Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2018

1958 Μια ζωή την έχουμε

Η γιαγιά και ο παππούς



    Μερικές δεκαετίες πίσω ....
    τα ζευγάρια έφερναν τους γονείς από τα χωριά για να κρατάνε τα παιδιά αλλά και όταν
    έμεναν μόνοι τους δεν τους άφηναν στην τύχη τους.
    Όλοι θα χωρούσαν στο σπιτικό και υπήρχε σεβασμός στους ηλικιωμένους....
    Πρώτα θα έμπαινε στο τραπέζι το πιάτο της γιαγιάς και του παππού και μετά των υπολοίπων.
    Τι να πρωτοθυμηθείς....
    Έβλεπαν αυτοί οι δυστυχισμένοι ότι τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους περνούσαν
    δύσκολα και έκαναν ότι μπορούσαν.
    Χώριζαν το φαϊ τους στην μέση στο πιάτο προσποιούμενοι ότι δεν πεινούσαν
    για να μείνει βραδυνό για τα παιδιά.
    Θα θυμηθώ ένα παππού ....
    Γυρνούσε στα εύπορα σπίτια της περιοχής κρατώντας μια πάνινη τσάντα.
    Τον γνώριζαν και όλοι κάτι του έδιναν από τρόφιμα και αυτός στην συνέχεια
    τα μοίραζε στα παιδιά του που είχαν οικογένειες και τα έβγαζαν δύσκολα.
    Μετά τον Εμφύλιο και προσπαθούσαν όλοι να σταθούν στα πόδια τους...
    Δυσκολότερα ήταν γι αυτούς που είχαν μικρά παιδιά....
    Οι ηλικιωμένοι που ζούσαν μαζί με τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους
    δεν αισθανόντουσαν καλά βλέποντας όλη αυτή την άσχημη οικονομική κατάσταση.
    Ότι είχαν στην άκρη ακόμα και κανένα χρυσαφικό παλιό κειμήλιο το έδιναν για να βοηθήσουν την κατάσταση.
    Για τα γεράματά τους υποτίθεται το είχαν....
    Στην Αθηνάς στους σαράφηδες με τις βιτρινούλες με τα ροδάκια την άλλη ημέρα
    με κατεβασμένο το κεφάλι ο γυιός...η κόρη προσπαθούσαν να πάρουν κάτι παραπάνω.
    Παρατηρούσες εκείνα τα χρόνια στα βιτρινάκια αυτά να υπάρχουν και βέρες
    με χαραγμένα ονόματα.
    Έπρεπε να ζήσει όμως η οικογένεια.

Η ρέγγα και τα υπόλοιπα







  • Με την ρέγγα μεγαλώσανε γενιές....βασικό είδος στο σπίτι...
    Είχε αντοχή δεν χάλαγε ...
    Με λίγα κομματάκια βουτηγμένα στο λάδι με μπόλικο λεμόνι που βούταγες
    παπάρα και στην συνέχεια την έτρωγες με την φασουλάδα έπινες και δύο ποτήρια
    νερό καθ΄ότι ήταν λύσα στο αλάτι και φούσκωνε η μπακανιάρικη κοιλιά σου.
    Σε ξύλινα μικρά κουτιά ήταν στα μπακάλικα σε πρώτη θέση καθ΄ότι ήταν προϊόν
    ευρείας κατανάλωσης.
    Στην αγορά στην Αθήνα την εύρισκες φθηνότερη στα αλίπαστα που έγραφε η πινακίδα του χοντρέμπορου....τίγκα στο αλάτι δηλαδή για να αντέχουν.
    Αυτός είχε όλα τα βασικά προϊόντα της λαϊκής διατροφής....
    Σαρδέλες στα τσίγκινα μεγάλα κουτιά....ρέγγες φυσικά....λακέρδα για τους περισσότερο
    έχοντες γιατί την είχε την τιμή της η άτιμη...ελιές θρούμπες...καλαμών κ.λ.π.
    και όσπρια βέβαια αλλά και σαλιγκάρια.
    Αγόραζες χοντρικώς για καναδυό βδομάδες και σου ερχόντουσαν φθηνότερα
    αλλά και φρεσκότερα όπως έλεγε ο χοντρέμπορας.
    Θα μου πείς πώς ξεχώριζες την φρέσκια ρέγγα...απλά η μπαγιάτικη είχε πάθει ακαμψία από την πολυκαιρία.
    Χαρακτηριστική η μυρουδιά του χοντρομπακάλικου όταν έμπαινες μέσα....
    Ντοματοπελτές σε μεγάλους ντενεκέδες ...χύμα δηλαδή...
    Αυτόν στον έβαζαν το απόγευμα στο ψωμί με λίγο λάδι πρίν φύγεις για την αλάνα.
    Λέρωνες την μούρη και έκανες μια με το μανίκι και καθάριζες για να εισπράξεις
    στην συνέχεια καμμία φάπα γυρίζοντας στο σπίτι σε συνδυασμό με τα ματωμένα
    γόνατα.
    Η ρέγγα ήταν αγαπημένος μεζές των μεγάλων γιατί τράβαγε κρασί αλλά και των οργισμένων νέων για άλλους λόγους.
    Βλέπε σινεμά ΡΟΖΙΚΛΑΙΡ ...ΑΛΑΣΚΑ που άναβαν εφημερίδα την ώρα που έπαιζε
    η ταινία και έψηναν την ρέγγα με τα γνωστά επακόλουθα.

Οι παλιοί Αθηναίοι και η θάλασσα

Ατθίς με ενδυμασία μπάνιου 
Όλες οι φωτογραφίες
τογραφία από το βιβλίο του Θωμά Σιταρά «Η Παλιά Αθήνα ζει, γλεντά, γεύεται. 1834-1938», εκδ. Ωκεανίδα, Αθήνα 2011).
Κείμενο του Θωμά Σιταρά

«Είπες στη μαμάκα σου / «Μαμά, πάω στη Σάσσα» / Και σ’ έπιασ’ 
ο μπαμπάκας σου / στις Τζιτζιφιές στα πράσσα.
»Δύο βήματα από την Αθήνα απλωνόταν από την Πειραϊκή μέχρι τη Βάρκιζα μια δαντελωτή, πεντακάθαρη, βατή παραλία, έτοιμη να δροσίσει τους κατοίκους της πόλης, ιδιαίτερα τους ζεστούς μήνες του καλοκαιριού. Μια ήρεμη θάλασσα, πλούσια σε ψάρια (μαρίδα κ.λπ.). Η μόνη, όμως, ανθρώπινη παρουσία περιοριζόταν στους ψαράδες που ζούσαν με τις οικογένειές τους σε πρόχειρες καλύβες. Οι ίδιοι οι Αθηναίοι προτιμούσαν για το καλοκαίρι αντί της θάλασσας τα Πατήσια, αργότερα το Μαρούσι και την Κηφισιά, αγνοώντας τις όμορφες παραλίες, το φοβερό αυτό δώρο της φύσης στην Αθήνα!
»Τι συνέβαινε; Γιατί μέχρι το 1862 δεν μπορούμε να μιλήσουμε καθόλου για τη θάλασσα και το κολύμπι; Δύο πράγματα έφταιγαν: η δύσκολη πρόσβαση και ο συντηρητισμός της εποχής. Η πλησιέστερη ακτή, η περιοχή στις Τζιτζιφιές, δεν συνδεόταν οικιστικά με την Αθήνα. Τις χώριζαν χωράφια με ψηλά χόρτα γεμάτα φίδια, ενώ οι ληστές που καραδοκούσαν στα άγρια κι απόκρημνα περάσματα δεν ήταν ό,τι καλύτερο για να κατέβει κανείς για μπάνιο!
»Η πρώτη που το τόλμησε ήταν η βασίλισσα Αμαλία, που κατέβηκε έφιππη με τη συνοδεία της μέχρι τις Τζιτζιφιές, αφού πρώτα είχαν φροντίσει να μετατρέψουν μια ερειπωμένη καλύβα σε «αποδυτήριο». Το νέο διαδόθηκε και ακολούθησαν από κοντά οι πιο θαρραλέες ατθίδες.
»Βρισκόμαστε στο 1864 και το θέαμα των κυριών και δεσποινίδων με «λουτρικόν ένδυμα» να κάνουν μπάνιο, κρυμμένες πίσω από τα βραχάκια της Καστέλας και όπου αλλού μπορούσαν, για να μην τις δουν, θα πρέπει να ήταν πολύ διασκεδαστικό για έναν τρίτο – σίγουρα όμως όχι γι’ αυτές. Αρκούσε και η απλή αντρική αναφορά τού τι χρώμα είχε το λουτρικό ένδυμα της τάδε με τα κατάλληλα αποσιωπητικά και υπονοούμενα, για να προκαλέσει κύματα κουτσομπολιού και αποδοκιμασίας στα σαλόνια της κοσμικής Αθήνας….
»Βεβαίως, και σωστά διαβάσατε, το λουτρικό ένδυμα ήταν έγχρωμο και πολύ κομψό και συνοδευόταν από μαύρες κάλτσες με άσπρες κορδέλες που τις έδεναν χιαστί στις γάμπες. Οι άντρες, με τη σειρά τους, φορούσαν μακρύ, φανελένιο, μαύρο μπανιερό με πορτοκαλιές ρίγες. Κολύμπι δεν ήξερε κανένας εκείνη την εποχή, γι’ αυτό και σπάνια έμπαιναν στα βαθιά. Ένας Αθηναίος γιατρός, ο Σωτήριος Κλάββας, που ήξερε κολύμπι, έγινε ο πρώτος δάσκαλος που διέδωσε την κολύμβηση στη νεολαία της Αθήνας, μέσα σε κλίμα μεγάλου ενθουσιασμού. Αυτό έφερε και τις πρώτες οργανωμένες πλαζ στη Μουνιχία (Πασαλιμάνι), στο Δέλτα (περιοχή Ούλεν) και στο Νέο Φάληρο.
»Οι οργανωμένες πλαζ έφεραν και το χωροφύλακα, ο οποίος επέβλεπε να μη γίνουν απρέπειες. Οι ώρες κολύμβησης των αντρών ήταν πολύ συγκεκριμένες, για να μην ταραχτούν οι νεαρές κυρίως κυρίες από το «απρεπές» αυτό θέαμα, την ώρα που περνούσαν με τις άμαξές τους…
»Όποιος τολμούσε να διαφοροποιήσει το λουτρικό του ένδυμα στο πιο εξεζητημένο, πλήρωνε υψηλό πρόστιμο και θεωρούνταν ανέντιμος!
»Παρ’ όλα αυτά, το ταμπού «χωριστά οι άντρες και χωριστά οι γυναίκες» δεν άργησε να σπάσει και γεννήθηκε το «μπεν μιξτ» (…). Ως νονά του «μπεν μιξτ» αναγνωρίζεται η Γαλλίδα Ζορζέν Μερσιέ (…). Η «Μαντάμ Φρου-Φρου», όπως αποκαλούνταν, τόλμησε πρώτη να κολυμπήσει με άντρες και στην Αθήνα δημιουργήθηκε πανδαιμόνιο. Η απήχηση ήταν τέτοια, που η ιστορία έφτασε να γίνει αργότερα και νούμερο στις επιθεωρήσεις. Ακολούθησαν φυσικά αμέσως κι άλλες τολμηρές και ατακτούλες, και έτσι το μπεν μιξτ μπήκε κι αυτό στη ζωή των Αθηναίων.
»Για να υπάρξει, όμως, μαζική μετακίνηση στις ακτές, δεν φτάνουν τα άλογα και οι άμαξες. Χρειάζεται μαζικό μέσο μεταφοράς. Αυτό το εξασφάλισε επιτέλους το 1869 ο ατμοκίνητος σιδηρόδρομος Αθήνα-Πειραιάς, ή πιο σωστά Θησείο-Πειραιάς, αφού το Θησείο ήταν η αφετηρία του. Οι Αθηναίοι άργησαν να καταλάβουν τις νέες δυνατότητες που τους έδινε το «τρένο». Μέχρι το 1875 η επιβατική κίνηση στο ΣΑΠ (Σιδηρόδρομοι Αθηνών-Πειραιώς) ήταν από ανύπαρκτη έως ελάχιστη. Το τρένο μετέφερε κυρίως εμπορεύματα και η στάση στο Νέο Φάληρο δεν ήταν κανονική ούτε και υπήρχε σταθμός. Φανταστείτε δυο τρία σπίτια, κάποιο «καφενείο» για τους ψαράδες και πολλή ερημιά!
»Το 1882 τελείωσε ο σταθμός στον Πειραιά και φτιάχτηκαν πρόχειροι σταθμοί στο Φάληρο και το Μοσχάτο. Η περιοχή άρχισε να αναπτύσσεται. Ο κόσμος άρχισε επιτέλους να κατεβαίνει στο Φάληρο. Φτιάχτηκαν καμπίνες για τους λουόμενους και μια μεγάλη εξέδρα. Η πρώτη κοσμική ακτή της παλιάς Αθήνας είχε γεννηθεί. Βίλες άρχισαν να ξεφυτρώνουν και μαζί με αυτές, το μεγάλο ξενοδοχείο του σταθμού «Γκραντ Οτέλ» (1885). Ευτύχησε την περίοδο της ακμής του (1912) να διαθέτει 200 δωμάτια κι ένα ζαχαροπλαστείο με ορχήστρα, που τραβούσε σαν μαγνήτης την αθηναϊκή και την πειραιώτικη αριστοκρατία.
»Το 1887 το Φάληρο είχε γεμίσει πια κέντρα, όπως η «Ταραντέλα», ο «Χρυσός γάτος», η «Μπομπονιέρα». Φτιάχτηκε μάλιστα και δεύτερη εξέδρα, που φιλοξενούσε τη στρατιωτική μπάντα. Μετά το 1903 λειτουργούσε και το περίφημο ξενοδοχείο «Ακταίον», που ολοκληρώνει την εικόνα του Φαλήρου. Να μην ξεχάσουμε ακόμη το θέατρο του Φαλήρου, που λειτούργησε μετά το 1880 σε μια ξύλινη κατασκευή, κι ευτύχησε να φιλοξενήσει πολλούς ξένους θιάσους. Το 1896 κατεδαφίστηκε και δημιουργήθηκε το δεύτερο θέατρο, υπαίθριο και πετρόχτιστο.
»Μπορεί να άργησε το «άνοιγμα» των Αθηναίων προς τη θάλασσα, αλλά όταν έγινε, ξεκίνησε εντυπωσιακά και πήρε, ιδιαίτερα τις επόμενες περιόδους, μεγάλες διαστάσεις. Όλη η παραλία, από το Νέο Φάληρο μέχρι τη Γλυφάδα, ήταν μια απέραντη κοσμική ακτή κι έπαιζε σημαντικό ρόλο στη γαστρονομία, τη διασκέδαση, την κοσμική ζωή. Ταυτόχρονα επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τα ήθη και τα έθιμα της εποχής».
* Το κείμενο προέρχεται από το βιβλίο του Θωμά Σιταρά, «Η Παλιά Αθήνα ζει, γλεντά, γεύεται, 1834-1938» (Εκδόσεις Ωκεανίδα, Αθήνα 2011).
Για περισσότερα κείμενα σχετικά με την Παλιά Αθήνα, μπορείτε να επισκεφθείτε τον ιστότοπο του Θωμά Σιταρά: 

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018

1959 Ο Ηλίας του 16ου

Και διηγώντας τα....



Και με το ψυγείο του πάγου εκείνα τα χρόνια στο δωμάτιο της αυλής το φανάρι δεν έφυγε από την θέση του κοντά στο παράθυρο για να αερίζεται.
Εκεί έβαζαν τα φαγητά που περίσσευαν από την κατσαρόλα (σπανίως)...
Στο ψυγείο του πάγου έβαζαν το τυρί...το βούτυρο.... το κρέας αλλά δεν κρατούσαν πολύ και μούχλιαζαν.
Σιγά που τα πετούσαν...
Η μούχλα έλεγαν ....είναι φάρμακο....την αφαιρούσαν λοιπόν και όλα καλά με αποτέλεσμα να υπάρχει συνωστισμός στην κοινόχρηστη αλα Τούρκα τουαλέτα.
Άκουγες τότε πολλές παλιές ιστορίες πρίν ο πάγος και το ξύλινο ψυγείο περάσει μέσα στα σπίτια...
Όταν δεν υπήρχε η Βαρβάκειος οι Αθηναίοι πήγαιναν για να αγοράσουν τρόφιμα στην Πλάκα όπου υπήρχαν πολλά μπακάλικα.
Η επίσκεψη ήταν καθημερινή και αγόραζαν τα απαραίτητα για την κατσαρόλα της ημέρας φροντίζοντας να μην αφήνουν φαγητό για την επόμενη  ειδικά το καλοκαίρι.
Το φανάρι προστάτευε  από τα ζωύφια και τα τρωκτικά που τότε ήταν σαν κατοικίδια...


Αυτά βέβαια δεν έλειπαν και αργότερα με τις ξύλινες φάκες να βρίσκονται σε όλα
τα μπακάλικα και να έχουν μεγάλη κατανάλωση.
Υπήρχαν και καυγάδες όταν σπαταλούσαν το κεφαλίσιο τυρί για να βάλουν
στην φάκα.
"...πολύ έβαλες...έχει λεφτά..."
Άλλοι δεν έβαζαν παγίδες ...όταν έβλεπαν τον "συγκάτοικο"τον κυνηγούσαν
με ένα ραβδί που υπήρχε δίπλα στην πόρτα.
Την γάτα της αυλής να μην ξεχάσω αλλά τι να πρωτοκάνει και αυτή
με τόσους πόντικες.


Τα χαλασμένα τρόφιμα και οι ηλικιωμένοι είχαν άμεση σχέση....
Φτώχεια και των γονέων στις αυλές της Αθήνας και προσπαθούσαν να κάνουν οικονομία στα πάντα.
"...πατέρα μην το φάς έχει ξυνίσει..."
"...δεν πειράζει δεν θα θέλει και λεμόνι..."
απαντούσε ο γηραλέος και το έτρωγε με τα γνωστά αποτελέσματα και με την γυναίκα του να του φωνάζει και να τον πηγαίνει για "ντούζ"στο πίσω μέρος της αυλής με το λάστιχο και φυσικά με τους συναυλικούς να πεθαίνουν στο γέλιο.
Στην συνέχεια του έδιναν γιατρικό....μια κουταλιά καφέ με λεμόνι...για να σφίξει.

http://pisostapalia.blogspot.com/

Τα εκατομμύρια...τα δις










    • Πέρασε η Γερμανική Κατοχή ...ο Εμφύλιος και τα Κατοχικά χαρτονομίσματα πολλοί
    τα φύλαγαν ....σου λέει δεν ξέρεις τι γίνεται...
    Έτσι τα έβλεπες και σε κοντινούς σου συγγενείς και γνωστούς .
    Όταν ρωτούσες γιατί τα κρατούν σου απαντούσαν...για ενθύμιο.
    Τώρα τι ενθύμιο πάκοι ολόκληροι μέσα στα υπόγεια σε παλιομπαούλα και φυσικά
    στην γειτονιά τα κουτσομπολιά έδιναν και έπαιρναν.
    "...κοίτα τον τσιφούτη που μάζευε τα Κατοχικά...τι θα τα κάνει τώρα..."
    "...θα τα κάψει στην σόμπα..."
    Τα παιδιά έκαναν και σκανταλιές και έτσι και βρίσκανε τέτοια χαρτονομίσματα
    βγαίνανε στον δρόμο και τα πετούσαν στον αέρα....η θρυλική βουταρία.
    Όποιος θα μάζευε τα περισσότερα αλλά κάποιοι γηραλέοι που καθόντουσαν
    στα σκαλιά έξω από τις αυλόπορτες πήγαιναν να μαζέψουν και αυτοί.
    Γελούσαν οι μικροί ....
    "....πέτα τα βρε πατέρα ρεζίλι μας έκανες..."έβγαινε η κόρη και μάλωνε τον γέρο
    που ήταν τόσο στερημένος και είχε περάσει και πολλά.
    Αργότερα τα χαρτονομίσματα αυτά πήγανε στο Γιουσουρούμ στο Μοναστηράκι
    και οι συλλέκτες έψαχναν για ατσαλάκωτα....ασυμάδευτα.
    Οι παλιοί που τα έβλεπαν εκεί γελούσαν και απορούσαν με αυτούς που τα αγόραζαν.
    Τώρα όσον αφορά την ιστορία αυτών των πληθωρικών χαρονομισμάτων.
    Η Ελλάδα όταν εγκαταλείφθηκε από τον εχθρό  διέσωσε τα αποθέματα του θησαυροφυλακίου της.
    Κατά την περίοδο της κατοχής στην Τράπεζα της Ελλάδος εγκατασταθήκανε δύο επίτροποι ένας Ιταλός και ένας Γερμανός και είχε την υποχρέωση η Χώρα να καταβάλλει σε δραχμές ποσά στα στρατεύματα κατοχής.
    1941-42 η κατάσταση ήταν τραγική....



    Δεν υπήρχαν τρόφιμα....ενώ οι κατακτητές αρπάζανε τις πρώτες ύλες χωρίς να πληρώνουν.
    Το χρήμα έχασε την αξία του και ο πληθωρισμός χτύπησε κόκκινο...
    Για τις ανάγκες πληρωμών προς τους κατακτητές...του δημοσίου η τράπεζα Ελλάδος
    τύπωνε συνεχώς χρήματα σε διάφορα τυπογραφεία.
    Η ποιότητα και η αισθητική των χαρτονομισμάτων....κάκιστη.
    Συνεχώς νέες εκδόσεις με υψηλότερες ονομαστικές αξίες.
    Δεκέμβριος 1942 το πρώτο δεκαχίλιαρο τυπώνεται....τον επόμενο χρόνο 25 χίλιαρο...
    τον επόμενο 50 χίλιαρο.





    Μετά χάθηκε ο έλεγχος....100.000-500.000-1.000.000 και η κορύφωση λίγες ημέρες
    μετά την απελευθέρωση το ΄44.....10 και 100 δισεκατομμύρια.
    Σήμερα τα διαβάζουμε και γελάμε....
    Θα έπρεπε;