Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Ιστορίες της παρέας του κρασιού, τα αλλοτινά περασμένα χρόνια




Αν βρεθούμε κάποια χρόνια πίσω, θα δούμε ότι, η συμπεριφορά της παρέας του κρασιού, δεν είχε καμία απολύτως σχέση με τη συμπεριφορά της αντίστοιχης παρέας της σημερινής εποχής


Πολλές φορές ξεκίναγε εύθυμη, συνέχιζε με πολλά αστεία, ποικίλα πειράγματα, και περίεργες πλάκες, που προκαλούσαν γέλιο, αλλά πολλές φορές περιέκλειε μια μικρή δόση αστείας βαρβαρότητας.
Δεν ήταν όμως και λίγες οι φορές, που κατέληγε σε πιο προχωρημένες καταστάσεις, πολύ πιο μεγάλης βαρβαρότητας!.
Πάντα ο κύριος αίτιος ήταν το κρασί και μόνο, και δεν ήταν απαραίτητο να υπάρχει κάποιο προηγούμενο.
Απαραβίαστος κανόνας αναμεταξύ τους ήταν, »να μη βρεθεί κανείς στο τέλος παραξηγημένος», καθ’ όσον αυτά συνήθως ήταν »δανικά», εξ ου και η γνωστή Κρητική παροιμία »δανικά τα κούρταλα στο γάμο», (κούρταλα ή κουρταλάκια = παλαμάκια) από το αρχαίο »κρούω».
Ήταν άγραφος κανόνας, ότι στο πείραγμα απαντάς με πείραγμα, και δεν παραξηγείς.
Θα μπορούσαμε να καταγράψουμε αμέτρητες τέτοιου είδους ιστορίες, αν βρισκόμαστε κάποιες δεκαετίες πίσω.
Θα προσπαθήσω να παραθέσω μερικές από αυτές, που έχουν περισωθεί από στόμα σε στόμα, στο διάβα του χρόνου, και που επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές.
»Ο ΤΑΓΑΡΕΣ ΚΑΙ Ο ΓΡΗΓΟΡΗΣ…….»
Ο Ταγαρές και ο Γρηγόρης, είναι μια από τις εύθυμες ιστορίες που έφθασαν στις μέρες μας από στόμα σε στόμα από τα παλαιότερα χρόνια μέχρι και σήμερα.
Η ιστορία διαδραματιζόταν καθημερινά τους καλοκαιρινούς κυρίως μήνες, νοτίως της Ιεράς Μονής της Παναγίας της Καλυβιανής, λίγα μόλις μέτρα από το κεντρικό δρόμο, όπου και διατηρούσε μια καλύβα από αφράτα και που έπαιζε το ρόλο του »καφενείου» της εποχής.
Ο κύριος »εξοπλισμός» της καλύβας ήταν ένα μικρό τετράγωνο τραπέζι, δύο ψάθινες καρέκλες, δύο ποτήρια, ένα κέρμα δραχμής και μια »πεντάρα μπουκάλα» απ’ εκείνες που είχαν τη ψάθινη πλέξη εξωτερικά και προφανώς έβαζε πέντε οκάδες κρασί.
Το κύριο μέλημα του δεν ήταν ποτέ το κέρδος, καθ’ όσον τον ενδιέφερε να βρει έστω και ένα »ορτάκη του φεσού του» (κρασόφιλο), για να πίνει και αυτός μαζί του.
Τότε ήταν που βγήκε η φράση »σ’ υγεία Ταγαρέ – σ’ υγεία Γρηγόρη».
Το μοναδικό κέρμα δραχμής που είχε, το έβαζε πάνω στο τραπέζι και ενώ καθόταν απέναντι από τον ορτάκη του, το έσπρωχνε προς αυτόν δήθεν ότι αυτός κερνά και μετά έκανε την ίδια κίνηση ο ορτάκης του με το ίδιο κέρμα προς αυτόν, για να κεράσει και αυτός τάχατε και η παρέα συνεχιζόταν με αυτό το ρυθμό χρησιμοποιόντας πάλι το ίδιο κέρμα και έτσι με το ίδιο κέρμα έπιναν και οι δυο τους όλη τη νύχτα.
Το κέρμα δηλαδή αυτό έπαιζε το ρόλο της πληρωμής ενώ έλεγαν, ο ένας, σ’ υγεία Ταγαρέ και απαντούσε ο άλλος, σ’ υγεία Γρηγόρη και το αντίθετο όταν κέρναγε ο άλλος.
Τελικά όμως, ψάχνοντας και ρωτόντας για το Ταγαρέ, βρήκα ότι δεν είχε διαδραματιστεί αυτό το γεγονός πάντα με δύο άτομα, καθ’ όσον όταν είχε ορτάκη το έκανε αυτό, όταν όμως δεν είχε έπινε μόνος του το κρασί και έλεγε και το εννοούσε »σ’ υγεία Ταγαρέ, σ’ υγεία Γρηγόρη», διότι επρόκειτο για τον ίδιο του τον εαυτό, που το παρατσούκλι, ήταν »Ταγαρές» και το μικρό του όνομα Γρηγόρης και κατά κόσμο, Ταγαρογρηγόρης!!!!!!!!!
»Ο ΕΤΟΙΜΟΘΑΝΑΤΟΣ ΓΕΡΟΣ ΚΑΙ………. ΟΙ ΜΥΓΕΣ!!!!!!»
Στο χωριό Γαλιά και στη τοποθεσία »Λιδιανά», τα παλιά τα χρόνια, ένα καλοκαιρινό βράδυ, αποσπέριζαν τρεις νεαροί, σε πετρόχτιστο παλιού τύπου σπίτι με μεσοδόκια και η στέγη του ήτανε από »λεπίδα».
Τα τρία άτομα αυτά καθόταν σε μια πετρόχτιστη πεζούλα, έχοντας στο τραπέζι το φλασκί με το κρασί, τις ελιές και το ψωμί, τρώγοντας και πίνοντας, αλλά και κάνοντας τα καλαμπούρια τους συγχρόνως με σκοπό να περάσει η ώρα τους.
Ο ένας, ο πιο δραστήριος της παρέας, που ήταν και το συγκεκριμένο σπίτι το πατρικό του, σκέφτηκε μια ιδέα χαζεύοντας πάνω ψηλά προς τα μεσοδόκια του σπιτιού.
Κάτω από τα μεσοδόκια συνήθιζαν εκείνη την εποχή να κρεμούν φουντωτούς θύμους ή αγουδούρους, που τους είχανε πιτήξει (ψεκάσει) με το στόμα, με ζαχαρόνερο, για να φάνε οι μύγες, να κάτσουν και να κητάξουν (κουρνιάσουν) τη νύχτα και στη συνέχεια, σκοπό είχαν να βάλουν ένα σακί αποκάτω και να τις εγκλωβίσουν μέσα, και να τις πετάξουν έπειτα στη φωτιά, να καούν τα φτερά τους, καθ’ όσον δεν υπήρχαν εκείνη την εποχή τα διάφορα ψεκαστικά μέσα.
Στο αμυδρό φως της λάμπας πετρελαίου, οι καθισμένες μύγες ήτανε πάρα πολλές.
Σκεπτόμενος την ιδέα, είπε στη παρέα του να τον ακολουθήσει, για να κάμουν μια πλάκα στη γειτονιά.
Πήρε ένα φάρδο-τσουβάλι (σακί της εποχής) και με τη βοήθεια των άλλων, με ανοιχτό το πόρο, έβαλαν με προσοχή μέσα τους τρεις κρεμασμένους θύμους, χωρίς να κουνηθούν και φύγουν οι μύγες.
Μετά έβγαλαν με προσοχή τους θύμους από το σακί χωρίς να βγουν έξω οι μύγες.
Έδεσαν με ένα σπάγγο το σακί και τους πήραν και πήγαν σε γειτονικό σπίτι που ξενύχταγαν, περιμένοντας να βγει η ψυχή ενός ετοιμοθάνατου.
Ο ένας ανοίγει σιγά σιγά με πολύ προσοχή τη πόρτα από λίγο, χωρίς να τον αντιληφθούν από μέσα και αδειάζει τις μύγες, με κατεύθυνση προς το εσωτερικό του σπιτιού.
Στη παραζάλη και το καημό των θρηνόντων, ήλθε να προστεθεί μια μετακινούμενη βοή μέσα στο δωμάτιο που την ακούει κάποιος και άρχισε να κάνει το σταυρό του λέγοντας:
– »Εδά πρέπως βγαίνει η ψυχή του και αιωρείται»!!!!!, χωρίς να ξέρει και φανταστεί ότι προερχόταν το βουητό αυτό από το σμάρι των μυγών, καθ’ όσον και εκεί ο φωτισμός ήταν αμυδρός και δεν έβλεπαν να κάτσουν κάπου.
Την ίδια στιγμή σηκώνεται και δεύτερος και λέει:
– Έχεις δίκιο, εδά βγαίνει η ψυχή του…. Αναπαύτηκε, μακαρία του, καλό του ταξίδι!!!!.
Σηκώθηκαν στη συνέχεια και οι υπόλοιποι και σταυροκοπιόταν, λέγοντας…. »Καλό ταξίδι, καλή ψυχή, ο θεός να τον αναπαύσει!!!!!».
……Τελικά όμως η ψυχή του ετοιμοθάνατου δεν βγήκε τότε, καθ’ όσον πήρε τα πάνω του, ανάρρωσε, γλύτωσε και έζησε ακόμα εφτά ολάκερα χρόνια, και η πλάκα των τριών ατόμων έμεινε να λέγεται μέχρι και τις μέρες μας!!!!!!!!!!
»ΕΝΑΣ ΜΠΕΚΡΗΣ ΠΕΡΑΣΑΡΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΓΑΜΟ……»
Τα αλλοτινά περασμένα χρόνια, κάποιοι μπεκρήδες, που το κρασί ήταν το βασικότερο ενδιαφέρον της ζωής τους, δεν έχαναν την οποιανδήποτε ευκαιρία για να βρεθούν ακάλεστοι στον οποιανδήποτε γάμο, βάφτιση, ή και ακόμα μνημόσυνο!!.
Περνά ο Αντώνης της Κυριακής από ένα γάμο του χωριού του, και κάποιοι παρευρισκόμενοι θέλοντας να τον πειράξουν, του φωνάζουν από μακρυά να το κεράσουν στο δικό τους το τραπέζι.
Δεν του έβαλαν όμως κρασί στο ποτήρι, αλλά του γέμισαν μια μεγάλη κούπα από της νταμιτζάνας το παλιό το ξύδι.
Αυτός όμως, ευχήθηκε για το γαμπρό και τη νύφη, »ότι το καλλίτερο», το ήπιε με πολύ άνεση, αλλά τους έδωσε και μια συμβουλή και να μη τη ξεχάσουν……
– Καλό ναι μρε το κρασί σας, μα γω θα σας έλεγα, πως αν έχετε πολύ, να του »δώσετε καιρό» (να το ποιείτε γρήγορα), γιατί ετσά πως μου φαίνεται μρε κοπέλια……. σα να πάει να ξυδιάσει!!!!!!!
»Η ΤΑΓΗ ΤΟΥ ΑΛΟΓΟΥ……ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΑΣΙ!!!!»
Έχοντας κατά νου ότι, το κρασί είναι »ξένη δύναμη», ο Κωσταντής, είχε τη φαεινή ιδέα, πριν να δώσει τα ξημερώματα στο μουλάρι του, που θα του έκανε χωράφι, το τελευταίο »γέμι», συνήθως ταγή, να την έχει εκ των πρωτέρων μουλιάσει…. μέσα σε παλιό κρασί!!!!.
Το μουλάρι »πιάνοντας δουλειά», είχε την εντύπωση ότι θα έσερνε……σαν τρακτέρ με διπλό διαφορικό!!!!!
(Προφανώς ήξερε από δικού του, γιατί πριν να φύγει το πρωϊ για τη δουλειά, έπινε μια μεγάλη κούπα κρασί και το φλασκί ήτανε γεμάτο και κρεμασμένο στα ……σκαρβέλια του σαμαριού, πάνω στο μουλάρι!!!!).
»Η ΠΑΡΕΑ ΚΑΙ ΤΟ …….ΠΙΡΟΥΝΙ!!!!!»
Ντόπιοι, κι από παδά κοντά ήτανε, κρασόφιλοι ταχτικοί σε κρασοπαρέες, αλλά ο ζωηρός της παρέας, όνομα και μη χωριό, στο μεθύσι του επάνω, συνήθιζε να κάνει βάρβαρα αστεία, καρφώνοντας στο διπλανό του και στο μερί απάνω εντελώς ξαφνικά το….. πιρούνι που κρατούσε!!!.
Αλλά ….πάει και πάει το σταμνί στη βρύση…. και τη πάτησε ο κακομοίρης!!.
Ένας απ’ αυτούς, που του είχε καρφώσει το πιρούνι στο μερί. ενώ δεν έδειχνε παραξηγημένος, δεν ξέχασε ποτέ τη χειρονομία αυτή, και του τη φύλαγε……
Βρέθηκαν πάλι μαζί, κάπου κάποτε, με μια παρέα και φρόντισε να κάτσει δίπλα του. Παραφύλαγε πότε θα απλώσει χέρι στη λεκανίδα (φαγιάντζα) για να πάρει κρέας.
Μόλις κάποτε απλώνει το χέρι του, για να πάρει ένα μεζέ, δεν χάνει και αυτός την ευκαιρία, και του καρφώνει με το σειρά του το πιρούνι στο χέρι απάνω, και το χέρι καρφώθηκε στο τραπέζι!!!
Αποτέλεσμα, »το κακό χούϊ» αυτού του ανθρώπου…… κόπηκε για μιας!!
Όλοι δε συμφωνούσαν πως…… »ο κακός θέλει χειρότερα!!!!».
»Ο ΜΑΝΩΛΙΟΣ…….. ΚΑΙ ΤΟ MAXIKROP!!!!!»
Μπεκρής ήτανε και αυτός μια ζωή….
Κάποια μέρα ξεκίνησε να πάει να βρει το γαμπρό του στην υπαίθρια καλλιέργεια τομάτας που είχε στα Ξεροκάμπια της Μεσσαράς.
Όταν πήγε στη καλλιέργεια δεν βρήκε κανένα εκεί πέρα.
Μπήκε στη καλύβα, που είχε ο γαμπρός του, φθιαγμένη από αφράτα, και έψαχνε, ως συνήθως, κάτι να βρει να πχεί φτάνει να είναι οινοπνευματώδες.
Βρήκε ένα μπουκάλι γεμάτο με κοκκινόμαυρο υγρό, που έμοιαζε με κρασί, αλλά δεν ήταν, καθ’ όσον ήταν λίπασμα του αέρος, για ταχεία ανάπτυξη των φυτών,
Εάν δε με απατά η μνήμη μου λεγόταν »Maxikrop».
Αυτός όμως το ήπιε όλο, νομίζοντας πως ήταν κρασί!!!.
Την ώρα που το είχε τελειώσει, φθάνει και ο γαμπρός του.
Τον βλέπει με άδειο το μπουκάλι και ένα ποτήρι δίπλα του.
– Μη μου πεις, πεθερέ μου ότι το ήπιες αυτό εδώ;;;
– Ναι του λέει….. το λυπάσαι;;;
– Α…. δεν κατάλαβες!!!
Είναι υγρή λίπανση για να μεγαλώνουν τα φυτά και τα προϊόντα!!
– Ε…. καλά του λέει και συ…. ένα μπουκάλι ήτανε μόνο……
Ο γαμπρός όμως φοβήθηκε για τη ζωή του, και τον βάζει αμέσως πάνω σε ένα τρίκυκλο που είχε, και τον πάει επειγόντως στο κοντινότερο γιατρό της περιοχής, ενώ κρατούσε μαζί του και το άδειο μπουκάλι.
Ήταν απόγευμα και ο διάβολος το έκανε και ο γιατρός ήταν και κείνος μεθυσμένος!!!!!!.
Ο γιατρός παίρνει το μπουκάλι για να το διαβάσει, και να δει περί τίνος πρόκειται.
Διαβάζει, βλέπει πως είναι λίπασμα του αέρος και μάλιστα για ταχεία ανάπτυξη των φυτών, και απευθύνεται στο γαμπρό του λέγοντας: Έλα μρε, του λέει……….Αυτό είναι για να μεγαλώσει…….. Για να του μεγαλώσει…………… κατάλαβες να του μεγαλώσει!!!!!
– Μη μου πεις, του λέει, ο γαμπρός του, πως θα του γενεί κια νε μισό…… μέτρο!!!!!! Σίγουρα βρήκα μπελά………..από τη πεθερά!!!!!!!
Σύνταξη κειμένων: ΦΑΝΟΥΡΙΟΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥΔΑΚΗΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου