Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

ΣΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ

Στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, παρ' όλη τη στέρηση, την πείνα και το φόβο, τα παιδιά της Αθήνας, όπως άλλωστε και όλης της Ελλάδας, ζούσαν κάποιες ώρες ξενοιασιάς, χάρη στην επινοητικότητα τους να φτιάχνουν παιχνίδια από το τίποτα. Τα βιομηχανικά και βιοτεχνικά παιχνίδια που χάθηκαν για ένα διάστημα από την αγορά με το κλείσιμο των λιγοστών εργοστασίων και βιοτεχνιών παραγωγής τους, γρήγορα αντικαταστάθηκαν με αυτοσχέδια, όπως, για παράδειγμα οι βόλοι από πηλό που έψηναν τα παιδιά στους φούρνους των πλυσταριών. Εκτός, όμως, από τα παιδιά, υπήρξαν και ενήλικες που θεώρησαν το παιχνίδι αναγκαίο στα κατοχικά χρόνια, κατά τα οποία όλα, πλην των τροφίμων, ήταν περιττά. Χάρη στις προσπάθειες των ανθρώπων αυτών, οι πανηγυριώτικοι πάγκοι, το πανόραμα, το κουκλοθέατρο και ο καραγκιόζης συνέχισαν να δίνουν χαρά στα παιδιά, που αναγκαστικά είχαν μπλεχτεί στη φρίκη και τον τρόμο του πολέμου. Στους κατασκευαστές παιχνιδιών της εποχής εκείνης αναφέρεται το παρόν άρθρο, αξιοποιώντας μαρτυρίες ανθρώπων, που παιδιά τότε, έζησαν ώρες χαράς, χάρη σε αυτούς τους ανθρώπους που πάλεψαν με το δικό τους τρόπο προσφέροντας το πετραδάκι τους στον κοινό αγώνα.

Οι πανηγυράδες

Στην κατοχική Αθήνα τις ημέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς κατά μήκος της οδού Αιόλου, στήνονταν οι πανηγυριώτικοι πάγκοι με παιχνίδια, κατασκευασμένα συχνά από ξυλάκια, χρωματιστά χαρτιά, άδεια κουτιά από κονσέρβες κ.ά., που έβρισκαν οι κατασκευαστές τους στα σκουπίδια των γερμανικών στρατοπέδων. Ένας από αυτούς ήταν ο Ανανίας Ανανιάδης. Στην εσωτερική πλευρά των παιχνιδιών που κατασκεύαζε με τσίγκινα κουτιά και κονσέρβες, υπήρχε η μάρκα της κονσέρβας.
Το κατάστημα της Μαρίας Σταυροπούλου στην οδό Αδριανού στην Πλάκα, απορροφούσε τα παιχνίδια και τις κούκλες πολλών Ελλήνων κατασκευαστών. Οι περισσότερες από τις κούκλες φτιάχνονταν από πεπιεσμένο χαρτί και ύφασμα και ντύνονταν με ρούχα από γυαλιστερές φόδρες. Προορίζονταν για όλα τα παιδιά, ενώ υπήρχαν και διάφορες φιλανθρωπικές οργανώσεις που τις αγόραζαν σε ποσότητες για να τις δωρίζουν στα παιδιά τα Χριστούγεννα.

Ο Γιώργος Κατέκος στην οδό Ερμού, ήταν ένας μικροκατασκευαστής πανηγυριώτικων παιχνιδιών που ειδικευόταν στα πολύχρωμα μικρά ζωάκια και τις καρικατούρες από σύρμα σαν αυτό που καθαρίζουν τις πίπες. Έφτιαχνε και αραπάκια που ανέβαιναν πάνω σε ένα φοίνικα. Κακόγουστα, αλλά εκείνη την εποχή ήταν για εμάς αριστουργήματα. Ήταν και ο μόνος που έφτιαχνε κλωσόπουλα, από μπαμπάκι, με μία χάρτινη μύτη, χάρτινα πόδια και δύο σκάγια για μάτια. Τα κλωσόπουλα τα άπλωνε συνήθως όλα μαζί πάνω σε ένα μεγάλο σινί από λαμαρίνα. Ο ίδιος έφτιαχνε και υφασμάτινα πασχαλινά αυγά. «Τότε που ήμουν μικρή θυμάμαι που ο πατέρας, μου είχε φέρει ένα πασχαλινό αυγό. Μέσα υπήρχαν κάτι μικρά καραμελάκια από κορίανδο, τα οποία είχα ονομάσει μπίρι-μπίρι.

Το μικρό το μπίρι-μπίρι / θα το πει του νοικοκύρη / να κλειδώσει να αμπαρώσει / και ψωμί να μην τους δώσει».

Το κουκλοθέατρο

Συνάντησα πριν από εννέα χρόνια το Νίκο Ακίλογλου, ο οποίος γύρω στα 1935 δημιούργησε ένα θίασο κουκλοθέατρου που ονόμασε «Θίασο Μαριονέτων Ζωντανές Κούκλες». Ο ίδιος θα αναφέρει. «Σπούδασα στην Παπαστράτειο Σχολή η οποία ιδρύθηκε το 1929 από τον σύνδεσμο για τα δικαιώματα της γυναίκας. Συγχρόνως πήγα τρία χρόνια στη δραματική σχολή του Καραντινού όπου δίδασκε σκηνογραφία ο Σπύρος Βασιλείου. Θυμάμαι ότι γύρω στο 1935 είχε έρθει στην Αθήνα, "Το θέατρο των Piccoli, ένας θίασος με μαριονέτες του Vittorio Podrecca και έπαιξε στο Ζάππειο ορισμένες παραστάσεις. Στο Ζάππειο κράτησαν, όταν έφυγε ο θίασος, δύο από τις κούκλες του και έψαξαν να βρουν τεχνίτες να τις αντιγράψουν. Αποτάθηκαν στη σχολή μου και επειδή ήμουν καλός έστειλαν εμένα. Μαζί με ένα συνεργάτη, παίξαμε αρχικά για δύο χρόνια στο Ζάππειο και στο αλσύλλιο στο Περιστέρι. Και ενώ το πρόγραμμα μας ήταν να παίξουμε ακόμα ένα χρόνο, συνεχίσαμε τις παραστάσεις με τις κούκλες που μας χάρισαν από το Ζάππειο, των οποίων τα κεφάλια και τα σώματα, ήταν από ξύλο. Εμείς τις φτιάξαμε από papier-mache. Ονομάσαμε το θίασο μας "Ζωντανές κούκλες" και από το 1935-36 μέχρι το 1940 δώσαμε ελεύθερες παραστάσεις στο θέατρο Ρεξ, στο θέατρο Μουσούρη, στο Φάληρο και στο Σεσίλ στην Κηφισιά. Στον πόλεμο του '40 επιστρατεύτηκα στην Αλβανία και παράτησα το θίασο στους συνεργάτες μου. Παίξανε για λίγο εδώ στην Αθήνα σε νοσοκομεία, αλλά επειδή το ρεπερτόριο ήταν αντιφασιστικό και αντιχιτλερικό, κάποια στιγμή φοβήθηκαν και τα παράτησαν και όταν γύρισα δεν βρήκα τίποτα». Τον Νίκο Ακίλογλου τον ξαναβρίσκουμε τους πρώτους μήνες της Κατοχής, το θλιβερό χειμώνα του 1941-42, στη μεγάλη πείνα, να δίνει παραστάσεις με κούκλες εντελώς δωρεάν στα παιδικά συσσίτια. 0 ίδιος θα αναφέρει: «Την περίοδο της Κατοχής είχα μια μόνο κούκλα στο σπίτι, ήταν γαντόκουκλα και όχι μαριονέτα. Ήθελα να φτιάξω κούκλες, αλλά δεν είχα τα υλικά, κυρίως το papier-mache το οποίο φτιάχνεται από αλευρόκολλα, παλιά χαρτιά ή εφημερίδες. Παρ' όλα αυτά με το χυλό που έδιναν στα παιδιά και με παλιά χαρτιά και εφημερίδες, έφτιαξα τις κούκλες και έτσι άρχισα την πρώτη παράσταση στα συσσίτια των παλαιών προσκόπων, που ήταν στα αποδυτήρια του Καλλιμάρμαρου Σταδίου προς το Παγκράτι. Στα πρώτα αυτά συσσίτια, που είχε ψηφιστεί να γίνονται στην Αθήνα, στο Πολυτεχνείο και το Μουσείο, πήγαινα με την ταυτότητα σαν απόφοιτος της σχολής Καραντινού. Σε αυτές τις παραστάσεις πρωταγωνιστές ήταν τρεις κούκλες, ο Μπάρμπα-Γιώργης, ο Γαρίδας ο Έξυπνος -όπως λέμε για έναν έξυπνο άνθρωπο το μάτι σου γαρίδα- και ο Χάνος ο Κουτούτσικος. Δεν είχαμε ρεπερτόριο. Τα έργα μας ήταν αυτοσχέδια. Δημιουργούσαμε τις ιστορίες από τις καταστάσεις που βρίσκαμε εκείνη τη στιγμή. Από τα προβλήματα των παιδιών τα οποία μαθαίναμε από τα ίδια, ρωτώντας λίγο πριν αρχίσει η παράσταση, πού κάθονταν, πώς τα λέγανε, ακόμα και το ποιος ήταν και ποιος δεν ήταν ο καλός τους φίλος. Υστερα αρχίζαμε την παράσταση κάνοντας ως επί το πλείστον διάλογο με τις κούκλες και τα παιδιά. Δανειζόμαστε και ιστορίες από τον Καραγκιόζη. Έτσι άρχισε να ακούγεται το κουκλοθέατρο μας και διάφοροι λόγιοι και συγγραφείς θέλησαν να μας βοηθήσουν. Πρώτος ήταν ο Ρώτας, ο σπάνιος αυτός άνθρωπος, ο οποίος έγραψε "Το Πιάνο", ένα πολύ όμορφο παραμύθι το οποίο παίξαμε πάρα πολλές φορές. Τρεις ήταν οι ήρωες του έργου αυτού: ο Σπουργίτης κι ο Γαρδέλης, δύο αλητόπαιδα της Αθήνας που πάσχιζαν να ημερώσουν την πείνα τους με κουτοπονηριές, κι ο Μπαρμπαγιώργος, ο χοντροκομμένος τσέλιγκας που έχοντας ξιπαστεί γιατί τα τυροκομικά προϊόντα του είχαν πάρει τ' αψήλου, νόμιζε πως θα μπορούσε να αγοράσει τα πάντα. Η συνάντηση και οι σύγκρουση των τριών κατέληγε πάντα σε φιάσκο». Τον ίδιο καιρό ο Νίκος Ακίλογλου εντάσσεται στην αντιστασιακή οργάνωση ΕΠΟΝ και με τη βοήθεια μαθητών των Δραματικών Σχολών, όπως της Άννας Ξένου, της Αλκής Ζέη, του Γιώργη Σεβαστίκογλου, του Γιάννη Κύρου και άλλων, σε συνεργασία με το Βασίλη Ρώτα, δίνουν παραστάσεις σε διάφορες συνοικίες της Αθήνας, κυρίως σε νοσοκομεία και παιδικούς σταθμούς. Αργότερα τον βρίσκουμε στο Καρπενήσι να δίνει παραστάσεις στην Ελεύθερη Ελλάδα.

Το Πανόραμα

«Καμιά φορά ερχόταν και το Πανόραμα και βλέπαμε σκηνές από παραμύθια». Το Πανόραμα που θα μπορούσαμε να το κατατάξουμε στα οπτικά παιχνίδια, ήταν ιδιαίτερο παιχνίδι στα πανηγύρια τον καιρό της Κατοχής. Ήταν μια απλούστατη μορφή κινηματογράφου που αποτελείτο από έναν ξύλινο κύλινδρο με πολλές σκαλιστές και ζωγραφισμένες παραστάσεις από παραμύθια ή σκηνές από την καθημερινή ζωή. 0 κύλινδρος ήταν τοποθετημένος σε έναν κεντρικό ξύλινο άξονα, που κατέληγε σε μια ξύλινη βάση και συνδεόταν με ένα ξύλινο γρανάζι και μια μανιβέλα. Γυρνώντας τη μανιβέλα, όλες οι παραστάσεις του κυλίνδρου περνούσαν διαδοχικά μπροστά στο θεατή. Το βράδυ μέσα στον κύλινδρο κρεμούσαν τις περισσότερες φορές ένα αναμμένο φαναράκι ή κερί, έτσι ώστε να φαίνονται οι παραστάσεις σαν σκιές πάνω σε ένα τεντωμένο σεντόνι.

Ο Καραγκιόζης

Διάσημοι καραγκιοζοπαίκτες, όπως ο Μόλλας, ο Μανωλόπουλος ή Γκανής, ο Μ. Ρούλιας κ.ά., δεν έπαψαν να στήνουν το μπερντέ τους και να παίζουν καραγκιόζη, με ιστορίες τις οποίες δανείζονταν απ’ τα γεγονότα της εποχής. Ήταν μεγάλοι καραγκιοζοπαίκτες που διασκέδαζαν τα παιδιά, δίνοντας τους το έναυσμα να βρουν απασχόληση μιμούμενα το έργο και τα κατορθώματα του καραγκιόζη, με παραστάσεις όπως: Ο Μπαρμπαγιώργος και ο Καραγκιόζης βομβαρδίζουν την Ρώμη, Καραγκιόζης και Μουσολίνι, το υποβρύχιο «Παπανικολής». Και το έργο του Μόλλα, ο Θάνατος του Αθανάσιου Διάκου. «Παίζαμε κι' εμείς καραγκιόζη. Με ένα σεντόνι κάθε βραδάκι παρουσιάζαμε τις ιστορίες του καραγκιόζη στους πιτσιρικάδες που ερχόντουσαν και πλήρωναν μια δεκάρα. Υπήρχαν κάτι βιβλιαράκια με ιστορίες και φιγούρες του καραγκιόζη τα οποία αγοράζαμε από το ψιλικατζίδικο. Τις φιγούρες τις κολλούσαμε πάνω σε ένα χαρτόνι και τις σκαλίζαμε με ένα κοπίδι που είχαμε φτιάξει από μια πρόκα την οποία βάζαμε στη γραμμή του τραμ. Οταν πέρναγε το τραμ πάνω απ’ την πρόκα την έκανε κοφτερή σαν κοπίδι». «Ο Καραγκιόζης ήταν ένα πολύ αγαπητό μας παιχνίδι. Ειδικά κάτι μικρά καραγκιοζάκια που βρίσκαμε σε πανηγυριώτικους πάγκους. Τα καραγκιοζάκια αυτά ήταν συνήθως ξύλινα ή χάρτινα. Από τα χέρια τους περνούσε ένας λεπτός σπάγκος οι δύο πλευρές του οποίου ήταν δεμένες σε δύο παράλληλα μικρά χρωματιστά ξυλάκια. Με κάποιο είδος τεχνικής, όταν πίεζες προς τα μέσα τα δύο αυτά ξυλάκια το καραγκιοζάκι άρχιζε να κάνει τούμπες γύρω από τον εαυτό του». Μαρτυρίες Ελένης Μπιστικά, Κυριάκου Ντελόπουλου, Αιμίλιου Μοσχονά, Σιμόνης Μποτέρου, Εφίζιου Μποτέρου.

ΜΑΡΙΑ ΑΡΓΥΡΙΑΔΗ / ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ / ΑΘΗΝΑ / 25.4.1998

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου