Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2018

Οι μπεκρήδες











  • Δεν υπήρχε γειτονιά που να μην είχε τον μπεκρή της ...
    Ήταν πολλά και τα καπηλειά βλέπεις που δεν ήταν απαραίτητο να ήταν
    καθ΄εαυτού ταβέρνα.
    Την ρετσίνα την εύρισκαν παντού....στο μπακάλικο...στο καρβουρνιάρικο...
    στο μαγέρικο....
    Ένα κατρούτσο....μια μισή  (οκά).....ένα ποτήρι και ένα μικρό πιατάκι
    με λίγο κεφαλίσιο...καναδυό ελιές και ενίοτε κανένα κρεμμύδι.
    Σε κάποια γωνιά ένα τραπεζάκι με καρέκλες και δεν ενοχλούσαν κανένα.
    Άσε που όταν αυτό ήταν μπροστά από τα βαρέλια ήταν η καλύτερή τους.
    Δεν υπήρχε ωράριο....από το απόγευμα ο πρώτος θα έκανε εμφάνιση
    για να εμφανιστούν και οι άλλοι.
    Οι μπεκρήδες δεν ήταν κακοί άνθρωποι και συνήθως είχαν μια κοψιά...
    Κόκκινο πρόσωπο....ατιμέλητα μαλλιά...βάδιζαν σε οχτάρια μετά
    από την αποχώρηση από το "στρατηγείο"όπως το έλεγαν και έριχναν
    και κανένα άσμα.
    Είχαν και τους δικούς χαιρετισμούς...."...άντε γειά και καλά ξεμπερδέματα..."
    Εννοούσαν αυτά που θα άκουγαν από την κυρά τους γυρίζοντας
    στο σπίτι ...
    "...βρε μπεκρούλιακα βρήκες τον δρόμο..."
    Ακουγότανε αυτή η φράση από το γνωστό
    σπίτι της γειτονιάς και μετά....ησυχία.
    Μια παλιά μονοκατοικία με μικρή αυλή που είχε και υπόγειο ήταν
    ένα γνωστό ταβερνάκι στην περιοχή.
    Σκέψου παλιά τότε....
    Κληματαριά ....τα βαρέλια στην μόστρα όταν έμπαινες....σπεσιαλιτέ
    το τηγάνι της αδερφής του ταβερνιάρη...
    Τα περισσότερα έμπαιναν σε αυτό...
    Είχε και έναν τροβαδούρο τα Σάββατα που τα έλεγε καλά και έβγαζε
    τσίγκινο πιατάκι για τα προς το ζείν.
    Ο μπεκρής της γειτονιάς μας είχε το δικό του ωράριο εκεί και φρόντιζε
    να φεύγει όταν ερχόντουσαν οι παρέες που ήταν και από αριστοκρατικές
    συνοικίες γιατί είχε διαδοθεί η καλή κουζίνα από στόμα σε στόμα.
    Αυτό που θυμάμαι έντονα από τον φουκαρά τον μπεκρή μας
    είναι όταν έβρεχε και κατέβαζε νερό μπροστά από το ταβερνάκι
    αυτός έβαζε ένα μαδέρι οικοδομής για να πατάνε οι κυρίες που κατέβαιναν
    από τις κούρσες.
    Άνοιγε τις πόρτες τις έπιανε από το χέρι και τις έβαζε στο ταβερνάκι...
    Έπαιρνε το χαρτζιλίκι και ήταν μέσα στην χαρά ο φουκαράς όταν
    το πήγαινε στην γυναίκα του.


    "Εγώ το πίνω και το λέω, γίνομαι στουπί
    και δε με νοιάζει, στο ορκίζομαι, ο κόσμος τι θα πει, 
    Κατεβάζω τις μισές κι ανεβαίνει ο βερεσές
    κι αρχίζω τα παραπατήματα και τότε πια βλαστήμα τα..."

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου