Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Σόδομα και Γόμορα καλοκαιριάτικα στην Παραλιακή του 1938





 Όπου η ζέστη μας επανέφερε στην εποχή της Εύας... 
   ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΩΜΑ ΣΙΤΑΡΑ 

Βλέπεις εκεί τας τρυφεράς κι ωραίας δεσποινίδας/ να δένωσι στο σώμα των κάτι στενάς λωρίδας...   Δύο πράγματα ξετρέλαιναν τους προγόνους μας: τα παρατσούκλια και τα ποιήματα. Ιδιαίτερα ο έμμετρος λόγος εθεωρείτο απόδειξη υψηλής μόρφωσης. Ιδού λοιπόν μια δροσερή έμμετρη αντιπαράθεση με δύο ήρωες που είχε δημιουργήσει ο Δ. Γαλερίδης για τους αναγνώστες του περιοδικού «ΘΗΣΑΥΡΟΣ».     




  Κυρίες, Κύριοι, σας παρουσιάζω τον συντηρητικό Κλέωνα, μονίμως γκρινιάζοντα (αριστερά) και τον ανοιχτόμυαλο Χαρίδημο (επάνω) μονίμως ευχαριστημένο, οι οποίοι με τον πολύ δικό τους τρόπο θα μας μεταφέρουν τις αντιφάσεις εκείνης της εποχής (καλοκαίρι 1938), σχετικά με τα όσα συνέβαιναν στις παραλίες.     «Χαρίδημέ μου, Με περιβρέχει ο ιδρώς και τον περισυλλέγω Καίομαι! Αλήθειαν σοί λέγω... μη έχων τι καλύτερον προς το παρόν να πράξω, βούλομαι δε «βοήθειαν» προς όλους να φωνάξω γιατί το πράγμα έφθασε πλέον στο απροχώρητον...  




 Η Αθηνά κι ο Έρασμος –τι ζεύγος αξιέραστον!- ομού μετά της κόρης των και της γρηάς μητέρας των για ν'αντιδράσουν προφανώς στον καύσωνα εκείνον εξέδραμον το Σάββατον –προχθές- εις τον Καρκίνον. Εις τον Καρκίνον, μάλιστα. Δεν είνε καλαμπούρι, γιατί Καρκίνος λέγεται το δροσερόν... Καβούρι!   Αφού με προσεκάλεσαν πήγα κι εγώ μαζί των κι'έγινα ούτω θεατής πραγμάτων ανοήτων. Δεν είχα δη από ετών καμμίαν παραλίαν γι'αυτό κι'ήμουν περίεργος, αγαπητέ μου, λίαν να δω στις σύγχρονες τις πλαζ τι πράγματα τεκταίνονται κι ακόμη ποια φαινόμενα συγκεκριμένως... φαίνονται...  





 Μ'αυτόν επήγα τον σκοπόν, όπως σοί τον καθώρισα ιδών δε τα φαινόμενα -πιστεύεις;- αλλοιθώρισα! Δεν πίστευα τα πράγματα ότι τοσούτον θ'άλλασσαν κι'ότι θα εξηυτέλιζαν οι σύγχρονοι την θάλασσαν.   Διότι δεν πηγαίνανε τα σμήνη των Ατθίδων να δροσισθούν στην θάλασσαν. Αυτό εγώ το είδον, έμεινα δε κατάπληκτος κι'ηπόρησα μεγάλως: Σκοπός των είν'η έκθεσις γυμνού. Κανένας άλλος!   Βλέπεις εκεί τας τρυφεράς κι ωραίας δεσποινίδας να δένωσι στο σώμα των κάτι στενάς λωρίδας -που λέγονται μαγιώ- και με αυτό το ένδυμα να περιτριγυρίζουν δίχως κανένα τρακ, κι'έτσι τους πάντας γενικώς να τους φωτογραφίζουν και δη χωρίς... Κοντάκ!   Αυτά τα ρεζιλίκια -φευ!- δεν υπήρχον άλλοτε, αγαπητέ Χαρίδημε, της εποχής αιχμάλωτε, Ημείς το ηγνοήσαμεν ολοτελώς το γδύσιμον και μπαίναμε στην θάλασσαν με... ένδυμα επίσημον, πράγμα που καταργήσατε εσείς οι νέοι σήμερα... Ήρθανε, βλέπεις, τάγρια κα διώξανε τα ήμερα κι'εφθάσαμε στον όλεθρον χωρίς να σταματήσωμεν... (Τι λες; Πάμε το Σάββατο μαζί να... κολυμβήσωμεν;)   Επί τούτοις σε αφήνω με οργήν αλλά και μένος και διατελώ προθύμως   Κλέων Δυσαρεστημένος»       «Ρε Κλέωνα, Δεν ντρέπεσαι; Δεν ντρέπεσαι γαϊδούρι, να κάθεσαι και να μου λες Καρκίνο το Καβούρι. Ανέκαθεν οι γνώμες σου ήτανε θεοπάλαβες μα τώρα παραγίνηκες. Το ξέρεις; Το κατάλαβες;   Τον τελευταίο τον καιρό πολύ με εκνευρίζεις Όλα τα εξυβρίζεις, δε σου αρέσει τίποτα, και όσα φέρνει η πρόοδος τ'αποκαλείς ξετσίπωτα. Εκτός, βρίσκεσαι πάντοτε, και χρόνου μα και τόπου κι'αποτελείς περίεργον είδος ανισορρόπου. Να με συγχίσης φαίνεται πως σ'έχουνε βαλτό, Τι ήθελες; Αντί μαγιώ να βάζαμε παλτό για να σ'ευχαριστήσουμε; Και θα σε συνεκίνει το θέαμα αν θύμιζε την «εποχήν εκείνη»;       Ωραία όντως, εποχή... Αντί μισού ταλλήρου, εις τα λουτρά πηγαίνατε του Νέου του Φαλήρου (που τα εθεωρούσατε λουτρά προνομιούχα) επέφτατε στη θάλασσα με τα καλά σας ρούχα κι'είχατε την εντύπωσι έτσι πως κάτι κάνετε... (Αχ! Θέλεις σκότωμα, μωρέ πολιτισμέ... αθάνατε)       και κρίμα στην εκτίμησι που μέχρι τώρα τούχα. Γιατί, μωρέ ανόητε, μας τάδωσες τα ρούχα;...)   Τα ρούχα, Κλέων, ήτανε το πιο μεγάλο κρίμα που έκαν'ο πολιτισμός. Πληρώνουμε εις χρήμα εις τσεκ και εις συνάλλαγμα, ακόμη και εις είδος και κρύβουμε τα θέλγητρα της κάθε δεσποινίδος που τα προδίδει ελαφρώς μια λεπτή εσσάνς... Η ζέστη, όμως –μπράβο της!- έδωσε τη ρεβάνς   Κι'έτσι μας επανέφερε στην εποχή της Εύας. Μπροστά της υποκλίνομαι πραγματικά με σέβας, γιατί δια κινήσεως τα μάλα φυσικής -για να μην πω περί αυτής ακόμη περισσότερα- κατώρθωσε και τα μαγιώ τα έκανε λεπτότερα από το πρώτο ένδυμα: το φύλλο της συκής. Γι'αυτό το πράγμα ήθελες, βρε Κλέων, να κλαφτώ;   Γιατί; Δεν είνε πρόοδος σημαντική αυτό;... Από τις αντιλήψεις σου κύτταξε να λυθής χωρίς κανένα δέος, κι'από τα νέα τα μαγιώ να... επωφεληθής... Εάν... μπορής, βεβαίως!...   Επί τούτοις, φίλε Κλέων, σε ασπάζομαι ασμένως ο πολύ καλός σου φίλος, Χάρης Ευχαριστημένος»
  Πηγή: www.lifo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου