Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

Μάγια και δεισιδαιμονίες στην Αθήνα του Μεσοπολέμου




  • «H χαρτομάντισσα» (1885). Λάδι σε μουσαμά του ζωγράφου Νικολάου Γύζη (1842-1901).
    Γράφει ο Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς
    Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 η Αθήνα συνταράσσεται από την είδηση: «ΕΝΑΣ ΠΟΥ ΘΕΡΑΠΕΥΕΙ ΔΙΑ ΤΟΥ ΥΠΝΩΤΙΣΜΟΥ»! Ήταν ένας ειρηνικός φούρναρης που θεράπευσε ασθενείς και ισχυριζόταν ότι ήταν προικισμένος με υπερφυσική δύναμη, ενώ σε εκατοντάδες ανέρχονταν εκείνοι που εμφανίζονταν ότι θεραπεύονταν! H είδηση ήταν αρκετή για να ξεσηκώσει τον φτωχόκοσμο στις γειτονιές και τους προσφυγικούς συνοικισμούς. Επιτέλους επιβεβαιωνόταν ότι υπάρχουν μάγια, μυστηριώδεις δυνάμεις, εξωτικές ασθένειες και δαιμονισμένοι! Σαπούνια, καρφίτσες, μαλλιά και κλωστές αναλάμβαναν… δράση.

    Προσφυγικός οικισμός των Πετραλώνων, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου.
    Ο υπνωτιστής κυρ Δημητρός
    Ο υπνωτιστής που ξεσήκωσε τον κόσμο της εποχής (1929) ήταν ο Δημήτρης Λύτσας, ο φούρναρης κυρ Δημητρός όπως τον γνώριζαν οι γείτονές του, στην οδό Αγίας Τριάδας 8, απέναντι από τον Συνοικισμό του Γηροκομείου, στους Αμπελοκήπους. Η φήμη τον ήθελε θεραπευτή «πάσης νόσου και μαλακείας», εξορκιστή κάθε μυστηριώδους και κακοποιού δύναμης. Ότι αδυνατούσε να θεραπεύσει η επιστήμη, το θεράπευε ο αγαθός φούρναρης του Γηροκομείου.
    Καταγόταν από τον Κάλαμο της Αττικής και το 1929 ήταν, ή δήλωνε πως ήταν 46 ετών. Ισχυριζόταν πως τη δύναμή του την προσέφερε μια από τις τρεις προηγούμενες ζωές του, τις οποίες γνώριζε πολύ καλά. Στη μια από τις προηγούμενες ζωές του είχε γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη, ονομαζόταν Νικόλαος Νικολάου και σκοτώθηκε από τους Τούρκους σε ηλικία 40 ετών!
    Στη δεύτερη προηγούμενη ζωή του είχε γεννηθεί στην Παλαιστίνη, ονομαζόταν Σεβαστιανός και πέρασε τη ζωή του ως ασκητής. Από αυτή τη ζωή πίστευε πως αντλούσε το χάρισμα να θεραπεύει «διά της άνωθεν δυνάμεως» διάφορες ασθένειες για τις οποίες η επιστήμη προσφέρει ίαση.
    Και στην τρίτη προηγούμενη ζωή του ήταν βιολιστής στην Ιταλία και πέθανε σε ηλικία 20 ετών. Έτσι εξηγούσε και την κλίση του προς το βιολί, το οποίο έμαθε να παίζει αυτοδίδακτος…

    Ο φούρναρης Δημήτρης Λύτσας με την Κατίνα Κοτσώνη. Το μέντιουμ το οποίο υπνώτιζε.
    Η μέθοδος
    Ο κυρ Δημητρός δεν θεράπευε με μαγγανείες και μάγια. Θεράπευε με προσευχές, εξορκίζοντας τους αρρώστους και χρησιμοποιώντας για τα περαιτέρω ένα μέντιουμ, την Κατίνα, την οποία υπνώτιζε. H Kατίνα Ν. Κοτσώνη, ετών 18, ήταν πελάτισσα του κυρ Δημητρού, ο οποίος υποστήριζε ότι την είχε θεραπεύσει. Ο φημισμένος φούρναρης γιάτρευε τους πάντες -επιληπτικούς, δαιμονισμένους, πάσχοντες από μυστηριώδεις και ακαθόριστες ασθένειες, ξεμυαλισμένους συζύγους-, διέλυε γκρίνιες και γρουσουζιές και επενέφερε στον σωστό δρόμο γάμους που αντιμετώπιζαν πρόβλημα. Έτσι, στον φούρνο του συνέρρεε πλήθος κόσμου από όλες τις γειτονιές των Αθηνών, από τα περίχωρα, αλλά και διάφορα μέρη του πλανήτη.
    Οι ανταγωνιστές
    Ο κ. Δημητρός όμως είχε και ανταγωνιστές. Κοντά στη διασταύρωση Ιωαννίνων και Μαρωνίας υπήρχε μία καφετζού, η Σοφία Σαρίκα από τη Σμύρνη, η οποία ήταν μια χοντρή σαρανταπεντάρα, με χοντροκομμένα χαρακτηριστικά, μελαχρινή. Η κυρά-Σοφία δεν έλεγε ποτέ τον καφέ σε άντρες, παρά μόνο σε γυναίκες, ίσως γιατί αυτές είναι πιο ευκολόπιστες και μπορούσε να τις εξαπατήσει.
    Στην κάθε πελάτισσα έπαιρνε από ένα δεκάρικο και πολλές φορές, εκτός από τον καφέ, τους χορηγούσε και διάφορα μαντζούνια, ανάλογα με την περίσταση και με το αζημίωτο φυσικά. 
    Για παράδειγμα, σε κοπέλα που της «έβρισκε» στο φλιτζάνι ότι την απατάει ο αγαπημένος της, πρότεινε το λεγόμενο μανόγαλο, δηλαδή γάλα από μητέρα επτά παιδιών, το οποίο θα το έριχνε στον καφέ του και εκείνος θα γινόταν τρελός και παλαβός για εκείνη.
    Όλα η τύχη και η μοίρα
    τα δίνουν στους ανθρώπους
    Πέρα όμως από τους ψευδοϋπνωτιστές και τις καφετζούδες, οι Τσιγγάνες μάντευαν τα μελλούμενα, έκαναν και έλυναν μάγια και γενικώς υπερφυσικά πράγματα. Το κέντρο τους, στις αρχές του 20ού αιώνα βρισκόταν στα Κάτω Πετράλωνα. Αλλά σε κάθε γωνιά της Ελλάδας είχαν στήσει τα μαντεία τους, εξαπατώντας αμαθείς και αγράμματους ανθρώπους, κυρίως γυναίκες των λαϊκών τάξεων, που μάζευαν δραχμή προς δραχμή το κατοστάρικο για να τους πουν το χέρι, τη μοίρα δηλαδή, τα χαρτιά ή για να τους δώσουν κάποιο θεραπευτικό παρασκεύασμα. Ιδιαίτερα τους άντρες τούς γοήτευαν με τα σπινθηροβόλα μάτια τους και την ομορφιά τους, με αποτέλεσμα να μην μπορούν εύκολα να τους αντισταθούν σε ό,τι τους ζητούσαν.
    Υπήρχαν βέβαια και αυτές που «διάβαζαν» τ’ άστρα. Εργασία ιδιαιτέρως επικερδής. Πολλοί πίστευαν πραγματικά στους αστερισμούς και στον θρύλο ότι οι Γύφτισσες μπορούν να δουν στα άστρα την τύχη των ανθρώπων. Έτσι, λοιπόν, και εκείνες προέβαλλαν διαρκώς δικαιολογίες για να τους αποσπούν περισσότερα χρήματα, όπως για παράδειγμα ότι το φεγγάρι ήταν θολό και θα χρειαστεί να ξενυχτήσουν και το επόμενο βράδυ μέχρι τα μεσάνυχτα, που θεωρείτο η πλέον κατάλληλη ώρα για να «μιλήσει» μια Γύφτισσα με τα άστρα. Και φυσικά για κάθε ξενύχτι 
    ο πελάτης χρεωνόταν.
    Αντιδράσεις
    Έτσι κάπως ενεργούσαν τέτοιες ομάδες ανθρώπων στην Αθήνα του 20ού αιώνα, εκμεταλλευόμενες ανθρώπους κατωτέρων τάξεων. Φυσικά, υπήρξαν και πολλές αντιδράσεις από άλλους, που ζητούσαν τη συνδρομή της Αστυνομίας, προκειμένου να εκδιωχθούν αυτοί οι αγύρτες, όπως τους αποκαλούσαν, θέτοντας έτσι τέρμα σε μια κατάσταση η οποία έμπαινε εμπόδιο στον πολιτισμό και κρατούσε μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων στο σκοτάδι του Μεσαίωνα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου