Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2019

Ο Θρασύβουλος που ήταν Χριστίνα – μεταμφιέστηκε σε αγόρι για να βρει δουλειά και δημιούργησε ερωτικές σχέσεις με γυναίκες για να μην την υποψιαστούν



Χειμώνας του 1939. Στις πέντε τα ξημερώματα ένας νεαρός ποδηλάτης, μ’ ένα καλάθι με κούμαρα δεμένο στο ποδήλατο, πήγαινε αντικανονικά στην οδό Σικελιανού στους Αμπελόκηπους. Ένας αστυφύλακας τον σταμάτησε για να του κάνει έλεγχο.
 Ο ποδηλάτης δεν είχε άδεια, ο αστυφύλακας υποψιάστηκε ότι το ποδήλατο ήταν κλεμμένο και τον συνέλαβε. Νεαρός, ποδήλατο και κούμαρα βρέθηκαν στο αστυνομικό τμήμα Αμπελοκήπων.
— Είσαι ο και λέγεσαι.
— Θρασύβουλος Ανδριανόπουλος.


Ο νεαρός ποδηλάτης
Ο ενωμοτάρχης διέταξε την κράτησή του, γιατί ένα ποδήλατο είχε κάνει φτερά από τους Ποδαράδες και μάλλον ήταν αυτό με τα κούμαρα. Ο Θρασύβουλος κλείστηκε στο κρατητήριο. Το πρωί διατάχθηκε έρευνα στην κάμαρα που νοίκιαζε, Ηπείρου και Φυλής, μήπως βρεθούν και άλλα κλοπιμαία. Βρέθηκε μια βαλίτσα με γυναικεία ρούχα.
Άρχισε η ανάκριση.
— Τα ’κλεψες.
— Όχι.
— Βρε, τα ’κλεψες και λέγε από πού.
— Δεν τα ’κλεψα. Ορκίζομαι στα κόκαλα του πατέρα μου και της μάνας μου.
— Και πού τα βρήκες;
— Δικά μου είναι.
— Ποιον κοροϊδεύεις, ρε;
Στο σημείο αυτό ο Θρασύβουλος έφαγε μερικές σφαλιάρες, μέχρι που έβαλε τα κλάματα και ξεκούμπωσε το πουκάμισό του τόσο όσο…
— Δεν είμαι αγόρι. Κορίτσι είμαι.

Ο διοικητής και οι αστυφύλακες κοκάλωσαν. Φώναξαν την καθαρίστρια να ερευνήσει αν αληθεύουν και παρακάτω τα λεγόμενα του Θρασύβουλου. Η θεία Μάρω, μετά από έρευνα σε ιδιαίτερο δωμάτιο, αποφάνθηκε πως πρόκειται για κορίτσι.

— Με λένε Χριστίνα Τσιγκούρη, είμαι από το Πικέρνι της Τρίπολης και είμαι δεκαπέντε χρόνων.
Η Χριστίνα διηγήθηκε στους αστυνομικούς πώς έφυγε από το πατρικό της και πώς περιπλανήθηκε από το χωριό της ως την πρωτεύουσα για το μεροκάματο – μια αλυσίδα γεγονότων μυθιστορηματική.
Την είπε και στους δημοσιογράφους και τη δημοσίευσαν όλες οι εφημερίδες.


Μακεδονία


Μακεδονία


Βραδυνή
«Μάνα και πατέρα δεν γνώρισα. Τους έχασα όταν ήμουν δυόμισι χρόνων. Έμεινα τότε με τη μεγαλύτερη αδερφή μου και την άλλη τη μικρότερη, τριών μηνών μωρό, και τον μεγάλο αδερφό μας, τον Μήτσο, που ήταν χωροφύλακας. Πώς να θρέψει όμως κι αυτός τόσα στόματα;»

Ο αδελφός, ένας προστάτης πολύ επικίνδυνος
Ο Μήτσος την έστειλε σ’ ένα συγγενικό σπίτι στην Αθήνα για υπηρέτρια. Τι δουλειά να κάνει ένα παιδί οχτώ χρόνων; Την κράτησαν κάμποσο καιρό και μετά την έστειλαν σε μια μοδίστρα στη Μεγαλόπολη για να μάθει την τέχνη. Αλλά ήταν πολύ μικρή και η μοδίστρα την ξανάστειλε πίσω στο χωριό.
Ο αδερφός ήταν τυραννικός και ξέσπαγε βίαια πάνω στα κορίτσια. Όταν η μεγαλύτερη αδερφή έμεινε έγκυος από κάποιον που της είχε τάξει γάμο και μετά την εγκατέλειψε, ο Μήτσος ξέπλυνε την τιμή του με το αίμα της. Σκότωσε το δύστυχο κορίτσι με εννιά μαχαιριές.
Προφυλακίστηκε και σε τρεις μήνες πέρασε από δίκη. Το Κακουργιοδικείο Τρίπολης τον απάλλαξε, γιατί έκανε το έγκλημα για λόγους οικογενειακής τιμής. Στα εγκλήματα τιμής δικαζόταν η ηθική του θύματος και όχι η υπόσταση του εγκλήματος. Αποτέλεσμα; Αθώος ο κατηγορούμενος. Πόσοι ειδεχθείς φονιάδες κυκλοφορούσαν στην κοινωνία με καθαρό το κούτελο και τα χέρια βουτηγμένα στο αίμα! Όταν γύρισε στο χωριό, ο αδελφός έγινε ακόμα πιο τυραννικός και βάναυσος και με το παραμικρό χτυπούσε τα κορίτσια, που η ζωή τους είχε καταντήσει μαρτυρική.

Η φυγή από το χωριό και η αγωνιώδης αναζήτηση δουλειάς
Η Χριστίνα πήρε την απόφαση να φύγει και ν’ αναζητήσει δουλειά. Στενοχωριόταν που θ’ άφηνε πίσω τη μικρή της αδελφή, αλλά δεν μπορούσε να την πάρει μαζί της, αφού ούτε κι η ίδια δεν ήξερε πού θα πήγαινε και τι θ’ αντιμετώπιζε. Φρόντισε να την εγκαταστήσει στο σπίτι του θείου τους, που τις είχε φροντίσει το διάστημα που ήταν προφυλακισμένος ο προστάτης αδερφός, κι έφυγε. Πού θα πήγαινε και πώς; Μια καλή γυναίκα, συγχωριανή, έτρεξε, δανείστηκε λεφτά, μάζεψε ένα πενηντάρικο και το έδωσε στη Χριστίνα, να ’χει κάτι για τον δρόμο. Το βράδυ κοιμήθηκε στα χωράφια και για να χορτάσει την πείνα της έκοψε κι έφαγε ωμά ρεβίθια. Πήγε στη Μεγαλόπολη, στη γνωστή της μοδίστρα, και της ζήτησε να τη βοηθήσει να μπει κάπου υπηρέτρια. Εκείνη τη σύστησε σε κάποια γνωστά της σπίτια, αλλά σε κανένα δεν την κράτησαν. Η Χριστίνα άρχισε να απελπίζεται. Σε λίγες μέρες βρήκε δουλειά στο σπίτι ενός καθηγητή. Ο καθηγητής είχε άλλες ορέξεις και για να την καλοπιάσει της έδωσε χρήματα. Πεντακόσιες ολόκληρες δραχμές. Τότε η Χριστίνα κατάλαβε ότι τα φουστάνια θα της δυσκόλευαν τη ζωή και πήρε την απόφαση να φορέσει αντρικά ρούχα.

Η Χριστίνα μεταμορφώνεται σε αγόρι
Έβαλε σε μια βαλίτσα ένα κουστούμι του ανιψιού του καθηγητή και μερικά αντρικά πουκάμισα και με το πεντακοσάρικο στην τσέπη, έγινε άφαντη. Πήγε στην Καλαμάτα. Εκεί σ’ ένα κουρείο, με την πρόφαση ότι έχει κάποια αρρώστια και ο γιατρός τη συμβούλεψε να κόψει τα μαλλιά της, κουρεύτηκε αγορίστικα. Φάσκιωσε το στήθος της για να μην φαίνεται, φόρεσε το κουστούμι και αγόρασε μια τραγιάσκα.


Σκίτσο του Π. Παυλίδη από την εφημερίδα Ασύρματος.
Ένας γέρος της είπε: «Κορίτσι είσαι εσύ, παιδί μου. Πού γυρίζεις μονάχο σου μες στα χωράφια;»
Η Χριστίνα φοβήθηκε ότι το σχέδιό της θ’ αποτύχαινε. Πήγε σ’ ένα φωτογραφείο κι έβγαλε μια φωτογραφία για να δει αν μοιάζει με αγόρι. Βρήκε πως είναι μια χαρά αγόρι και αυτό της έδωσε θάρρος για να συνεχίσει. Άρχισε να σκέφτεται ποιο όνομα να πάρει. Της ήρθε στο μυαλό το όνομα ενός συμμαθητή της, που ήταν ο γιος του γιατρού του χωριού, Θρασύβουλος Ανδριανόπουλος.


«Μια χοντρή μάλλινη τραγιάσκα, ένα φαρδύ σακάκι κι ένα ασιδέρωτο αντρικό παντελόνι ανέλαβαν να καμουφλάρουν τη γοητευτική προκλητικότητα των γυναικείων θελγήτρων. Κι έτσι η Χριστίνα, με το όνομα Θρασύβουλος, βρήκε την ασφάλεια και την ησυχία της», έγραφε ο Αλέκος Σακελλάριος στο χρονογράφημά του «Η… Θρασύβουλος», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ασύρματος.


Ακρόπολις
Στην Πελοπόννησο ψάχνοντας για δουλειά από πόλη σε πόλη
Σαν Θρασύβουλος άρχισε να ψάχνει για δουλειά. Δούλεψε σ’ ένα ξυλουργικό εργοστάσιο στον Πύργο. Άκουσε να μιλούν για την Ολυμπία και νομίζοντας ότι πρόκειται για μεγάλη πόλη, πήγε μήπως βρει καμιά καλύτερη δουλειά, αλλά βρήκε μόνον αρχαία. «Καταραμένα αρχαία, για να έρθω να σας δω έχασα 35 δραχμές!»
Πήρε το τρένο για την Πάτρα, έκανε διακοπή στην Αμαλιάδα, μήπως βρει εκεί καμιά δουλειά, αλλά τίποτα και συνέχισε το ταξίδι της. Τα λεφτά όμως τελείωσαν. Τρεις μέρες γυρνούσε στην Πάτρα νηστική με το μάτι θολό από την πείνα. Η τύχη της έστειλε ένα εικοσάρικο στον δρόμο της. Σε λίγο έγινε γκαρσόνι στου Φλόκα. Δούλεψε ενάμιση μήνα και κοιμόταν μαζί με άλλους δύο υπαλλήλους μέσα στο μαγαζί. Κανένας τους δεν την υποψιάστηκε. Οι δουλειές του Φλόκα δεν πήγαιναν καλά, γιατί λόγω του πολέμου δεν μπορούσε να πάρει ζάχαρη και το ζαχαροπλαστείο έκλεισε. Η Χριστίνα αναζήτησε δουλειά στη χαρτοποιία στο Αίγιο. Μάταιος κόπος.


Στην πρωτεύουσα
Ο πόλεμος μαινόταν, οι δουλειές ήταν δυσεύρετες και η Χριστίνα πήρε τη μεγάλη απόφαση ν’ αναζητήσει την τύχη της στην πρωτεύουσα.
«Γύρισα ένα σωρό μέρη, το Κορωπί, το Μενίδι, το Μαρκόπουλο, τα Σπάτα, το Μαρούσι, την Κηφισιά, την Εκάλη ή με τα πόδια ή ζητιανεύοντας για να βρω τα ναύλα και να φάω λίγο ψωμί. Πουθενά όμως δεν βρήκα δουλειά. Μόνον ύστερα από πολύ καιρό, στη συνοικία της Γούβας, κατάφερα να δουλέψω μερικές μέρες σ’ ένα γιαπί. Κουβαλούσα με το πηλοφόρι λάσπη, όπως και οι άλλοι εργάτες που ήταν άντρες».
Κατόπιν έγινε γκαρσόνι στο Μαρούσι, στο καφενείο κάτω από το αστυνομικό τμήμα. Ο ενωμοτάρχης έβγαλε στον Θρασύβουλο άδεια κουλουροπώλη.
«Σε λίγες μέρες έκανα τον κουλουρά. Γύριζα στο κέντρο της Αθήνας και πουλούσα κουλούρια και τυρί κι έβγαζα 70 με 80 δραχμές τη μέρα, γιατί πολλές φορές πουλούσα πάνω από διακόσια κουλούρια. Τότε νοίκιασα μια κάμαρα στην οδό Φυλής και Ηπείρου και πλήρωνα 300 δραχμές τον μήνα. Με τις οικονομίες μου αγόρασα και μερικά αντρικά εσώρουχα».
Όμως ο Θρασύβουλος άφησε ξεσκέπαστο τον νταβά με τα κουλούρια και του πήραν πίσω την άδεια. Ξανάρχισε το τρέξιμο για το μεροκάματο. Σκέφτηκε να πηγαίνει στο Τατόι και στην Εκάλη, να μαζεύει κούμαρα και να τα πουλάει στην Αθήνα. Αυτή η δουλειά άφηνε λεφτά, αλλά ήθελε μεταφορικό μέσο, οπότε ο Θρασύβουλος έκλεψε ένα ποδήλατο. Σαν κουμαράς έβγαζε καλό μεροκάματο, μέχρι που τον τσίμπησε ο αστυφύλακας στους Αμπελόκηπους.


Ελληνικό Μέλλον, Δεκέμβριος 1939
Εραστής για να μην την υποψιαστούν
— Είχες φίλους; ρώτησαν οι δημοσιογράφοι.
— Πολλούς.
— Δεν κατάλαβε κανείς ότι είσαι κορίτσι;
— Ποτέ. Αλλά τους φαινόταν παράξενο που δεν είχα σχέση με καμία κοπέλα. Για να μην καταλάβουν, άρχισα κι εγώ να κάνω κόρτε. Σαν γυναίκα ήξερα καλά τις γυναίκες, χρησιμοποιούσα πάντα τα κατάλληλα μέσα κι έτσι δεν έφαγα ποτέ χυλόπιτα. Έκανα κόρτε σε μια κοπέλα από τους Ποδαράδες, την Αρίστα. Τα ’φτιάξαμε και βγαίναμε ραντεβού για να με βλέπουν οι φίλοι μου μαζί της. Της είχα πει πως θα την παντρευτώ, όχι όμως αμέσως, γιατί ο πατέρας μου είναι στην Αμερική και δεν έχουμε ακόμα ταχτοποιηθεί. Αυτά τα παραμύθια η κουτή τα άκουγε και με κοιτούσε με λαχτάρα, γιατί σ’ εμένα έβλεπε τον μέλλοντα σύζυγό της, που θα την έκανε για όλη της τη ζωή ευτυχισμένη. Την κακομοίρα!


Η Χριστίνα με γυναικεία ρούχα για να οδηγηθεί στην Εισαγγελία.
«Οι άντρες δεν έχουν καρδιά και οι γυναίκες είναι χαζές»
Το καλύτερο όμως το είπε στο συντάκτη του Ασύρματου:
— Όπου και αν πήγα να ζητήσω δουλειά ή δεν δεχόντουσαν να με πάρουν ή αν μου έλεγαν ναι, μου το ’βγαζαν από τη μύτη.
Δεν υπήρχε λοιπόν άλλος τρόπος να σωθώ από τους άντρες, παρά να φορέσω κι εγώ παντελόνια και να κάνω το αγόρι. Έτσι θα με περνούσαν όλοι για παιδί και θα χωρούσα κι εγώ να δουλέψω μαζί με τους άντρες και να μου κάνουν πια τα γλυκά μάτια οι γυναίκες, από τις οποίες δεν είχα να πάθω τίποτα.
Τους άντρες τους είχα σιχαθεί, γιατί δεν είχαν καθόλου καρδιά. Τις γυναίκες τις λυπόμουνα, γιατί είναι χαζές και πιστεύουν ό,τι και αν τους πουν. Σας ορκίζομαι πως λυπάμαι που βγάζω τα αγορίστικα. Θα ’θελα να ζούσα για πάντα έτσι για να τους κοροϊδεύω, μα βλέπετε οι αστυφύλακες δεν με άφησαν.
— Και τώρα τι θέλεις να κάνεις;
— Προτιμώ να δουλέψω κάπου σαν υπηρέτρια ή καλύτερα να με βάλουν σε κανένα μοδιστράδικο για να μάθω την τέχνη. Μα δεν θα δουλέψω, βέβαια, για πάντα, αλλά ώσπου να τα σιάξω με τον αδερφό μου στην Τρίπολη και να πάω κι εγώ εκεί να ζήσω ήσυχη από τα εισοδήματα που φέρνουν τα κτήματα που μας άφησε ο πατέρας μου. Να σας πω, γι’ αυτό και αποκάλυψα στους αστυφύλακες το μυστικό μου. Σκέφτηκα πως θα κατάφερναν αφού είναι αστυνομικοί, να πάρουν τα κτήματα και να τα δώσουν σ’ εμάς τα κορίτσια, σ’ εμένα δηλαδή και την αδερφή μου.
Η Χριστίνα αφήνεται ελεύθερη και αποκτάει προστάτες
Η ιστορία της Χριστίνας συγκίνησε τους πάντες. Όλοι μιλούσαν για το θαρραλέο κορίτσι που ντύθηκε αντρικά για να προστατέψει την τιμή του και να κερδίσει τη ζωή του. Και παρ’ όλο που οδηγήθηκε στην Εισαγγελία κατηγορούμενη για κλοπή, αφέθηκε ελεύθερη.
Κάποια διαστραμμένη διάταξη θεωρούσε απαραίτητο να οδηγηθεί η κοπέλα στον ιατροδικαστή, όπου «εξετασθείσα ευρέθη άσπιλος από ηθικής απόψεως».
Η ιστορία έφτασε ως τον υπουργό Ασφάλειας Μανιαδάκη (τον γνωστό αρχιδολοφόνο της δικτατορίας Μεταξά), ο οποίος κάλεσε τη Χριστίνα στο γραφείο του· ήταν παρών και ο υπουργός Διοικήσεως Πρωτευούσης ο Κοτζιάς (αντικομμουνιστής, θαυμαστής του φασισμού, υποστηρικτής του ναζισμού και φιλαράκι του Γκέμπελς) και οι δύο αυτοί αλτρουιστές δήλωσαν ότι θα ενδιαφερθούν για το κορίτσι, θα το προστατέψουν, θα το σπουδάσουν και θα εξασφαλίσουν τη συντήρησή του.
Όσο για τον προστάτη αδελφό, αυτός έλαμψε δια της σιωπής και της απουσίας του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου