Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Υπέρ της διατήρησης του κελύφους του «Άστρον» το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων


Η πρόσοψη του «Αστρον», στην αρχή της λεωφόρου Κηφισίας, παλαιότερες και καλύτερες στιγμές
Υπέρ της διατήρησης του κελύφους του «Άστρον» το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων

Για τέταρτη φορά ο ιστορικός κινηματογράφος «Άστρον» τέθηκε στο επίκεντρο της συνεδρίασης του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων, που σήμερα γνωμοδότησε υπέρ της διατήρησης του κελύφους του κτιρίου.

Είχαν προηγηθεί άλλες τρεις συνεδριάσεις επί του θέματος τα τελευταία έξι χρόνια. Τον Ιούλιο του 2011, τα μέλη του Συμβουλίου μοιράστηκαν στα δύο και η αρνητική γνωμοδότηση προέκυψε από τη διπλή ψήφο του προέδρου.

Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους το ζήτημα αναπέμφθηκε και επανεξετάστηκε, έπειτα από αυτοψία και τα μέλη έκριναν κατά πλειοψηφία ότι δεν πρέπει να χαρακτηριστεί. Ωστόσο, μετά την παρέλευση ενός έτους χωρίς να εκδοθεί σχετική απόφαση από τον τότε υπουργό Πολιτισμού, το θέμα εισήχθη για τρίτη φορά, τον Σεπτέμβριο του 2013 και το ΚΣΝΜ κήρυξε κατά πλειοψηφία τον κινηματογράφο ως διατηρητέο μνημείο.

Εκείνη η ψηφοφορία δεν έμελλε να είναι όμως η τελευταία για το έργο του Σόλωνα Κυδωνιάτη, μια και ο τότε υπουργός Πολιτισμού, Πάνος Παναγιωτόπουλος, ζήτησε και πάλι την αναπομπή του θέματος, έπειτα από τις αλλεπάλληλες αντιφατικές γνωμοδοτήσεις, προκειμένου να συγκεντρωθούν νέα στοιχεία για την επιπλέον τεκμηρίωσή του.

Η Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Αττικής συγκέντρωσε τις απαραίτητες πληροφορίες θεωρώντας ότι το «Άστρον» εκπροσωπεί τη γενιά των μεταπολεμικών κινηματογράφων και αποτελεί έργο επώνυμης αρχιτεκτονικής και πρότεινε τον χαρακτηρισμό του κτιρίου χωρίς τις μεταγενέστερες επεμβάσεις.

Αντίθετα, κατά την πρόσφατη εισήγησή της, η αρμόδια Διεύθυνση Προστασίας και Αναστήλωσης Νεωτέρων και Σύγχρονων Μνημείων, αν και αναγνωρίζει ότι το κτίριο διαθέτει στοιχεία από τις πρωτοποριακές τάσεις της αρχιτεκτονικής της δεκαετίας του 1950, ωστόσο κρίνει ότι παρουσιάζει σημαντικές αποκλίσεις από την αρχική μελέτη του Κυδωνιάτη, που σε συνδυασμό με την αποξήλωση του εξοπλισμού του και τη μη λειτουργία του κτιρίου τα τελευταία εννιά χρόνια, έχει συντελέσει σε απώλεια της φυσιογνωμίας του, γι’ αυτό και πρότεινε τον μη χαρακτηρισμό του ως μνημείου.


Την ανάγκη διατήρησης του μνημείου υποστήριξαν κατά τη σημερινή συνεδρίαση η πρόεδρος της Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας «Monumenta» Ειρήνη Γρατσία και ο πρόεδρος του Πολιτιστικού και Περιβαλλοντικού Συλλόγου Κέντρου Αμπελοκήπων, Φαίδων Παπαθεοδώρου, οι οποίοι χαρακτήρισαν το «Άστρον» τοπόσημο της περιοχής και υπενθύμισαν ότι περισσότεροι από 2.000 κάτοικοι της Αθήνας υπέγραψαν έκκληση προς το υπουργείο Πολιτισμού για τη διατήρησή του.

Οι εκπρόσωποι της ιδιοκτήτριας εταιρείας «Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών» κατά την παράστασή τους τάχθηκαν κατά του χαρακτηρισμού του κτιρίου, γιατί σε αυτή την περίπτωση αυξάνεται δραστικά το κόστος οποιασδήποτε επέμβασης σε αυτό.

Ωστόσο, παρατήρησαν ότι το Διοικητικό Συμβούλιο τάσσεται πλέον υπέρ της αξιοποίησης του ακινήτου με βάση την προηγούμενη χρήση του και δεν σχεδιάζει την κατεδάφισή του όπως στο παρελθόν.

Όπως είπαν, βρίσκονται σε συζητήσεις με επενδυτή προκειμένου να ξαναδώσει στο κτίριο «ζωή» έπειτα από εννιά χρόνια που αυτό παραμένει κλειστό.

Συγκεκριμένα, ο επενδυτής έχει προτείνει την επαναλειτουργία του «Άστρον» ως πολυδύναμου κέντρου, με δύο ή τρεις κινηματογραφικές αίθουσες και χώρο άλλων εκδηλώσεων.

Τα μέλη του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων τάχθηκαν τελικά, κατά πλειοψηφία (οκτώ μέλη υπέρ και τρία κατά), υπέρ του χαρακτηρισμού ως μνημείου του κελύφους του κτιρίου συμπεριλαμβανομένης της τυπολογίας της εισόδου (φουαγιέ), χωρίς όμως τις μεταγενέστερες προσθήκες και τα επικίνδυνα στοιχεία (η στέγη περιέχει αμιαντόφυλλα).

Επίσης, προσδιόρισαν ότι η χρήση του κτιρίου θα είναι για κινηματογράφο και άλλες συναφείς πολιτιστικές δράσεις και υποστηρικτικές χρήσεις.

Μειοψήφησαν ο εκπρόσωπος του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας στο Συμβούλιο, Γιώργος Γκανασούλης, ο προεδρεύων του Συμβουλίου και νομικός σύμβουλος του κράτους, Σταύρος Σπυρόπουλος και η προϊσταμένη της Γενικής Διεύθυνσης Αναστήλωσης, Μουσείων και Τεχνικών Έργων του υπουργείου Πολιτισμού, Ευγενία Γατοπούλου, οι οποίοι συντάχθηκαν με την εισήγηση της Διεύθυνσης για μη χαρακτηρισμό.

Η ιστορία του κινηματογράφου «Αστρον»

Η ιστορία ξεκινάει στις αρχές του 20ού αιώνα, τότε που στην Αθήνα ανοίγουν τις πύλες τους οι πρώτες αίθουσες κινηματογράφου. Αρχικά χρησιμοποιούνται ως κινηματοθέατρα που άλλοτε ανεβάζουν θεατρικές παραστάσεις και άλλοτε προβάλλουν κινηματογραφικές ταινίες.

Στο τέλος του 1910 λειτουργούν ήδη 6 κινηματογραφικές αίθουσες: Κόσμος, Royal, Βαριετέ, Pathé Frères, Ρώμη, Hellas. Οι περισσότερες διαθέτουν πιανίστα που συνοδεύει ηχητικά τις ταινίες του βωβού κινηματογράφου. Την περίοδο του Μεσοπολέμου λειτουργούν 13 αίθουσες στην Αθήνα και άλλες 62 στην επαρχία.

Το 1929 έχουμε την έναρξη του ομιλούντος κινηματογράφου και εγκαινιάζεται στην Αθήνα με την αίθουσα Αττικόν, ενώ τρία χρόνια αργότερα, το 1932 φτιάχνεται το Παλλάς στο ισόγειο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, με χωρητικότητα 2.000 θέσεων.

Το 1954 λειτουργούν 450 αίθουσες σε όλη την Ελλάδα, οι περισσότερες στην Αθήνα. Στην περιοχή των Αμπελοκήπων λειτουργούν αρκετοί θερινοί κινηματογράφοι ενώ οι πρώτοι χειμερινοί κινηματογράφοι κάνουν την εμφάνισή τους στα μέσα της δεκαετίας του 1950.

Τον Απρίλιο του 1956 ο Κωνσταντίνος Ιωαννίδης, ο Δημήτριος Παντερμαλής και οι αδελφοί Δημήτριος και Νικόλαος Μαλτσινιώτης αγόρασαν ένα οικόπεδο στον αριθμό 37 της έρημης τότε λεωφόρου Κηφισίας, προκειμένου να χτίσουν τον πρώτο χειμερινό κινηματογράφο στην περιοχή των Αμπελοκήπων.

Ο Ιωαννίδης είχε σχετική εμπειρία αφού ήδη απο το 1935 είχε φτιάξει το θερινό κινηματογράφο Σινέ Παρί στην Πλάκα, με μια διάθεση νοσταλγίας για το Παρίσι που τότε είχε μόλις αποχωριστεί.

Ο Κωνσταντίνος Ιωαννίδης (φωτ. από τα εγκαίνια του Αστρον, 1957) καταγόταν από την ευρύτερη περιοχή της Προύσας κι έφυγε πρόσφυγας από το Σούσουρλουκ της Μικράς Ασίας το 1923, στα 21 του χρόνια, γεμάτος ανησυχία για όσα είχαν συμβεί, αλλά και γεμάτος όνειρα για όσα τον περίμεναν.

Μέσω της Προσοτσάνης της Δράμας, βρέθηκε στη μικρή πόλη Κρεζώ της Γαλλίας χωρίς να γνωρίζει ούτε λέξη γαλλικά – ούτε ελληνικά μιλούσε τότε.

Δούλεψε για λίγο στην Peugeot, αλλά γρήγορα αναζήτησε τα όνειρά του στο Παρίσι, κοντά στον θείο του, Παναγή. «Οταν έχεις συνηθίσει σε έναν τρόπο ζωής και τον χάνεις από τη μια στιγμή στην άλλη, χωρίς να έχεις ευθύνη, έχεις έναν λόγο παραπάνω να διεκδικήσεις και να αποκτήσεις ξανά αυτά που θεωρούσες παντοτινά δικά σου» έλεγε ο ίδιος πριν το τέλος της ζωής του, όταν του ζητούσαν να ερμνηνεύσει την μετέπειτα επιχειρηματική του επιτυχία.

Ξεκίνησε από μια επιχείρηση γυναικείων κομμώσεων και καλλυντικών. Οι Παριζιάνες είχαν χρήματα να επενδύσουν. Γρήγορα απέκτησε αλυσίδα καταστημάτων, «Maison de Parmenente», τα οποία οργάνωνε και μετά πουλούσε – πρόγονος του franchise. Δημιουργικές μέθοδοι μάρκετινγκ, όπως«δωρεάν κόμμωση, permenente σε όποια κυρία έφερνε τρεις φίλες της στο κατάστημα», έδωσαν μεγάλη ώθηση στην επιχείρηση.

Το 1930 βρήκε τον Κωνσταντίνο Ιωαννίδη επιτυχημένο, οικονομικά εύρωστο, γνωστό στην κοινωνία του Παρισιού και έτοιμο να παντρευτεί... ποιαν άλλη; Μία Ελληνίδα.

Η 20χρονη Φωτεινή Καλαïτζή, που ζούσε στην Αθήνα και καταγόταν επίσης από τη Μικρά Ασία, ταξίδεψε στο Παρίσι και με συνοπτικές διαδικασίες παντρεύτηκε τον Κωνσταντίνο.

Δεν της άρεσε το Παρίσι, θεωρούσε ότι «μόνο για τιμωρία θα μπορούσε κάποιος να ζήσει εκεί», γι' αυτό και μετά τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού το 1932, εκείνος επείσθη και επέστρεψαν στην Αθήνα, παρ' ότι δεν μιλούσε ελληνικά (στην Προύσα μιλούσε τουρκικά, στο Παρίσι γαλλικά).

Η Ελλάδα ήταν η πατρίδα του, αλλά δεν ήταν ο τόπος του. Ηρθε όμως με ζεστό χρήμα στην τσέπη απο τις επιχειρήσεις του που τις πούλησε στην καλύτερη τους στιγμή.

Ηταν έτοιμος να επενδύσει στην Ελλάδα. Με αρχιτέκτονα τον Γεώργιο Γκοτζαμάνη, έχτισε ένα πενταώροφο κτίριο πίσω από την πλατεία Κλαυθμώνος (στον πεζόδρομο της Σκουλενίου), για να στεγάσει την οικογένειά του, και αργότερα στη δεκαετία του 1960 έφτιαξε ένα εξοχικό στη Βάρκιζα η οποία τότε έμοιαζε με σεληνιακό τοπίο (στο παραθαλάσιο αυτό σπίτι γυρίστηκαν πολλές ταινίες της Ιωαννίδης Φιλμ).

Η άδεια του Αστρον εκδόθηκε τρεις μήνες μετά την αγορά του οικοπέδου, τον Ιούλιο του 1956. Τη μελέτη υπέγραφε ο ακαδημαϊκός Σόλων Κυδωνιάτης, ο οποίος μόλις είχε εκλεγεί καθηγητής στο ΕΜΠ.

Ενας από τους καλύτερους αρχιτέκτονες της εποχής του, που δίδαξε και μελέτησε με πάθος την αγροτική αρχιτεκτονική και συνέβαλε στην οργάνωση των χωριών και στην ανοικοδόμηση της χώρας μετά τον πόλεμο.

Ασχολήθηκε επίσης με την προστασία του αστικού περιβάλλοντος (ο πρώτος που έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου το 1920) και τη διάσωση ελληνικών ιστορικών χώρων, ενώ συνέλαβε και την ιδέα της ενοποίησης αρχαιολογικών χώρων.

Στα Αρχεία Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής του Μουσείου Μπενάκη υπάρχει ολόκληρη η μελέτη του κινηματογράφου, και μάλιστα σε δύο παραλλαγές: η μία με 31 σειρές στην πλατεία και 13 στον εξώστη και η δεύτερη με 26 σειρές στην πλατεία και 14 στον εξώστη. Συνολικά προβλέπονταν 1.340 θέσεις: 800 στην πλατεία και 540 «θέσεις διακεκριμέναι» στον εξώστη. Η μελέτη είχε γίνει με το σύστημα CinemaScope και με τέτοιον τρόπο ώστε όλοι οι θεατές να έχουν καλή ορατότητα της οθόνης.

Ο κινηματογράφος είχε μια σημαντική καινοτομία: αναβάθμισε τον εξώστη.

Οι διακεκριμένες θέσεις του Αστρον ήταν στον εξώστη, ενώ ως εκείνη τη στιγμή σε όλους τους κινηματογράφους της Αθήνας η τιμή του εισιτηρίου στον εξώστη ήταν χαμηλότερη.

Κι ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους αγαπήθηκε το Αστρον: ξέφευγε από την αντίληψη του «λαϊκού γκέτο» που είχαν ως τότε οι εξώστες των κινηματογράφων.Στις 4 Ιανουαρίου του 1957 έγιναν τα εγκαίνια του Αστρον, του πρώτου κινηματογράφου των Αμπελοκήπων.

Η πολυτελής μαρμάρινη σκάλα με τον επιβλητικό καθρέφτη κατά την άνοδο, το εντυπωσιακό φουαγιέ των 130 τ.μ. (σπάνιο ακόμη και για τα σημερινά δεδομένα, φιλοξενεί άνετα 150 άτομα), αλλά και η ανατροπή της εικόνας του εξώστη το έκαναν ιδιαίτερα αγαπητό στο κοινό.

Η έναρξη της κρατικής ελληνικής τηλεόρασης το 1966 επηρέασε τους κινηματογράφους όλης της χώρας.

Το 1973, κι ενώ η μείωση των εισιτηρίων συνεχιζόταν, ο Κωνσταντίνος Ιωαννίδης υπέκυψε στις πιέσεις των συνεταίρων του να αποδεσμευτούν από αυτό το περιουσιακό στοιχείο που θεωρούσαν ότι μέρα με την ημέρα έχανε την αξία του.

Πούλησε το μερίδιό του με την προϋπόθεση ότι θα κρατούσε τη διαχείριση – είχε ήδη ιδρύσει την κινηματογραφική εταιρεία Ιωαννίδης Φιλμς ΕΠΕ και χρειαζόταν έναν κράχτη στο κέντρο της Αθήνας.

To 1996 ο κινηματογράφος ανακαινίστηκε, πήρε μια εισπρακτική ανάσα χάρη στις ταινίες «Ο βράχος», με τον Σον Κόνερι και τον Νίκολα Κέιτζ, και «Ο οργασμός της αγελάδας», της Ολγας Μαλέα (1996), αλλά παρόλα αυτά οι ιδιοκτήτες επέμεναν να μην βλέπουν μέλλον στην επενδυσή τους.

To 2004 ο κινηματογράφος πωλήθηκε και το 2009 ο νέος ιδιοκτήτης, το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών, πήρε άδεια κατεδάφισης.

Η μη κερδοσκοπική εταιρεία Monumenta ζήτησε τότε την παρέμβαση του ΥΠΠΟ και του ΥΠΕΚΑ προκειμένου να προστατευθεί το κτίριο από κατεδάφιση, ενώ ο Πολιτιστικός- Περιβαλλοντικός Σύλλογος Κέντρου Αμπελοκήπων κατέθεσε στο ΥΠΠΟ αίτηση χαρακτηρισμού του ως διατηρητέου μνημείου.

http://www.tanea.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου