Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

Βίλλυ Φριτς – ο αστέρας του σινεμά και το γιαπράκι του αστυνομικού δελτίου



Το Μάρτιο του 1933 ήρθε στην Αθήνα ο Βίλλυ Φριτς, γόης της οθόνης και αγαπημένος των γυναικών. Τον έφερε ο Δαμασκηνός, διευθυντής της Κινηματογραφικής Ένωσης, και τον κινηματογραφούσε ο Γαζιάδης σε κάθε του βήμα.
1933
Έμεινε στη Μεγάλη Βρετανία, επισκέφθηκε την Ακρόπολη, το Σούνιο, τον Μαραθώνα, το Δαφνί, μίλησε με θαυμασμό για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, για τη σύγχρονη Αθήνα και τους ανθρώπους της, παρακολούθησε ταινίες στο Σπλέντιτ και στον Απόλλωνα μαζί με τους θαυμαστές του, υπέγραψε άπειρες φωτογραφίες του που πουλιόνταν στο ταμείο του Σπλέντιτ, επισκέφθηκε γραφεία εφημερίδων, γνώρισε τον Δελαπατρίδη, είδε Καραγκιόζη κι έφυγε έχοντας δημιουργήσει εξαιρετικές εντυπώσεις και ακόμα περισσότερους θαυμαστές.
Νέος, κομψός, περιποιημένος, συμπαθητικός, χαμογελαστός, ευγενικός και όμορφος σαν τον Βίλλυ Φριτς ήταν και ο δικός μας Βίλλυ Φριτς, το γιαπράκι του αστυνομικού δελτίου.

1933
1933

Παρουσιάστηκε στην ιδιοκτήτρια ενός σπιτιού στο Παγκράτι ως υποψήφιος ενοικιαστής κρατώντας στο χέρι το παλτό του και την χαιρέτησε με υπόκλιση και χειροφίλημα. Συζήτησε ευχάριστα μαζί της για διάφορα θέματα, είδε το σπίτι, ήπιε τον καφέ που τον τράταρε, δήλωσε ότι το ύψος του ενοικίου δεν τον ενδιαφέρει και τόνισε ότι οι δουλειές του πηγαίνουν πολύ καλά. Έφυγε αποχαιρετώντας την με υπόκλιση και χειροφίλημα και με την υπόσχεση ότι θα περάσει την άλλη μέρα για να κλείσει τη συμφωνία.
Η σπιτονοικοκυρά έμεινε καταγοητευμένη, αλλά ο υπηρέτης του σπιτιού την ειδοποίησε:
— Κυρία, ο κύριος αυτός, μόλις βγήκε στον δρόμο, άρχισε να τρέχει σαν τρελός.
Η κυρία διαπίστωσε ότι της έλειπε ένα επιτραπέζιο ρολόι αξίας και πήγε στην αστυνομία.
Το άψογο παρουσιαστικό του άνοιγε τις πόρτες πολλών καλών αθηναϊκών σπιτιών και το σύστημα της επιδέξιας αφαίρεσης αντικειμένων αξίας ήταν αποδοτικό. Δεν ήταν το μόνο που χρησιμοποιούσε.

Βίλλυ Φριτς Ελεύθερος άνθρωπος 25-3-1933.jpg
1933

Έμπαινε σε εστιατόρεια, ταβέρνες, ξενοδοχεία φαγητού και διάλεγε μια καλή θέση κοντά στην κρεμάστρα. Εκεί κρεμούσε το όμορφο παλτό του, ύστερα έδινε την παραγγελία του, έτρωγε, πλήρωνε, άφηνε γενναιόδωρο πουρμπουάρ στον σερβιτόρο κι έφευγε ξεκρεμώντας το παλτό του μαζί με το ρούχο που βρισκόταν από κάτω. Φυσικά φρόντιζε να το έχει κρεμάσει πάνω από κάποιο καινούργιο και καλό ρούχο. Η κλοπή ανακαλυπτόταν μετά από πολλή ώρα και κανείς δεν ήξερε ποιος την είχε κάνει.
Στα ξενοδοχεία ύπνου νοίκιαζε ένα δωμάτιο και στη συνέχεια εξερευνούσε δωμάτια εύπορων πελατών που τους ξαλάφρωνε από όσα ρούχα μπορούσε να φορέσει. Γιατί δεν μπορούσε, βέβαια, να βγει από το ξενοδοχείο κρατώντας δέμα, αφού είχε μπει χωρίς αποσκευές. Οπότε, για να μην κινήσει υποψίες, τα ρούχα που έκλεβε τα φορούσε και αποχωρούσε ευγενικά.
Το παρατσούκλι Βίλλυ Φριτς του ταίριαζε γάντι λόγω του παρουσιαστικού του. Άλλες εφημερίδες έγραψαν ότι άφηνε επισκεπτήριο μία φωτογραφία του Βίλλυ Φριτς. Άλλες ότι από τα προσωπικά αντικείμενα που έβρισκε στα ρούχα ξεχώριζε τις φωτογραφίες νέων γυναικών. Έγραφε θερμές αφιερώσεις προς τον εαυτό του για το πόσο υπέροχος είναι, πόσο γοητευτικός και πόσο ωραιότερος από τον Βίλλυ Φριτς και παρουσίαζε τις κοπέλες σαν φιλενάδες του.
Τον συνέλαβαν στα παλιατζίδικα την ώρα που διαπραγματευόταν να πουλήσει ρούχα. Δεν κρατούσε τίποτα στα χέρια του. Κάτω από το παλτό του όμως φορούσε διάφορα ρούχα το ένα πάνω στο άλλο.
— Ήμουν φουσκωμένος σαν γιαπράκι, είπε  με χιούμορ.
Στη Γενική Ασφάλεια πέρασαν από μπροστά του διάφοροι για να τον αναγνωρίσουν. Όσους δεν ήταν σίγουροι τους βοηθούσε ο ίδιος με χαμόγελο.
— Και απ’ αυτόν έκλεψα.
— Και απ’ τον κύριο κάτι πήρα.
Είχε κλέψει γιλέκα, σακάκια, παντελόνια. Συνολικά τέσσερις ντουζίνες κουστούμια.
Στους αστυνομικούς είπε:
— Μωρέ παιδιά, μην κάνετε φασαρίες. Αν δεν πεινούσα, δεν θα έκλεβα. Θα μπω στη φυλακή και θα ησυχάσω για λίγον καιρό από το βάσανο του ψωμιού.
— Κι Βίλλυ Φριτς τι σου ’κανε;
— Κι εγώ τι του ’κανα; Για τ’ όνομά του; Δεν φαντάζομαι να τον πειράζει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου