Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

Στην οκά




Ήσουνα νιά κι αρχόντισσα,
τώρα σε λεν γερόντισσα.
Γι’ αυτό χτυπάν λυπητερά κι οι μπαγλαμάδες,
γιατί τραγούδια ευτράπελα,
πώς να στο πω, ρε κάπελα,
δεν παν ποτέ με το κιλό· θέλουν οκάδες.

Πόσες φορές, συντρόφισσα,
με σένα φιλοσόφησα.
Πόσοι καημοί, πόσα σεκλέτια, πόσα πάθη
εσβήσανε σαν το `πινα
και κοίταζα τ’ ανθρώπινα
απ’ τα δικά σου τα ολοφώτιστα τα βάθη...

Παρέα με τη λύπη μου
και με το καρδιοχτύπι μου
έπιν’ από το πνεύμα σου το θείο·
κι απ’ τη δουλειά σα γλύτωνα,
με το μπεκρή το γείτονα
μιαν οκαδίτσα κοπανούσαμε στα δύο.

Και ο καιρός σαν άλλαζε
και μες στα φύλλα στάλαζε
το τραγουδάκι μιας βροχούλας παιχνιδιάρας,
εμείς γελώντας κλαίγαμε
και κλαίγοντας το λέγαμε
στο ρε ματζόρε μιας μεσόκοπης κιθάρας.

Πριν πας και βρεις το θάνατο
και γίνεις παλιοκάνατο,
θα `ρθώ το βράδυ να σε βρω, μην το ξεχάσεις,
δε θα `ρθω πάλι μόνος μου,
θα `ναι μαζί κι ο πόνος μου,
με τη στερνή σου τη σταλιά να μας κεράσεις.


Τίμος Μωραϊτίνης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου