Τρίτη, 3 Ιουλίου 2018

Προσφυγικά γλέντια








  • Οι πρόσφυγες της Μικράς Ασίας άλλαξαν την διασκέδαση στις γειτονιές της Αθήνας
    όπου εγκατασταθήκανε στην αρχή με παράγκες και αργότερα με αληθινά όπως τα έλεγαν σπίτια.
    Αληθινά τέλος πάντων...υπήρχαν οι ειδικοί της εποχής που έχτιζαν σε μια ημέρα το δωμάτιο δίπλα στην παράγκα.
    Οι πρόσφυγες είχαν μάθει να διασκεδάζουν στις χαμένες πατρίδες οικογενειακά και να συμμετέχουν όλοι και όλες στο γλέντι γι αυτό και στην αρχή τους κοιτούσαν περίεργα ειδικά τις γυναίκες
    που τις άκουγαν να τραγουδούν να παίζουν μουσικά όργανα να χορεύουν.
    Τα γλέντια τα καλοκαίρια τα έστηναν έξω στον δρόμο Σαββατόβραδα ...
    Έστρωναν τα τραπέζια δηλαδή ο καθένας έφερνε το δικό του και τα ένωναν...
    Οι γείτονες ήταν καλεσμένοι πάντα και στην αρχή πήγαιναν δισταχτικά...
    Τα σαγανάκια με τους παστουρμάδες τα σουτζούκια αναστένανε νεκρούς...
    Ήταν το σύνθημα για την μάζωξη....
    "...κοπιάστε  να μην κρυώσουν...."
    Άσε τους κιοφτέδες....τα παιδιά είχαν την πρωτιά...πηγαινοερχόντουσαν στην υπαίθρια κουζίνα μπουκωμένα.
    Οι γκάγκαροι οι Αθηναίοι δηλαδή ήταν περισσότερο ειδικοί στο κρασί οπότε ερχότανε και έδενε το πράγμα.
    Αργότερα έβγαιναν και ο φωνόγραφος και τα μουσικά όργανα με κυρίαρχο το μαντολίνο της αδερφής της γιαγιάς που όπως έλεγε ο παππούς ...το γύριζε σε μπουζούκι και γελούσε....
    Άλλος έπαιζε βιολί....
    Αμανέδες....Ευρωπαϊκά....οπερέτες είχε και καλή φωνή....
    Έκαναν και κατ΄οίκον μαθήματα σε εύπορες οικογένειες....
    Πήγαιναν  εκείνα τα Σαββατόβραδα και από άλλες γειτονιές για να δούν και να ακούσουν.
    Να προσπαθεί να μάθει βάλς ο παππούς στην γυναίκα του καρβουνιάρη και αυτή να ντρέπετε να μπερδεύετε να τον τσαλαπατάει και ο καρβουνιάρης έτοιμος να την πνίξει από την ντροπή.
    Μωρέ και η καρβουνιάρισα έγινε σύγχρονη και έβαλε και λουλουδιαστά φορέματα....
    Μας διηγότανε κι αυτή για τα Σμυρνέϊκα γλέντια και μιλούσε με τα καλύτερα λόγια
    για αυτούς τους ανθρώπους.
    "...ξυπνήσαμε μαζί τους...."

    "τουμπελέκια δεν αργούν, κιθάρες, μαντολίνα/
     κόψες, σαντούρια και βιολιά - δε λείπουνε κι εκείνα/ 
    κι'ο φωνογράφος κάποτες με μια βραχνή φωνή/ 
    σκορπάει τα μεράκια του απ'το φαρδύ χωνί/ 
    και τότες παίρνει πια φωτιά, που φτάνει κι ως στα νέφη/
     της εξοχής το παρτιντί, το γλέντι και το κέφι.../ 
    Αρχίζουν τον καρσιλαμά - χορεύει εκεί όποιος θέλει/ 
    κάθε χορό κεμπάρικο - γερλίσιο - τσιφτε-τέλι/
     ζεϊμπέκικο, χασάπικο, χτυπάνε τσουπανάκια/ 
    και ξεχειλά τόση χαρά, που σβήνει τα μεράκια.../ 
    Οι αμανέδες αντηχούν, τραγούδια και καντάδες,/
     που τραγουδούν ούλοι μαζί με τσι τραγουδιστάδες./ 
    Δε λείπουν τα ρεμπέτικα, πόχομε τόσο πλούτο/
     και που μυρίζουν μαχαλά τση Σμύρνης, σαν ετούτο..."

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου