Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Το παράπονο του κουρέα: Οι άνθρωποι μάθανε να καλοπερνούνε σήμερα

Ιστορίες από την παλιά Αθήνα
Το παράπονο του κουρέα: Οι άνθρωποι μάθανε να καλοπερνούνε σήμερα

Κοινωνιολογικές παρατηρήσεις σ’ ένα κουρείο του 1929

«Ο κουρεύς μου, ακολουθών την πανάρχαιαν παράδοσιν του ξυρίζειν διττώς, δια του ξυραφίου δηλαδή και της γλώσσης, εισήλθεν απ’ ευθείας εις το θέμα του.

-Λοιπόν κύριε, δύο άνθρωποι άνοιξαν τώρα τελευταία κουρεία στας Αθήνας χωρίς να είναι κουρείς οι ίδιοι.

-Τι θέλετε να πήτε, τον ερώτησα.

-Θέλω να πω ότι το πράγμα αυτό δεν συνέβαινεν άλλοτε.

-Γιατί δεν συνέβαινεν;

-Διότι απλούστατα διευθυνταί κουρείων εγίνοντο οι παλαιοί υπάλληλοι των κουρείων. Σιγά-σιγά από τον μισθό τους και από τα πουρμπουάρ τους, έκαμναν με αυστηρή οικονομία ένα μικρόν κεφάλαιον. Και τι εκέρδιζαν τότε; Τιποτένια πράγματα! Και όμως έθεταν τας οικονομικάς βάσεις μιας επιχείρησης.

Με τον καιρόν αφού ετελειοποιούντο στη τέχνη τους και καλλιεργούσαν από την πελατείαν του ξένου κουρείου την μέλλουσαν  πελατείαν του δικού των, αποχαιρετούσαν ένα καλό πρωί το μάστορή τους, ενοίκιαζαν ένα μαγαζάκι, το επίπλωναν όπως-όπως, επρομηθεύοντο λίγα εργαλεία και να σου τους αφεντικά!

-Τους κατηγορείτε γι’ αυτό;



-Καθόλου! Ήσαν αξιέπαινοι μάλιστα, όπως ήσαν αξιέπαινοι όλοι οι μπακαλόγατοι, που με τον ίδιον τρόπον εγίνοντο μπακάληδες, οι υπάλληλοι των εμπορικών που εγίνοντο έμποροι, οι καλφάδες των ραφείων που εγίνοντο ράφτες με δικό τους κατάστημα, όλα τα φιλότιμα παιδιά, τέλος πάντων, που εδούλευαν και οικονομούσαν για να γίνουν μια μέρα άνθρωποι. Τώρα κανείς δεν το κάνει!

-Γιατί δεν το κάνει;



-Διότι κύριε, απλούστατα, όσα κερδίζουν σήμερα τα γκαρσόνια, οι καλφάδες, οι υπηρέται γενικώς –και ένας Θεός ξέρει πόσα κερδίζουν- τα τρώνε την ίδια μέρα.
Έσκυψε στο αυτί μου και μου επρόσθεσεν εμπιστευτικώς:

-Τον βλέπετε αυτόν τον υπάλληλό μου, που ξυρίζει τον κύριον απέναντι; Να σας πω, πως κερδίζει εκατό πενήντα δραχμές την ημέρα είνε λίγα. Η καλύτερή μου πελατεία τον προτιμά. Και τα πουρμπουάρ πέφτουν βροχή. Όπως είνε καλός μάστορης και όπως έχει γνωρισθή από τους πελάτες θα μπορούσε αύριον ν’ ανοίξη δικό του κουρείο και νάχη εξασφαλισμένη την εκλεκτότερη πελατεία. Θα πεθάνη όμως υπηρέτης! Γιατί θα μου πήτε; Αρκεί να σας πω ότι όλη την τελευταία εβδομάδα της Αποκρηάς γλεντούσε στο Τροκαντερό. Το πιστεύετε; Στο Τροκαντερό κύριε!



Και μαζύ με την συμπλήρωση του ξυρίσματος ο καλός άνθρωπος συνεπλήρωσε και το θέμα του με το σχετικόν συμπέρασμα.

-Η καλοπέραση κύριε! Οι άνθρωποι μάθανε να καλοπερνούνε σήμερα. Κανένας δεν φροντίζει για το αύριο όπως φροντίζαμε στον καιρό μας! Η καλοπέραση, κύριε, η καλοπέραση.
Ήτον ανάγκη άραγε να βεβαιωθή το πράγμα από τον καλόν άνθρωπον;».
(«Ακρόπολις» , 1929, Παύλος Νιρβάνας)

Σημεία των καιρών που τόσο εύστοχα εντοπίζει ο εξαίρετος λογοτέχνης. Οι παλιές  συντεχνίες που με τους αυστηρούς τους κανόνες έβγαζαν επαγγελματίες αρχίζουν σιγά-σιγά να χαλαρώνουν παρασυρμένες από τις νέες επιταγές της εποχής. Ο κόσμος είχε κουραστεί από τους κανόνες και τον συντηρητισμό. Όλα οδηγούσαν πλέον σε μια έντονη διάθεση για διασκέδαση και καλοπέραση. Το τέλος των συντεχνιών δεν άργησε να έρθει. Μετά τον πόλεμο τα περιβόητα ρουφέτια είχαν αυτοκαταργηθεί και μαζί με αυτά και ο επαγγελματισμός μιας άλλης εποχής.

Θυμάμαι ακόμη τα λόγια του Γιώργου Κολλάρου, του γνωστού μπαρμπέρη της οδού Απόλλωνος  κοντά στο παλιό Υπουργείο Παιδείας:

-Έχουμε μείνει τόσοι λίγοι παραδοσιακοί μπαρμπέρηδες που μετριόμαστε πλέον στα δάχτυλα του ενός χεριού

Για τις ανάγκες ενός ρεπορτάζ για την ιστοσελίδα μου προσπάθησα να τους εντοπίσω. Βρήκα άλλους τρείς, τον Χρήστο τον Παυλάτο στην Ρόμβης, τον Γιώργος τον Γαλίτη στην οδό Αναργύρων στου Ψυρρή και ο κύκλος έκλεισε με τον «Πρύτανι», 90χρονο πλέον, Πέτρο Φούκη στην Ευπόλιδος.



Ε, λοιπόν δεν θα το πιστέψετε. Όλοι τους είχαν κοινά χαρακτηριστικά:

Ξεκίνησαν 12χρονα, αμούστακα αγόρια στην 1η βαθμίδα της μπαρμπέρικης συντεχνίας με τον τίτλο «παραγιός» ή «τσιράκι» (από την τουρκική λέξη cirak). Συνέχισαν στην 2η βαθμίδα σαν «κάλφας». Κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του Μάστορα έπρεπε, όταν δεν σκούπιζαν το μαγαζί ή δεν ξεσκόνιζαν το σακάκι του πελάτη, να παρατηρούν τις κινήσεις του μεγάλου δάσκαλου για να μάθουν την δύσκολη τέχνη του κουρέα. Κοπή μαλλιών απλή και καρέ, καθάρισμα αυχένος, ξύρισμα απλό και κόντρα και το πιο δύσκολο, το «σβήσιμο» με ψαλιδάκι…



Και όταν το Αθηναϊκό μειράκιο γινόταν φέρελπις νέος, όταν ο Μάστορας έκρινε ότι ο κάλφας έγινε τόσο καλός επαγγελματίας που θα τιμούσε όλο το σινάφι, τότε τον έδιωχνε να πάει να βρει όσο πιο μακρύτερα γινόταν δουλειά σαν Μάστορας πια κι αυτός, γιατί βέβαια κανένας δικός του πελάτης δεν θα εμπιστευόταν το κούρεμα και το ξύρισμά του σε έναν πρώην κάλφα που γνώριζε από μικρό παιδί!

Αμείλικτοι κανόνες και σιδερένια πειθαρχία που έβγαζαν επαγγελματίες από άλλο πλανήτη σε σχέση με σήμερα.

Θωμάς Σιταράς (Αθηναιογράφος)
Διαβάστε περισσότερα στο www.paliaathina.com
http://www.protothema.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου