν οι κατοχικές εβδομάδες η μαύρη αγορά έγινε τρόπος ζωής και προϋπόθεση επιβίωσης για τους Αθηναίους. Επρόκειτο για φαινόμενο μαζικό, όπου δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι συμμετείχαν. Οι αρχές κατοχής και η κυβέρνηση Τσολάκογλου ανέχθηκαν ως και ενθάρρυναν μια κατάσταση ανεπιθύμητη μεν πολιτικά που έλυνε όμως, κατά κάποιο τρόπο, τα αδιέξοδα που δημιουργούσε η δική τους αδυναμία. Παρά τη δηλωμένη πρόθεση τους να ελέγξουν κεντρικά και απόλυτα την παραγωγή και την κατανάλωση των βασικών ειδών, απελευθέρωσαν προοδευτικά την μετακίνηση μικροποσοτήτων τροφίμων με πρόσχημα την εξυπηρέτηση των «οικογενειαρχών». Αργότερα, από το φθινόπωρο, ανέχθηκαν ή και ενθάρρυναν τη δημιουργία καταναλωτικών συνεταιρισμών και συσσιτίων, κίνηση που δημιούργησε οργανωτικούς ιστούς, πολλοί από τους οποίους ενσωματώθηκαν αργότερα στα κινήματα αντίστασης. Όσοι δεν είχαν τα μέσα να μπουν στο σύστημα, οι φτωχοί, οι πρόσφυγες, οι απόκληροι, οι ξεκομμένοι φαντάροι, όσοι δηλαδή δεν είχαν τίποτα να ανταλλάξουν και να πουλήσουν αποτέλεσαν τον κύριο όγκο των θυμάτων της πείνας τον τρομερό χειμώνα 1941 ― 42. Για τους υπόλοιπους η επιβίωση μέσα από την μαύρη αγορά ήταν μια οικονομικά επώδυνη ως καταστροφική υπόθεση. Προίκες και σπίτια πουλήθηκαν για να βρεθούν οι αναγκαίοι για τη συμμετοχή στο σύστημα πόροι. Τα χρυσαφικά και οι χρυσές λίρες ήταν το πλέον ζητούμενο. Ολόκληρη η πόλη έμοιαζε με τεράστιο παζάρι όπου οι πάντες αγόραζαν και πωλούσαν με πιο εμφανείς τους αυτοσχέδιους μικροπωλητές που πρόσφεραν από χόρτα του βουνού ως καυσόξυλα και αυτοσχέδια γλυκά σε κάθε γωνιά της πόλης.

«Καρχαρίες»


Από την άλλη μεριά υπήρξαν οι ιδιαίτερα ευνοημένοι στις συναλλαγές αυτές. Όσοι βρέθηκαν με αποθέματα τροφίμων, φαρμάκων και άλλων απαραίτητων ειδών. Όσοι εκμεταλλεύθηκαν τις σχέσεις τους με τον κόσμο της υπαίθρου για να δημιουργήσουν δίκτυα. Πολλοί δικηγόροι, για παράδειγμα, μετέτρεψαν τα γραφεία τους σε κέντρα συναλλαγών. Ακόμα, όσοι είχαν σχέσεις με τις αρχές και το στρατό κατοχής και μπορούσαν να χρησιμοποιούν άδειες ή και μεταφορικά μέσα των κατακτητών. Οι επιχειρήσεις αυτών των «καρχαριών» ― όπως τους κατάγγελναν οι αντιστασιακές προκηρύξεις ― της μαύρης αγοράς πήραν μεγάλες διαστάσεις και η κερδοσκοπία τους καταγράφηκε με τα πλέον μελανά χρώματα στη μνήμη των Αθηναίων της κατοχής.
Μαύρη αγορά στο άπλετο... φως της μέρας. Μαυραγορίτες πουλούν τσιγάρα στην οδό Πανεπιστημίου. Περιουσίες εξανεμίστηκαν και άλλες περιουσίες φτιάχτηκαν στη μαύρη αγορά της Κατοχής, με το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης να λειτουργεί στην πιο ακραία και ωμή μορφή του (φωτ.: Κώστα Παράσχου, «Η Κατοχή», εκδ. «Ερμής», Αθήνα 1997).


Αργότερα από το καλοκαίρι του 1942 και μετά, όταν λύθηκε σε μεγάλο βαθμό το επισιτιστικό ζήτημα, η μαύρη αγορά έχασε την πολυάνθρωπη, μαζική εκδοχή της έπαψε να αφορά μόνο είδη διατροφής και προσανατολίστηκε σε ευρύτερο φάσμα ειδών, δυσεύρετων τον καιρό εκείνο. Μπορούσε κανείς να βρει εκεί ό,τι απουσίαζε από τις προθήκες των καταστημάτων. Από λυχνίες ραδιοφώνου ως βενζίνη και από εκλεκτά εδέσματα ως όπλα. Τα φάρμακα φυσικά, διατήρησαν την πρωτοκαθεδρία. Οι στρατιώτες των δυνάμεων κατοχής, οι Ιταλοί κυρίως και πολύ λιγότερο οι Γερμανοί συνεισέφεραν ενεργά σ' αυτήν την δραστηριότητα εκποιώντας ακόμα και στρατιωτικά είδη, ιδιαίτερα στις κρίσιμες γι' αυτούς εποχές (στην ιταλική κατάρρευση ή στις παραμονές της γερμανικής αναχώρησης). Στον Ίδιο χώρο κατέληγαν συνήθως και τα είδη που έχαναν τους ιδιοκτήτες τους στα ταραγμένα αυτά χρόνια, τα προϊόντα λεηλασιών, κλοπών και πλιάτσικου, είδη από τις εβραϊκές περιουσίες κ.λπ. Οι αντιστασιακές οργανώσεις και τα ένοπλα τμήματα τους στα βουνά, υπήρξαν σταθεροί και σοβαροί πελάτες της υπόγειας αυτής οικονομικής κίνησης.
Πολύτιμο απόκτημα της ελληνικής οικογένειας, το ραδιόφωνο πήρε νωρίς την άγουσα στον πάγκο του μαυραγορίτη για να ικανοποιηθούν πιο επείγουσες βιοτικές ανάγκες (αρχείο: Νίκου Πολίτη).


Προς το τέλος της κατοχής, από την άνοιξη του 1944 ιδιαίτερα, η μαύρη αγορά γνώρισε μία νέα άνθηση. Η κατάρρευση της αγοραστικής αξίας της δραχμής επέβαλε την ταχύτατη μετατροπή των σε δραχμές εσόδων σε καταναλωτικά ή άλλα είδη που διατηρούσαν την ανταλλακτική αξία τους. Το σαπούνι, λόγου χάρη, ήταν ένα από αυτά. Επρόκειτο για έναν ιδιόμορφο αγώνα δρόμου στον οποίο επιδίδονταν μισθωτοί και άλλοι εις χρήμα εισπράττοντες, οι οποίοι έπρεπε αμέσως να απαλλαγούν από τις απαξιούμενες δραχμές τους μετατρέποντας τις σε οτιδήποτε. Ειδικά «στέκια» εξυπηρετούσαν αυτές τις ανάγκες. Σε άλλα «στέκια» όσοι πληρωνόντουσαν ― ως συμπλήρωμα του μισθού κυρίως ― σε είδος, έσπευδαν να ανταλλάξουν αυτό το αντίτιμο της εργασίας τους με άλλα πιο χρήσιμα αγαθά. Οι καπνεργάτες ανέβαιναν προς τούτο στο κέντρο της Αθήνας για να ανταλλάξουν το σε καπνό επίδομα τους. 
Η μαύρη αγορά ήταν για την Αθήνα της κατοχής, ανάλογα με τις συνθήκες και την εποχή, ανάσα και κατάρα, ταυτόχρονα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ / ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ / ΑΘΗΝΑ / 25.4.1999

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου