Τρίτη, 19 Ιουνίου 2018

Φεύγει το τρένο




  • "Μέσα στο τρένο Γερμανίας Αθηνών
    στην τρίτη θέση σε μιαν άκρη καθισμένος
    αφήνω πίσω μου το μαύρο παρελθόν
    και φεύγω στ'άγνωστο φτωχός κι αδικημένος
    μέσα στο τρένο που με πάει στην ξενιτιά
    κλαίω τη μοίρα μου χωρίς παρηγοριά.

    Αφήνω μάνα και αγάπη ορφανές
    κι ό,τι αγάπησα στον τόπο μου εδώ πέρα
    αφήνω όμως και στιγμές πολύ πικρές
    με την ελπίδα πως θα δω μιαν άσπρη μέρα
    μέσα στο τρένο που με πάει στην ξενιτιά
    κλαίω τη μοίρα μου χωρίς παρηγοριά.

    Φεύγει το τρένο και σφυρίζει συνεχώς
    σαν μοιρολόι, σαν τραγούδι πονεμένο
    γιατί, μανούλα μου με γέννησες φτωχό
    γιατί να ζήσω μακρυά σε τόπο ξένο...."

    Στίχοι - Κώστας Βίρβος
    Μουσική - Στέλιος Καζαντζίδης
    (1965)

    Ανάστατη η γειτονιά την ημέρα που ακόμα κάποιος θα έφευγε για την ξενιτιά
    για να βρεί την τύχη του όπως έλεγαν.
    Θα άφηνε πίσω γυναίκα και παιδιά ή την μάνα του ....
    Συνωστισμός στην αυλή και έξω στον δρόμο για το ξεπροβόδισμα και προσπαθούσαν
    να δώσουν κουράγιο και σ΄αυτόν που έφευγε και σ΄αυτούς που έμεναν.
    "...εσύ να κοιτάς την δουλειά σου μην ανησυχείς για πίσω....εμείς είμαστε εδώ...."
    Και το πίστευαν αυτό και το έβλεπες στην πορεία ότι η οικογένεια του μετανάστη
    δεν έμενε μόνη.
    Στο σταθμό στο λιμάνι οι σκηνές του αποχαιρετισμού δεν ξεχνιούνται.
    "...να μας γράφεις...να προσέχεις...."
    Να μας γράφεις....και από την επόμενη ημέρα η έγνοια του ταχυδρόμου και αυτός
    έφτανε στην αυλόπορτα και φώναζε το όνομα για να πάρει το γράμμα.
    Έτρεχαν όλοι οι αυλικοί μαζί και ο γνωρίζων γραφή και ανάγνωση που απαιτούσε ησυχία.
    Άρχιζε την ανάγνωση....
    Και δωμάτιο είχε βρεί με συμπατριώτη και δουλειά σε εργοστάσιο και τέλος του μήνα
    θα έστελνε και λεφτά.
    Τώρα ότι τραβούσε του λιναριού τα πάθη δεν το έγραφε....
    Αυτοί που πήγαιναν στην Γερμανία γυρνούσαν ευκολότερα πίσω έστω και για λίγο
    να δούν τους δικούς τους.
    Οι άλλοι που πήγαιναν Αμερική και Αυστραλία έφευγαν νέοι και ξαναγυρνούσαν
    γέροι για να πεθάνουν στην πατρίδα όπως έλεγαν.
    Γυρίζοντας έφερναν και μπαούλα με ρούχα και τα μοίραζαν στην γειτονιά
    οπότε έβλεπες να κυκλοφορούν καμαρωτοί με τα πολύχρωμα και περίεργα.
    Με τα περίφημα πουκάμισα με τις μούτζες όπως έλεγαν περιπεχτικά
    τα παντελόνια τα φαρδιά με τις τιράντες για να έχουν οι γειτόνισες
    το απόγευμα να λένε στην απογευματινή τους σύναξη στα σκαλάκια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου