Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

Μαρίκα Κρεβατά (1910 - 1994)


Πόσες φορές ο Γιώργος Γαβριηλίδης σαν κινηματογραφικός σύζυγός της δεν έχει δεινοπαθήσει από τις γκρίνιες και τις παραξενιές της... Όπως και ο Γιάννης Γκιωνάκης, που σημαδεύτηκε ανεξίτηλα σαν «Πεθερόπληκτος» από τον δυναμισμό της... Η σνομπαρία της και η διάθεσή της να μη χαλάσει το χατίρι της κακομαθημένης κόρης της (της κόρης Παπασταύρου βεβαίως, βεβαίως) έφερε προ της απόλυσης τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, στο «Ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο». Επιπόλαιη κουμκανατζού έκανε τον Φωτόπουλο, αν και μακαρίτη, να ζητήσει άδεια από τον Ύψιστο για να επιστρέφει Ουρανοκατέβατος στη γη για να ξαναβάλει στον ίσιο δρόμο τα ξεστρα-τισμένα μέλη της οικογένειάς του. Μπορεί να μην ήταν εκείνη η «Κόμισσα της Φάμπρικας»· η Φόνσου ήταν. Αλλά ήταν εκείνη που ξεσήκωνε τις εργασίες σαν πασιονάρια κυρα-Δήμητρα, βγάζοντας εκτός ορίων τον γιο της, τον πόλισμαν Στέφανο Ληναίο. Αυτός ίσως και να ’ναι ο καλύτερος ρόλος της στο σινεμά. «Αν υπήρχαν Όσκαρ στην Ελλάδα, θα της είχε χαρίσει το βραβείο...» Είναι η άποψη του κινηματογραφικού κριτικού Παναγιώτη Τιμογιαννάκη. Αυτή ήταν στο παλιό σινεμά η Μαρίκα Κρεβατά. Προσέξτε. Κρεβατά με ένα βήτα... Έτσι το έγραφε πάντα. Αν ποτέ το έβλεπε γραμμένο με δύο, γινόταν χαμός. Αλίμονο σ' αυτόν που το έκανε. Δεν της άρεσε. Στην πραγματικότητα δεν της άρεσε αυτό καθ' αυτό το επίθετό της, γιατί «θύμιζε κρεβάτια και τα δύο βήτα κάναν ακόμα πιο έντονη την ανεπιθύμητη γι' αυτήν παρομοίωση», πιστεύει η Γκέλλυ Μαυροπούλου, η γνωστή πρωταγωνίστρια στο σινεμά, το θέατρο και την τηλεόραση, η θρυλική Χριστίνα στον «Άγνωστο Πόλεμο» της δεκαετίας του ’70. Η Γκέλλυ Μαυροπούλου είναι η κόρη της. Για την Γκέλλυ το παράταιρο στο όνομα της μητέρας της δεν ήταν τα δύο βήτα στο Κρεβατά. Ήταν το Μαρίκα. Κι αυτό γιατί:
«Η μάνα μου, ήταν το προτελευταίο παιδί από τα οκτώ που γέννησε η γιαγιά μου. Πρώτος ήταν ο θείος μου ο Κώστας και ακολούθησαν άλλα πέντε, που πέθαναν, όμως, μηνών ακόμα. Ήταν άγνωστο ποιες αρρώστιες θέριζαν εκείνο τον καιρό τα νεογέννητα, και γέμιζε η ψυχή της δύστυχης γιαγιάς θλίψη και απογοήτευση.
»Όταν ήρθε η σειρά της μάνας μου, την έταξε στην Παναγία. Την πήρε μωρό και την πήγε σ’ ένα εκκλησάκι της Μεγαλόχαρης μια Κυριακή πρωί, όπου περίμεναν αρκετοί υποψήφιοι νονοί, συνήθεια της εποχής εκείνης, για να βαφτίσουν, όπως το ’χαν κάνει τάμα, παιδιά που κάποιες μανάδες, για τον ίδιο λόγο μ' αυτόν της γιαγιάς μου, θα τα ’φερναν εκεί.
»Έτσι κι έγινε. Κάποιος άγνωστος άρπαξε τη μικρή στα χέρια του και... το όνομα αυτής Μαρία.
»Ποτέ δεν το λησμόνησε αυτό το όνομα η γιαγιά.
»Θυμάμαι το τελευταίο της βράδυ στη ζωή, όταν την πήγαμε επειγόντως στον Ερυθρό Σταυρό.
»Την πήραν με ένα φορείο για να τη βάλουν προσωρινά κάπου πρόχειρα. Το πρωί θα τη μετέφεραν στο δωμάτιο, μα δεν πρόλαβαν. Πέθανε τα ξημερώματα.
«Θυμάμαι, λοιπόν, πως την ώρα που ο νοσοκόμος την οδηγούσε γρήγορα με το φορείο κι εμείς τρέχαμε από κοντά γεμάτες αγωνία, φώναξε τη μάνα μου Μαρία και της έδωσε την οδοντοστοιχία που φορούσε. Δεν έμαθα ποτέ γιατί το έκανε αυτό. Έχει μείνει όμως στη θύμησή μου εκείνο το Μαρία, γιατί τη μητέρα μου όλοι πια τη φώναζαν Μαρίκα».
«Το ελληνικό θέατρο έχει βγάλει πολλές Μαρίκες... Την Κοτοπούλη, τη Νέζερ, την αδελφή μου.
»Η Μαρίκα η Κρεβατά ήταν μία από αυτές: Ήταν μια κυρία του θεάτρου μας», βεβαιώνει η Αννα Καλουτά.
«Κυρία σε όλα της...
»Ήταν ηθοποιός κυρίως της οπερέτας.
»Μια εποχή οι τρεις πρωταγωνίστριες του είδους ήταν η Ηρώ Χαντά, η Νίτσα Φιλοσόφου, μητέρα του σημερινού πρωταγωνιστή και σκηνοθέτη Γιώργου Κωνσταντίνου, και η Μαρίκα Κρεβατά.
» Έχω παίξει μαζί της πολλές φορές.
»Είχε ταλέντο.
«Μπορούσε να παίξει τα πάντα.
»Να είναι το ίδιο καλή σαν κωμική όπως και σαν δραματική, να κάνει το ίδιο καλά τους νέους, τους γέρους, τους διάφορους τύπους...
»Η Μαρίκα μπορούσε. Γι’ αυτό κι έγινε περιζήτητη και στην επιθεώρηση και στην πρόζα.
»Ήταν πρωταγωνίστρια...»
Στο σινεμά όμως ουδέποτε υπήρξε πρώτο όνομα. Ουδέποτε γυρίστηκε κάποια ταινία πάνω της άσχετα πόσες φορές έκλεβε την παράσταση.
«Η σχέση μας, ας πούμε η επαγγελματική, υπήρξε πολύ περίεργη », εξομολογείται η Γκέλλυ.
«Το βρίσκω φυσικό.
»Η μητέρα μου είχε τις δικές της επιτυχίες, και δεν την εντυπώσιαζε ας πούμε, ιδιαίτερα μια δική μου επιτυχία.
«Χαιρότανε βέβαια, αλλά όχι τόσο, όσο θα ήθελα εγώ...
«Καυχιόταν για άλλα πράγματα σε σχέση με μένα: για τις γλώσσες που μιλούσα, για τις σπουδές μου...
»Όμως εγώ μακάριζα άλλες συναδέλφισσες, που οι μανάδες τους ήταν παραδείγματος χάριν δικηγόροι ή γιατροί ή νοικοκυρές, έκαναν οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα, δεν ήταν θεατρίνες και καμάρωναν:
»Είδες την κόρη μου στην αφίσα: Την είδες στην τελευταία της ταινία; Την είδες στο θέατρο: Λεν ήταν χάρμα;
»Η μητέρα μου ήταν λίγο ψυχρή σε σχέση μ’ αυτά.
»Μια φορά μόνο μου είπε καλό λόγο. Ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ’70, όταν ο “Αγνωστος πόλεμος" ήταν στο ζενίθ του, κι εγώ είχα μια σκηνή πολύ δραματική.
»Με δίκαζε ένα στρατιωτικό δικαστήριο, και ο Φώσκολος μου είχε ετοιμάσει μια απολογία που κρατούσε κάποια ατέλειωτα λεπτά.
» Ένας τεράστιος μονόλογος.
«Φουλ το κλάμα, το αληθινό από μένα.
»Και τι δεν έγινε εκείνο το βράδυ, που προβλήθηκε το επεισόδιο από την τηλεόραση.
«Μάλιστα ο σημερινός σκηνοθέτης Γιώργος Μούλιος και τότε τεχνικός της ΥΕΝΕΔ μού τηλεφώνησε γύρω στη μία μετά τα μεσάνυχτα.
«Προσπαθούσε επί ώρες να επικοινωνήσει μαζί μου, αλλά το τηλέφωνο βούιζε συνεχώς.
»Τι έγινε, κυρία Μαυροπούλου; Δεν είδα το αποψινό επεισόδιο, αλλά ξέρετε είμαι βάρδια στον σταθμό και το τηλέφωνο δε σταματά να χτυπά.
»Ο κόσμος ρωτάει τι θα γίνει παρακάτω...
»Πολλοί δε από την επαρχία, γυναίκες κυρίως, απειλούν ότι θα κατέβουν στην Αθήνα με πλακάτ και θα τα σπάσουν όλα σε περίπτωση που το δικαστήριο σάς καταδικάσει σε θάνατο...
»Ε, εκείνο το βράδυ μου είπε, θυμάμαι, η Μαρίκα:
»Πού βρήκες όλη αυτή τη συγκίνηση, χρυσό μου: Πώς βγήκε αληθινά από μέσα σου: Δεν έχεις γίνει μητέρα, ώστε να σου είναι γνώριμος ο πόνος που μια μάνα νιώθει για το παιδί της».
Χρόνια προσπαθούσε να την κάνει να μιλήσει για τη ζωή της. Αλλά εκείνη αρνιότανε... Μια μέρα, καθώς η Γκέλλυ την πίεζε να το κάνει, η Μαρίκα τη ρώτησε:
«Τι είναι αυτό που σε κάνει να ψάχνεις τις ρίζες σου;»
«Αιφνιδιάστηκα», γράφει η Γκέλλυ. «Δεν ήξερα τι να της απαντήσω. Το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό ήταν η σχέση μου με εκείνη.
«Θαυμασμός στο ξεκίνημα [...], ασυνεννοησία αργότερα, ανταγωνισμός, ζήλια, πολλές φορές οργή, αλλά και μίσος ώρες ώρες.
«Ύστερα ενοχές. [...] Η λαχτάρα για συγγνώμη».
Η Μαρίκα Κρεβατά γεννήθηκε το 1910. Ήταν κόρη της Σοφίας Κρεβατά και εγγονή της Ροζαλίας Παντελιάδου. Κωνσταντινουπολίτισσες και οι δύο και οι δύο ηθοποιοί σε τόπο και καιρούς δύσκολους. Η Γκέλλυ εξιστορεί:
«Δεν ήξερε πολλά για τη θεατρίνα γιαγιά της, η μάνα της, όμως, η Σοφία, της είχε πει πως ήταν μια πολύ αυστηρή γυναίκα που τη δίδασκε με τυραννικότητα, ξύλο ανελέητο δηλαδή, την τέχνη της καλής... νοικοκυράς».
Η Σοφία έγινε τελικά νοικοκυρά, αλλά και θεατρίνα.
«Τα παιδικά της χρόνια και πάντα λόγω της σκληρής διαπαιδαγώγησης δεν ήταν ευχάριστα.
«Λάτρευε τον πατέρα της τον Αβραάμ Παντελιάδη, “μέγας κωμικός της Παντομίμας”, όπως αναφέρει ο Γιάννης Σιδέρης.
»Αυτός, λοιπόν, ήταν μια ευγενική και μειλίχια ύπαρξη. [...] Μα, δεν τον έβλεπε πολύ. Έφευγε χαράματα και γύριζε αργά τη νύχτα από τη δουλειά. [...]
»Στα δεκαεννιά της [...] γνώρισε τον Σταμάτη Κρεβατά, έναν μουσικό από την Σπάρτη.
»Όμορφος λεβεντόκορμος, με μεγάλα ξανθά μουστάκια, με γαλανά μάτια και βλέμμα απόμακρο...»
Αυτός ήταν ο πατέρας της Μαρίκας. Η Σοφία Κρεβατά μετά τη Μαρίκα γεννά στο σπίτι της ένα ακόμη κοριτσάκι, τη Θάλεια. Κατά τη γέννα η κομπογιαννίτισσα μαμή την αφήνει σχεδόν ετοιμοθάνατη. Αντί γι' αυτήν, όμως, πεθαίνει από τη στεναχώρια του ο άντρας της. Σε λίγο καιρό πεθαίνει και η νεογέννητη Θάλεια. Ο δωδεκάχρονος γιος της το σκάει και μπαρκάρει στα καράβια. Έτσι μένουν ολομόναχες. Η κόρη δύο χρονών και η μάνα καμιά τριανταριά. Μέσα στη φτώχεια...
« Κι όταν λέμε φτώχεια, εννοούμε φτώχεια του κέρατά. Ούτε ένα πιάτο φαγάκι...» έλεγε αργότερα η Μαρίκα στη δική της κόρη.
Να πώς της περιέγραφε τα παιδικά της χρόνια:
«Πιασμένες κι οι δύο από το χέρι γυρνούσαμε από συγγενή σε συγγενή να κάνει καμιά δουλίτσα η μαμά, να βγει το μεσημεριανό μας.
»Ακόμα κι όταν εργαζόταν εκείνη στο θέατρο, συνεχιζόταν η ίδια μιζέρια και ανέχεια.
»Τότε ήταν άγριες εποχές. Πότε πληρώνονταν οι ηθοποιοί, πότε όχι...
»Μέναμε ψηλά στην Ασκληπιού, σ’ ένα υπόγειο και κατέβαινα με με τα πόδια κάτω στη Βερανζέρου στην αδελφή της, τη θεία μου την Αναστασία.
»Όλο και κάποια δουλειά θα είχε εκείνη. Θα έμπαινε στη μέση η γιαγιά σου να βοηθήσει και μ’ αυτόν τον τρόπο ένιωθε πως πρόσφερε κάτι για το φαγάκι που εισπράτταμε.
»...Τα βράδια. Θεέ μου, φεύγαμε σούρουπο από τη θεία κι έπεφτε σκοτάδι... Εγώ έτρεμα σύγκορμη.
»Ήταν πολύ νέα. Την πείραζαν οι άντρες στον δρόμο. Η ίδια δε φοβότανε. Μου 'σφίγγε το χέρι και προχωρούσαμε...
»Ώσπου να φθάσουμε στο υπογειάκι μας, έφευγε η ψυχή μου...»
Όμως η αφήγησή της δε σταματά εδώ:
«Δεν έπαιξα ποτέ μου με κούκλες. Δεν υπήρχαν στο σπίτι. Δεν έπαιξα ποτέ με παιδιά. Δε θυμάμαι τον εαυτό μου ανέμελο ποτέ.
»Ένας κούκλος μοναδικός μου 'ρχεται τώρα δα στη μνήμη. Τον μάζεψα μια μέρα από τα σκουπίδια της γειτονιάς.
»Κάποια παιδιά του 'χαν βγάλει και τα δυο μάτια.
»Τον πήρα αγκαλιά.
»Φώναζε η μάνα μου, να αφήσω τις βρομιές.
»Ποιες βρομιές;
»Για μένα αυτός ήταν για καιρό ο άντρας μου, ο τραυματίας. Είχε γυρίσει από το μέτωπο. Γυμνός, μοναχός, ηττημένος...
»Ω! Τι συντροφιά για μένα, και τι τύχη μεγάλη για κείνον!...»
Το σχολείο δεν της άρεσε. Κανένα μάθημα, εκτός από ένα δημοτικό ποίημα που είχε μάθει να απαγγέλλει... Έβρισκε κάθε τόσο ευκαιρία να μην πηγαίνει.
« Τι μάθημα έχετε σήμερα, παιδί μου; τη ρωτούσε η Σοφία.
»Τίποτα καλέ. Χειροτεχνία και γυμναστική, απαντούσε η Μαρίκα.
»Ε, καλά τότε μην πας».
Στο θέατρο βγήκε πολύ μικρή... Υπάρχει και μια αστεία ιστορία από κείνα τα χρόνια. Είναι τεσσάρων ετών, σε μια τουρνέ. Ο θίασος παίζει τη «Μήδεια», και εκείνη είναι ένα από τα παιδιά της. Η πρωταγωνίστρια με γουρλωμένα μάτια τα πλησιάζει για να τα σκοτώσει. Οπότε έντρομη η μικρή Μαρίκα κλαίει και την εκλιπαρεί:
«Θείτσα, μη. Μη με σκοτώσεις. Τι σου ’κανα;»
Το κοινό φυσικά έβαλε τα γέλια και πήγε... περίπατο η τραγωδία. Έπαιζε, επίσης, παιδικούς ρόλους δίπλα στην Κοτοπούλη σε παραστάσεις όπως: «Η Δασκαλίτσα» του Νικοντέμι. Μετά έκανε ένα πέρασμα από τον θίασο οπερέτας του Γεώργιου Ξύδη. Ουσιαστικά η πρώτη επαγγελματική εμφάνιση γίνεται στον θίασο της Ροζαλίας Νίκα. Σπουδαία αρτίστα. Μία ντίβα της εποχής της ήταν και κείνη. Ιδού πώς τη χαρακτηρίζει θεατρικός κριτικός στη Συριανή εφημερίδα Ήλιος, το 1905.
«...Σεμνήν ιέρειαν της τέχνης. Ην η φύσις επροίκισε δι’ όλων των τιμαλφεστέρων χαρισμάτων τα οποία αφειδώς εσκόρπισεν επάνω της.
«Σκηνικόν κάλλος θεσπέσιον, σώμα ζηλευτόν, φωνή μαγευτική, απαγγελία θωπευτική απευθυνόμενη εις την καρδία. Πότε συγκινούσα γλυκύτατα και πότε θέλγουσα...»
Προφανώς την... ήρασθη σφόδρα.
Ο δρόμος προς την κορυφή είχε ανοίξει για τη Μαρίκα. Κάνει απανωτές περιοδείες με καλούς θιάσους, όπως του Μάνου Φιλιππίδη.
«Να δείτε μια νεαρή που είναι με τον Φιλιππίδη στην Κρήτη», λέγανε τότε. « Έκτακτη, μεγάλο ταλέντο».
Το όνομά της γίνεται πλέον γνωστό. Αρχίζουν να τη ζητούν σε όλα τα μεγάλα μουσικά θέατρα της Αθήνας. Στη Λυρική Σκηνή ερμηνεύει την Εύα, στην ομώνυμη όπερα του Λέχαρ.
Όταν πρωταγωνίστησε στο έργο «Η Πιπίτσα» των Πρινέα-Μάστορα, λανσάρησε αυτό το τραγούδι που έκανε τεράστια επιτυχία: Πίτσα, Πιπίτσα, Πηνελοπίτσα, / Απ’ τον καιρό, παιδί μου, που ’γινες κομμάτι / Να μας πεθάνεις όλους το βάλες γινάτι. / Καημένη Πίτσα, Πηνελοπίτσα, / Θα μας πεθάνεις μα το ναι. / Γιατί εσήκωσες ψηλά τον αμανέ. Στις αρχές της δεκαετίας του '30 γνωρίζει τον κατά εννέα χρόνια μεγαλύτερο της. Αγγελο Μαυρόπουλο, τον πατέρα της Γκέλλυς Μαυροπούλου. Εκείνος είναι από τους περιζήτητους κομπέρ του μουσικού θεάτρου και πρωταγωνιστής της οπερέτας. Παντρεύονται και χωρίζουν τρεις μήνες μετά τη γέννηση της κόρης τους, η οποία δεν έμαθε ποτέ το γιατί... Το γράφει στο « Όσα δεν είπαμε τότε...»
«Τον πατέρα μου, δεν τον συνάντησα ποτέ στο σπίτι. Δε... συγκατοικήσαμε ποτέ. [...]
«Κάποια ζήλια της Μαρίκας; [...] Κάποια άλλη γυναίκα; Δεν έμαθα ποτέ. Ο άντρας πάντως είχε φύγει από τη φαμίλια.
«Κακή, αρνητική κουβέντα δεν ακούστηκε ποτέ για τον μεγάλο απόντα. f...|
»Λίγο ύποπτη ήταν μόνο η φράση:
»Είναι πατέρας σου, κι εσύ πρέπει πάντα να τον αγαπάς και να τον σέβεσαι...»
Ο Αγγελος Μαυρόπουλος ξαναπαντρεύτηκε. Την ηθοποιό Καίτη Βερώνη. Και η Μαρίκα Κρεβατά ξαναπαντρεύτηκε. Τον Γιώργο Γαβριηλίδη έπειτα από μακροχρόνιο κρυφό για τους δικούς της δεσμό μαζί του. Στο θέατρο και στο σινεμά οι δυο τους ήταν σχεδόν αχώριστοι και πολύ επιτυχημένοι. Στο ενδιάμεσο του χωρισμού της από τον Μαυρόπουλο και της γνωριμίας της με τον Γαβριηλίδη, τη Μαρίκα Κρεβατά ερωτεύτηκε ο Παρασκευάς Οικονόμου, θιασάρχης της όπερας στο θέατρο Παπαϊωάννου της οδού Πατησίων, το μετέπειτα θέατρο Μπουρνέλλη. Ο Παρασκευάς Οικονόμου είχε μαθητεύσει κοντά στον μεγάλο δάσκαλο της οπερέτας Γιάννη Παπαϊωάννου, τον οποίο και διαδέχθηκε ως θιασάρχης, στο θέατρο Παπαϊωάννου. Σύζυγός του υπήρξε η Σωτηρία Ιατρίδου, η ηθοποιός και δημιουργός γνωστών τραγούδιών, όπως το «Ακόμα ένα ποτηράκι» και το «Σεβιλιάνια»... Τη διετία 1937-1938 συμπρωταγωνίστησε στις ελληνοαιγυπτιακές παραγωγές του Τόγκο Μιζράχι «Δόκτωρ Επαμεινώντας» και «Καπετάν Σκόρπιός» δίπλα στις αδελφές Καλουτά. Στην Αίγυπτο, επίσης, έκανε και μια τρίτη ταινία. Λεγόταν «Αρραβών μετ’ εμποδίων» σε σκηνοθεσία του Ιταλού Αλεβίζε Ορφανέλλι, με τη Ρένα Ντορ σε μια από τις σπάνιες εμφανίσεις της στο σινεμά. Έτσι το όνομά του έχει κατά κάποιο τρόπο συνδεθεί με τη λεγάμενη Αιγυπτιακή περίοδο του ελληνικού κινηματογράφου. Κατά τη διάρκειά της, στα στούντιο του Κάιρου, έγινε μια αξιόλογη προσπάθεια ανανέωσής του. Η Σοφία Κρεβατά τον ήθελε για γαμπρό της, γιατί θα βοηθούσε τη Μαρίκα στην καριέρα της. Εκείνη, όμως, ερωτεύτηκε με πάθος έναν νεαρό όμορφο θαυμαστή της. Τον Αριστοτέλη... αγνώστων λοιπών στοιχείων και επαγγέλματος. Αυτά για τους άντρες της ζωής της. Η όπερα άρχισε να πνέει τα λοίσθια σιγά σιγά, και η Μαρίκα Κρεβατά περνά στην επιθεώρηση. Συγκροτεί κατά καιρούς θιάσους με τους καλύτερους: Μαυρέα, Νίκο Μηλιάδη, Αυλωνίτη, Μακρή, Μαρίκα Νέζερ, αδελφές Καλουτά, Κόκκινη, Κώστα Δούκα, Βρανά κ. ά. Μετά την Κατοχή, το 1946, συμμετέχει στη «Νέα Μουσική Σκηνή» μαζί με τους Ντιριντάουα, Σπύρο Πατρίκιο, Φρόσω Κοκόλα, Λαυρέντη Διανέλλο και άλλους πρωταγωνιστές. Οι περισσότεροι με βεβαρημένο παρελθόν ήταν στιγματισμένοι από την ασφάλεια με τη στάμπα του αριστερού. Η Μαρίκα Κρεβατά ανήκε στο ΕΑΜ και ήταν παθιασμένη κομμουνίστρια. Ανεβάζουν στο θέατρο Σαμαρτζή την επιθεώρηση του Ασημάκη Γιαλαμά: «Γιούπι, γιούπι, για...» Είναι το μόνο έργο στο οποίο τολμούν να μιλούν για Εθνική Αντίσταση και Διχασμό, εν μέσω εμφυλίου. Το θεατρόφιλο κοινό συρρέει και εκτονώνεται. Αλλά όχι μόνο αυτό... Δεν έχει διασωθεί ούτε ένα κείμενο από την παράσταση αυτή. Η επιθεώρηση πάντως δεν άρεσε ποτέ στη Μαρίκα Κρεβατά. Το είχε εξομολογηθεί στην Γκέλλυ...
«Είναι ένας χώρος που πρέπει να επιδιώκεις να δυναμώνει το χειροκρότημα.
»Η Άννα Καλουτά, ακόμα και αν το νούμερο δεν ήταν και τόσο καλό, έριχνε ένα τσάμικο στο τέλος και έπαιρνε τη γαλαρία με το μέρος της.
»Η Μαρίκα Νέζερ δεν έφευγε εύκολα από τη σκηνή. Έμπαινε μέσα και έβγαζε απ’ την κουίντα το μουτράκι της.
«Χειροκροτούσε ο κόσμος, ξανάμπαινε μέσα.
»Τώρα έβγαζε μαζί με το μουτράκι και το ένα χέρι.
«Έκανε νόημα να χειροκροτήσουν περισσότερο. Δυο, τρεις φορές. Και όταν πια ο κόσμος ξεσηκωνόταν με πολλά χειροκροτήματα, σφυρίγματα και όλο τότε έβγαινε και δίνοντας σήμα στην ορχήστρα επαναλάμβανε το τελευταίο κουπλέ.
«Η Ρένα Ντορ, αχώριστη φίλη μου, σήκωνε το βρακάκι της, για να δυναμώσει το χειροκρότημα- το σήκωνε ξανά και ξανά, ώσπου να πέσει το θέατρο απ’ τα γέλια. Εγώ, λοιπόν, που βασιζόμουν στο νούμερο μόνο και στην καλή εμφάνιση, δεν έμαθα ποτέ να εισπράττω το χειροκρότημα με άλλους τρόπους».
Ώσπου την περίοδο 1955-57 κάνουν μαζί με τον Γιώργο Γαβριηλίδη στροφή στην πρόζα. Παίζουν με τον θίασο του Μίμη Φωτόπουλου στον «Καλό Στρατιώτη Σβέικ» του Γιαροσλάβ Χάσεκ σε διασκευή Σωτήρη Πατατζή. Η Μαρίκα Κρεβατά και η Γκέλλυ Μαυροπούλου είχαν συναντηθεί αρκετές φορές στη σκηνή και έχουν κάνει μαζί τρεις τέσσερις ταινίες. Η πρώτη κινηματογραφική εμπειρία της Κρεβατά ήταν στο «Δελησταύρου και Υιός» του Σακελλάριου το 1957, με τον Βασίλη Λογοθετίδη. Ακολούθησαν πολλές ακόμη. Στην τηλεόραση είχε μόνο μια συμμετοχή το 1972 στη σειρά «Το εικοσιτετράωρο ενός παλιατζή» του Αντώνη Μιχαλέα. Έπαιζαν ακόμη: Μίμης Φωτόπουλος, Κούλης Στολίγκας, Λαυρέντης Διανέλλος, Νίκος Φέρμας, Ταύγέτη και Γιώργος Γραβριηλίδης. Εγκατέλειψε τα φώτα του θεάματος γύρω στο 1973. Το φως της ζωής έσβησε για κείνη σε κάποια κλινική, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1994. Το φινάλε ανήκει στην κόρη της Γκέλλυ. Αλλωστε στη δίκιά της μαρτυρία και στα κείμενά της χρωστάω τα χρώματα αυτού του πορτρέτου. Διαβάζω από το « Όσα δεν είπαμε τότε...» Κάτι σαν αντίο:
«Κάποτε άρχισε σιγά σιγά η πτώση. Η πτώση και η... σιωπή. Τι αγωνία! Τι λαχτάρα! Τι εμπειρία μοναδική!|...]
»[...] Ακόμα κουδουνίζει στ’ αυτιά μου η φράση ενός περιώνυμου καθηγητή παθολόγου, όταν τον ρώτησα από τι υποφέρεις.
»Από τη νόσο των δεκαετιών, η απάντηση.
»[...] Αλλά τι καημός αβάσταχτος αλήθεια!
»Στην έξοδο από τούτη τη ζωή και στο κατώφλι της άλλης, ο άνθρωπος να χάνει την αξιοπρέπεια του, να ξαναγίνεται μωρό ανήμπορο.[...]
»Τι ξαφνικό αναποδογύρισμα. Χριστέ μου! Σιγά... σιγά... σιγά... αλλά μεθοδικά... βρέθηκες, μάνα μου, σ’ ένα κρεβάτι με κάγκελα γύρω γύρω, σε σηκώναμε αγκαλιά σχεδόν για να καθίσουμε στην πολυθρόνα, σε τάί'ζαμε, σε πλέναμε.
»Κι εσύ κοιτούσες ολόγυρα με απορία, με τα χιλιάδες ερωτηματικά που κυριαρχούσαν στα βαθυγάλαζα μάτια σου...» 
[Αντώνης Μιχ. Πρέκας / «Σαν παλιό σινεμά...»
 / Αθήνα  / Ιούλιος 2006]

https://anemourion.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου