Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Καίτη Ντάλη.....



Η Καίτη Ντάλη ξανά στη δισκογραφία με ρεμπέτικα διασκευασμένα από τον Σταύρο Ξαρχάκο
«Ο καλός μου άγγελος»
Της ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ
«Πλατεία Βικτωρίας, σε ένα υπόγειο πρώην μπαρ: γύρω στα 80 τετραγωνικά, με 20 στριμωχτά τραπέζια, ασφυκτικά γεμάτο από θαμώνες που έδειχναν να ξέρουν γιατί βρίσκονταν εκεί. Στο βάθος, μέσα σε αχλύ, ένα μικρό διαμορφωμένο πάλκο με πέντε μουσικούς. Κυρίαρχο πρόσωπο η κυρία των ωκεανών, των λιμανιών, των βραχωδών ακτών, η κυρία Καίτη. Σώμα στητό, κεφάλι όρθιο, μαλλιά ξανθά, βαμμένα όπως παλιά, κι ύστερα άρχισε η "λειτουργία", ο ήχος της μοιραίας συνάντησης».
 Ετσι περιγράφει ο Σταύρος Ξαρχάκος την πρώτη του συνάντηση με την Καίτη Ντάλη. Η γνωριμία με την ίδια και τη φωνή της, αυτή την ιδιαίτερη βαθιά φωνή (σαν μια λίγο πιο βραχνή Βέμπο που τραγουδά λαϊκά), έφερε μια συνεργασία κι έναν δίσκο: λίγο καιρό τώρα «Η κυρία Καίτη κι εγώ» κυκλοφορεί από την Legend, με την Ντάλη να ερμηνεύει 15 γνωστά ρεμπέτικα διασκευασμένα από τον Ξαρχάκο.

Μεσημέρι στο Παλαιό Φάληρο, σε ένα από τα γνωστότερα καφέ της περιοχής. Μια καλοντυμένη γυναίκα που μοσχομυρίζει σαπούνι και άρωμα, με τα λινά της τόσο ατσαλάκωτα ώστε να «δυσφημίζουν» την ιδιότητα του υφάσματος, με τα μαλλιά της καλοχτενισμένα και τα μαύρα της γυαλιά που δεν τα βγάζει λεπτό, παραγγέλνει έναν ελληνικό. Ετσι γίνεται η δική μας γνωριμία μαζί της. Και η δική μας «λειτουργία» είναι η αφήγηση της ζωής της, μιας ζωής απολύτως συμβατής με ό,τι τραγούδησε...

Με τον Βασίλη Τσιτσάνη Από τη λάντζα στο πάλκο

- Πώς άρχισε η περιπέτεια της ζωής σας;

«Γεννήθηκα στη Φωκίωνος Νέγρη. Η τρέλα του τραγουδιού μου μπήκε απ' το σχολείο: 12 χρόνων με είχαν βάλει στη χορωδία να πω το "Αβε Μαρία" του Σούμπερτ. Από τότε έλεγα πως, άμα μεγαλώσω, θα γίνω τραγουδίστρια. Μανιάτης ο πατέρας μου, μου 'λεγε "θα σου κόψω τον λαιμό". Ούτε στο μπαλέτο με άφηνε να πηγαίνω. Αλλά με πήγαινε η μάνα μου κρυφά. Το καταλάβαινε ο πατέρας μου κι άρχιζε το ξύλο: τις έτρωγα κι εγώ κι η μάνα μου. Ωσπου βρήκα κι εγώ μια άκρη και το 'σκασα...».

- Πού πήγατε;

«Στον Καναδά. Είχαμε έναν ξάδελφο εκεί και πήγα να φυλάω τα παιδιά του. Κάθησα λίγο και το 'σκασα κι από κει. Δούλεψα λάντζα, σε εστιατόρια, όρθια 15 ώρες για 5 καναδέζικα δολάρια. Μέσα στο ρέστοραν τραγούδαγα κι έτσι έτυχε να με γνωρίσει ένα αφεντικό. "Ελα να σε κάνω τραγουδίστρια", μου λέει. "Μα το μόνο τραγούδι που ξέρω είναι το "Φέρτε μου ένα μαντολίνο", του λέω. "Θα καθίσεις", επέμενε, "στο πάλκο με ένα ντέφι κι εν τω μεταξύ θα μάθεις". Πήγα. Σ' αυτό το μαγαζί έφεραν λοιπόν τον Τάκη τον Μπίνη να κάνει εμφανίσεις. Με είδε ο Τάκης. "Θα σε κάνω τραγουδίστρια", μου λέει. Κι άρχισε να μου κάνει μαθήματα. Μου έδειξε λοιπόν ορισμένα βασικά πράγματα και τα 'μαθα. Αλλά ντρεπόμουν να βγω τραγουδίστρια εκεί που με ήξεραν. Και φεύγω το '68 και πάω στην Αμερική. Κι εκεί άρχισα να τραγουδάω...».

- Γυρίσατε όμως στην Ελλάδα λίγο αργότερα. Γιατί;

«Γύρισα το '71. Είναι μεγάλη κι άσχημη ιστορία το πώς γύρισα. Η Αμερική μου άρεσε, αλλά πέρασα και πέτρινα χρόνια. Οταν έχεις μια καλή εμφάνιση, ξέρεις τι άσχημο πράγμα είναι; Δεν μπορείς να σταθείς πουθενά: ο καθένας κοιτάει πώς θα σε ρίξει στο κρεβάτι. Κι εγώ έπρεπε να 'μαι για τον εαυτό μου και άνδρας και γυναίκα. Από μέσα λοιπόν από το μαγαζί που δούλευα, με ενοχλούσε ένας άνθρωπος και τον χτύπησα πολύ. Κι επειδή φοβήθηκα να μην πάω φυλακή, θεώρησα σωστό να γυρίσω στην Ελλάδα».

Σαρίφ και Γκαμπίνο

Η Καίτη Ντάλη με τον Τάκη Μπίνη - Κι εδώ τι κάνατε;

«Επιασα δουλειά αμέσως στην "Κάσμπα". Εγινε σεισμός. Ελεγα τα τραγούδια που με είχε μάθει ο Μπίνης, τραγούδια ανδρικά... Αλλά επειδή εκεί δεν με καλοπλήρωναν, έφυγα και πήγα απέναντι στο "Μαξίμ". Κι από εκεί στα "Ξημερώματα" με τον Μητροπάνο. Ουρές κάθε βράδυ και τα πιάτα βουνό. Εκεί με ερωτεύτηκε κι ο Ομάρ Σαρίφ που γύριζε ένα έργο στην Ελλάδα. Ερχόταν το ένα βράδυ, μου 'δινε το σακάκι του, το άλλο το πουκάμισό του και μου 'λεγε "Ελα στο Χίλτον να πάρεις και τα υπόλοιπα". Αλλά εγώ δεν ήμουν έτσι. Ζούσα και με τους γονείς μου...».

- Ο πατέρας σας το 'χε αποδεχτεί ότι γίνατε τραγουδίστρια;

«Οταν ήμουν ακόμα στην Αμερική, του 'χα στείλει ένα γράμμα ότι έγινα τραγουδίστρια. Μου απαντάει "Αφού ήθελες να γίνεις πουτάνα, κοίτα μην έρθεις πίσω με κάνα μπάσταρδο και καπνίστρια γιατί θα σε κρεμάσω". Δεν έμαθα να καπνίζω κι όπως έφυγα ήρθα. Οταν έβλεπε τη συμπεριφορά μου που πήγαινα σπίτι μετά τη δουλειά, το δέχτηκε. Και πριν πεθάνει μου είπε "Εγινες τόσο καλό παιδί. Καλύτερα εσένα παρά 8 αγόρια"».

- Μετά τα «Ξημερώματα» πού πήγατε;

«Μετά με παίρνει ο Ζαμπέτας και μου λέει "έλα στην Αμερική". Και πάω. Εκεί με είχε ερωτευτεί ένας Ιταλός, ανιψιός του μαφιόζου του Γκαμπίνο. Ερχόταν κάθε βράδυ κι έκανε 10.000-20.000 χαρτούρα και πέταγε. Είχα μάθει και δύο ιταλικά τραγούδια για να του τα λέω μόνο αυτουνού. Αλλά το αγαπημένο του ήταν το "Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη". Και τον πήρε χαμπάρι ο Ζαμπέτας κι έλεγε ολόκληρη ιστορία προτού να βγω στο πάλκο. Και μόνο ο Γκαμπίνο; Σκέψου ότι έσκιζαν τα χιλιοδόλαρα και μου έδιναν το μισό για να πάω μαζί τους. "Βάλτε το εκεί που ξέρετε" τους έλεγα».

- Τρεις χρονιές είχατε συνεργαστεί και με τον Τσιτσάνη στο «Χάραμα».

«Πολύ καλός άνθρωπος. Θυμάμαι μια φορά που μου 'πε: "Αυτό το τραγούδι που λες, το ξέρεις ότι είναι δικό μου;" Δεν το 'ξερα. Ηταν ένα τραγούδι που μου το χε μάθει ο Μπίνης. "Δικό μου είναι" μου 'πε αργότερα ο Μπίνης. Γινόταν τότε αυτό. Πάντως, εμένα ο Τσιτσάνης μου άρεσε σαν δημιουργός, ο Ζαμπέτας σαν μπουζούκι, ο Γαβαλάς κι ο Καζαντζίδης σαν φωνές».

Το Βατερλό μου

- Είχατε σπουδαίες συνεργασίες. Αλλά η παρουσία σας δεν είχε σταθερότητα.

«Είχα προβλήματα με τον άνδρα μου, φασαρίες, βασανίστηκα 6 χρόνια να πάρω διαζύγιο. Αυτό ήταν το Βατερλό μου».

- Ο πρώτος δίσκος που κάνατε;

«Με ρεμπέτικα. Μου τον έκανε η Πόλιγκραμ μόλις ήρθα στην Ελλάδα. Παραγωγός ήταν ο Μακράκης. Και κοίτα πλάκα. Και στον τωρινό δίσκο ο Μακράκης είναι παραγωγός. Κι όταν έφυγε ο Μακράκης από την Πόλιγκραμ, πήγε ένας άλλος που με παίρνει μια μέρα τηλέφωνο και μου λέει "η Ρίτα Σακελλαρίου μού δίνει 2 εκατομμύρια για να σε σβήσω". Εγώ δεν είχα λεφτά. Και με σβήσανε. Ο πατέρας μου γεννήθηκε στα Ανάκτορα. Προς τα έξω είχε μια αριστοκρατία στον χαρακτήρα του. Αυτά τα στοιχεία τα 'χα πάρει κι εγώ και δεν άφησα να με εκμεταλλευτούν για να τα κονομήσω. Μέσα σ' αυτό το επάγγελμα τα πράγματα συχνά είναι απ' τη μέση και κάτω. Κι εγώ έφαγα πόλεμο».

- Πόλεμο γιατί;

«Από ζήλια. Εγώ ήμουν ευχάριστη σε όλους, είχα πάντα έναν καλό λόγο να πω και σεβάστηκα τις οικογένειες. Δεν ρίχτηκα ποτέ στης αλληνής τον άνδρα. Ημουν οικιακά, να πάω στο σούπερ-μάρκετ. Δεν είχα ποτέ μου την ιδέα ότι ήμουν μια ντίβα παρ' όλο που και στην Αμερική και στην Ελλάδα μέχρι το '80 δούλεψα στα καλύτερα μαγαζιά».

Ο καλός μου άγγελος

- Μετά πώς βρεθήκατε σε μαγαζιά της Εθνικής;

«Ηταν να πάμε σε ένα μαγαζί με τον Γαβαλά, τον Λυμπερόπουλο και τον Μπονάτσο. Θυμώνει ξαφνικά ο Γαβαλάς όμως, μας χαλάει το πρόγραμμα και μένω ξεκρέμαστη. Ερχεται, λοιπόν, ο καλύτερός μου φίλος, ο Νίκος ο Μακρής, και μου λέει "θα σε πάω εγώ σε ένα μαγαζί και θα 'ρχομαι κάθε βράδυ να σου φέρνω κόσμο". Με πάει σε ένα μαγαζί στη Θηβών, το RBS. Ο ίδιος χάλασε εκεί μέσα 150 εκ. Εγινε το σώσε: ερχόταν η Μαρινέλλα, ο Πάριος, ο Παπαθεοχάρης, όλοι. Πήρα φόρα τότε κι άρχισα να πηγαίνω προς τα εκεί. Σφάλμα. Μετά δεν μπορούσαν να με πάρουν τα άλλα μαγαζιά».

- Ο Ξαρχάκος πώς σας βρήκε;

«Το 2001 έπειτα από μια χρονιά με περιπέτειες πήγα και δούλεψα σε ένα κουκλίστικο μαγαζάκι στην πλατεία Βικτωρίας. Τον Σταύρο τον έφεραν λοιπόν φίλοι του και μετά ξανάρθε 3 φορές. "Εχω κάτι στο μυαλό μου και θα τη βάλω να κάνει μια συμμετοχή", είπε τότε στη Μέμη τη Σπυράτου που είναι πολύ φίλη μου. Τελικά, μου έκανε ολόκληρο δίσκο. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη μαζί του. Εγώ δεν βγήκα από σχολείο. Δεν το πιστεύω ακόμα ότι με διάλεξε να τραγουδήσω. Ο καλός μου άγγελος είναι ο Ξαρχάκος. Λες και ήξερε το τι πέρασα τόσα χρόνια και ήρθε να με ανταμείψει...».


ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 01/07/2005

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου